Περισσότερες από τις µισές κατοικίες που διατίθενται σήµερα προς πώληση στην Ελλάδα κοστίζουν πάνω από 200.000 ευρώ, µία στις τρεις ξεπερνά τις 280.000 ευρώ, ενώ στην Αττική το διάµεσο ζητούµενο ενοίκιο έχει φτάσει τα 785 ευρώ τον µήνα.
Τα στοιχεία αυτά περιλαµβάνονται στη νέα ειδική έκθεση του ∆ιεθνούς Νοµισµατικού Ταµείου (∆ΝΤ), η οποία σκιαγραφεί µια αγορά κατοικίας που αναπτύσσεται, αλλά ταυτόχρονα γίνεται ολοένα και λιγότερο προσιτή για τα ελληνικά νοικοκυριά.
∆ΝΤ για την ελληνική στεγαστική κρίση: Ανατιµήσεις 85% στα ακίνητα από το 2016
Το βασικό συµπέρασµα της έκθεσης είναι ότι το πρόβληµα δεν περιορίζεται στην άνοδο των τιµών. Η αγορά παρουσιάζει πλέον έντονη αναντιστοιχία µεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Παρότι υπάρχουν διαθέσιµες κατοικίες, µεγάλο µέρος τους βρίσκεται σε κατηγορίες τιµών ή χαρακτηριστικών που δεν ανταποκρίνονται στις οικονοµικές δυνατότητες της µέσης ελληνικής οικογένειας.
Χαρακτηριστικό είναι ότι περίπου το 1/3 των κατοικιών που πωλούνται έχει επιφάνεια άνω των 120 τετραγωνικών µέτρων, ενώ η ζήτηση επικεντρώνεται κυρίως σε µικρότερα και οικονοµικότερα διαµερίσµατα. Η ελληνική αγορά κατοικίας έχει αλλάξει ριζικά µετά το τέλος της οικονοµικής κρίσης.
Σύµφωνα µε την έκθεση, οι τιµές των κατοικιών έχουν αυξηθεί σωρευτικά κατά περίπου 85% από το 2016, ενώ το διαθέσιµο εισόδηµα ανά κάτοικο αυξήθηκε κατά µόλις 47%. Η µεγαλύτερη επιτάχυνση καταγράφηκε µετά την πανδηµία, καθώς από τα τέλη του 2020 οι τιµές ενισχύθηκαν κατά περίπου 61%.
Παρά την έντονη άνοδο, το ∆ΝΤ εκτιµά ότι η αγορά δεν εµφανίζει χαρακτηριστικά φούσκας, καθώς η υπερτίµηση περιορίζεται περίπου στο 10%. Ωστόσο, η απόκλιση ανάµεσα στις τιµές και στα εισοδήµατα έχει καταστήσει την αγορά κατοικίας σηµαντικά λιγότερο προσιτή. Η αύξηση των επιτοκίων και τα αυστηρότερα τραπεζικά κριτήρια έχουν κάνει ακόµη δυσκολότερη την πρόσβαση στη στεγαστική πίστη.
Το ∆ΝΤ υπολογίζει ότι ένα µέσο ελληνικό νοικοκυριό υπολείπεται κατά 7%-17% του απαιτούµενου εισοδήµατος για να εξασφαλίσει στεγαστικό δάνειο. Ακόµη όµως και όταν πληροί τα εισοδηµατικά κριτήρια, η συγκέντρωση της προκαταβολής αποτελεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο εµπόδιο.
Με αποταµίευση ίση µε το 10% του εισοδήµατος κάθε χρόνο, απαιτούνται περίπου 24 χρόνια για να συγκεντρωθεί προκαταβολή ίση µε το 30% της αξίας ενός ακινήτου ή 14 χρόνια για προκαταβολή 20%.
Οι επιπτώσεις της ανόδου των τιµών αποτυπώνονται πλέον και στους δείκτες στεγαστικής επιβάρυνσης. Σύµφωνα µε την έκθεση, περίπου δύο στα πέντε ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν περισσότερο από το 40% του διαθέσιµου εισοδήµατός τους για στεγαστικές ανάγκες (διεθνές όριο υπερβολικής επιβάρυνσης).
Παράλληλα, η διάµεση στεγαστική δαπάνη υπερβαίνει πλέον το ένα τρίτο του διαθέσιµου εισοδήµατος, ενώ το 41,8% των νοικοκυριών αντιµετωπίζει δυσκολίες στην κάλυψη βασικών στεγαστικών υποχρεώσεων ή καθυστερεί σχετικές πληρωµές.
Η Ελλάδα διαθέτει από τα µεγαλύτερα στεγαστικά αποθέµατα στην Ευρώπη
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συµπεράσµατα της έκθεσης είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα µεγαλύτερα στεγαστικά αποθέµατα στην Ευρώπη, όµως µεγάλο µέρος του παραµένει αναξιοποίητο.
Σύµφωνα µε το ∆ΝΤ, το 35% των κατοικιών δεν χρησιµοποιείται ως κύρια κατοικία, ενώ περίπου το 12%-13% του συνολικού στεγαστικού αποθέµατος είναι κενό.
Πρόκειται κυρίως για παλαιά ακίνητα (περισσότερες από τις µισές κενές κατοικίες έχουν κατασκευαστεί πριν από το 1980), που απαιτούν σηµαντικές εργασίες ανακαίνισης, ενώ αρκετά παραµένουν εκτός αγοράς λόγω πολυϊδιοκτησίας, πολεοδοµικών εκκρεµοτήτων, νοµικών προβληµάτων ή επειδή εξακολουθούν να βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια τραπεζών, εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων και του ∆ηµοσίου.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Το πυροσβεστικό 4x4 που έγινε πύρινη παγίδα θανάτου για τους δύο πυροσβέστες (βίντεο)
Νύχτα κόλασης στο νότιο Ρέθυμνο - Συνεχείς εκκενώσεις, ζημιές και αγωνία (εικόνες)
Φωτιά στο Ρέθυμνο: Θρήνος για τον Παντελή και τον Μανόλη που "έπεσαν" στην μάχη...