Η ενεργειακή ακρίβεια επιστρέφει με ορμή στην Ευρώπη, ξυπνώντας μνήμες από την κρίση του 2022. Το φυσικό αέριο ξεπέρασε χθες τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν τέσσερα χρόνια, ενώ οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρισμού υπερβαίνουν σήμερα τα 300 ευρώ σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές. Στις Βρυξέλλες, ωστόσο, η κινητοποίηση δεν φαίνεται να συμβαδίζει με την ένταση των πιέσεων που δέχονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Με το πετρέλαιο κοντά στα 115 δολάρια το βαρέλι και το κόστος αερίου και ηλεκτρισμού να ανεβαίνει πριν ακόμη αρχίσουν τα μεγάλα κρύα, το σημερινό Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας στο Λουξεμβούργο βάζει πρώτο στην ατζέντα το θέμα της αναμόρφωσης των χρεώσεων των δικτύων ηλεκτρισμού. Μια συζήτηση με σημασία για το ενεργειακό κόστος, η οποία όμως απέχει από την άμεση απάντηση που απαιτεί το νέο κύμα ανατιμήσεων.
Την ίδια ώρα, ο ευρωπαϊκός χάρτης του ρεύματος κοκκινίζει. Η μέση χονδρεμπορική τιμή διαμορφώνεται σήμερα στα 305,59 ευρώ ανά μεγαβατώρα στην Πολωνία, στα 314,85 ευρώ στη Γερμανία και στα 310,71 ευρώ στην Τσεχία. Αντίστοιχη είναι η εικόνα στην Αυστρία, με 310,42 ευρώ, ενώ ακόμη υψηλότερα κινούνται η Ουγγαρία, στα 324,58 ευρώ, και η Σερβία, στα 330 ευρώ.
Οι πιέσεις εντείνονται στη βραδινή αιχμή, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών παύει να συγκρατεί τις τιμές. Στη Ρουμανία η μεγαβατώρα φθάνει τα 520 ευρώ, στην Ολλανδία τα 540, στην Πολωνία τα 542 και στη Γερμανία τα 560 ευρώ. Τα επίπεδα αυτά δείχνουν πόσο ευάλωτη παραμένει η αγορά ενόψει του χειμώνα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι υπουργοί καλούνται να συζητήσουν την ασφάλεια εφοδιασμού για τον χειμώνα 2026-2027, τις αλλαγές στις χρεώσεις δικτύου και την ενεργειακή πολιτική μετά το 2030. Στην ατζέντα περιλαμβάνεται επίσης η αξιοποίηση των Εθνικών Σχεδίων για την Ενέργεια και το Κλίμα ως επενδυτικών σχεδίων, ώστε οι στόχοι να συνδεθούν με συγκεκριμένα έργα και χρηματοδοτικές ανάγκες.
Τι εξετάζεται για τις χρεώσεις δικτύου
Ένα από τα βασικά θέματα της συνόδου είναι η πρόταση εκσυγχρονισμού των χρεώσεων των ηλεκτρικών δικτύων. Πρόκειται για τις χρεώσεις που καταβάλλουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις μέσω των λογαριασμών τους για τη λειτουργία, τη συντήρηση και την ανάπτυξη των υποδομών μεταφοράς και διανομής ρεύματος.
Η πρωτοβουλία επιδιώκει να συγκρατήσει το συνολικό κόστος του συστήματος μέσα από καλύτερη αξιοποίηση των υποδομών και πιο αποδοτικούς τρόπους χρέωσης της χρήσης τους.
Ζητούμενο είναι να δίνονται κίνητρα για κατανάλωση που περιορίζει την πίεση στα δίκτυα, μειώνοντας τις ανάγκες για δαπανηρές επεκτάσεις και διευκολύνοντας την αυξανόμενη χρήση ηλεκτρισμού.
Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσονται η ανάπτυξη έξυπνων δικτύων και μετρητών, η μεγαλύτερη διαφάνεια στις χρεώσεις και φορολογικά μέτρα που θα υποστηρίζουν τον εξηλεκτρισμό.
Στόχος είναι οι αναγκαίες επενδύσεις να συνδυαστούν με αποδοτικότερη λειτουργία και δικαιότερη κατανομή του κόστους στους χρήστες.
Η επάρκεια του χειμώνα και οι επενδύσεις μετά το 2030
Η ασφάλεια εφοδιασμού αποτελεί τον δεύτερο κρίσιμο άξονα της συνόδου, με τις παρατεταμένες συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή να διατηρούν υψηλή την αβεβαιότητα. Η συζήτηση καλύπτει τόσο την ετοιμότητα αντιμετώπισης πιθανών διαταραχών τους επόμενους μήνες όσο και τις επιλογές που θα ενισχύσουν μακροπρόθεσμα την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού συστήματος.
Παράλληλα, το πλαίσιο ενεργειακής πολιτικής μετά το 2030 καλείται να δώσει κατεύθυνση στις επενδύσεις των επόμενων ετών, συνδυάζοντας τη μείωση των εκπομπών με την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και την προσιτή ενέργεια.
Στα λοιπά θέματα περιλαμβάνονται οι υποδομές μεταφοράς, η αγορά δικαιωμάτων εκπομπών CO₂, η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων και η βιωσιμότητα της βιομηχανίας καυσίμων. Θα τεθούν επίσης ζητήματα που αφορούν τον ηλεκτρικό εξοπλισμό υψηλής τάσης και τη σταθεροποίηση των αγορών ντίζελ.
Η παρέμβαση της Eurelectric
Στη συζήτηση του Συμβουλίου Υπουργών Ενέργειας παρεμβαίνει και η ευρωπαϊκή βιομηχανία ηλεκτρισμού μέσω της Eurelectric, η οποία με επιστολή της ζητεί συγκεκριμένα μέτρα για την ανακούφιση των καταναλωτών και τον περιορισμό της εξάρτησης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Μέλος της ένωσης είναι η ΔΕΗ, ενώ θέση αντιπροέδρου κατέχει ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ελληνικής επιχείρησης, Γιώργος Στάσσης.
Την επιστολή υπογράφουν ο πρόεδρος της Eurelectric και επικεφαλής της Fortum, Markus Rauramo, και ο γενικός γραμματέας Kristian Ruby. Η ένωση προειδοποιεί ότι η Ευρώπη πληρώνει ξανά την έκθεσή της στα εισαγόμενα καύσιμα, με αυξανόμενους λογαριασμούς, πίεση στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις και κοινωνικές αντιδράσεις που εντείνουν τις απαιτήσεις για κυβερνητική δράση.
Η πρώτη της απαίτηση είναι να αφαιρεθούν από τους λογαριασμούς ηλεκτρισμού τα κόστη που δεν αφορούν την ενέργεια. Ζητεί επίσης οι φόροι και οι επιβαρύνσεις στο ρεύμα να περιοριστούν στο ελάχιστο που επιτρέπει η νομοθεσία, θέτοντας ως βασική αρχή ότι η ηλεκτρική ενέργεια δεν πρέπει να φορολογείται βαρύτερα από το φυσικό αέριο.
Για τον χειμώνα προκρίνει προσωρινά, στοχευμένα και συντονισμένα μέτρα εισοδηματικής ή χρηματοδοτικής στήριξης. Καλεί τις κυβερνήσεις να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία κρατικών ενισχύσεων, συμπεριλαμβανομένων των πλαισίων CISAF και METSAF, ώστε η βοήθεια να φτάσει σε νοικοκυριά και βιομηχανία χωρίς παρεμβάσεις που κατακερματίζουν την ενιαία αγορά.
Η άμεση ανακούφιση συνδέεται, κατά την ένωση, με τη δημιουργία κινήτρων για αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων. Η υψηλή επιβάρυνση του ηλεκτρισμού με φόρους και λοιπές χρεώσεις δυσκολεύει αυτή τη μετάβαση, καθιστώντας λιγότερο ελκυστικές τις ηλεκτρικές λύσεις στη θέρμανση, στις μεταφορές και στην παραγωγή.
«Όχι» στην επιδότηση των μονάδων αερίου
Σαφή αντίθεση εκφράζει η Eurelectric στην επιδότηση του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται στην ηλεκτροπαραγωγή. Η επιστολή κατονομάζει την Ιταλία, προειδοποιώντας ότι η εφαρμογή ενός μηχανισμού ανάλογου με την «ιβηρική εξαίρεση» σε μια περισσότερο διασυνδεδεμένη αγορά μπορεί να στρεβλώσει το διασυνοριακό εμπόριο και να αποδυναμώσει τα επενδυτικά σήματα.
Η κυβέρνηση Μελόνι έχει ανακοινώσει κατ’ αρχήν συμφωνία με την Κομισιόν για μέτρα περιορισμού της επίδρασης του ακριβού αερίου στις τιμές ηλεκτρισμού, με την κοινοποίηση και την αξιολόγηση του σχήματος βάσει των κανόνων κρατικών ενισχύσεων να αποτελούν τα επόμενα βήματα.
Σύμφωνα με τους Financial Times, το υπό διαμόρφωση σχέδιο προβλέπει όριο 59 ευρώ ανά μεγαβατώρα για το αέριο που χρησιμοποιείται στην ηλεκτροπαραγωγή και αποζημίωση της διαφοράς από την τιμή αγοράς, με χρηματοδότηση μέσω επιβαρύνσεων στους καταναλωτές. Ενδεικτικά, με τιμή αγοράς καυσίμου 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, η διαφορά θα ανερχόταν σε 41 ευρώ ανά μεγαβατώρα αερίου.
Η Eurelectric υποστηρίζει ότι ο μηχανισμός της Ισπανίας και της Πορτογαλίας το 2022 ήταν εξαίρεση που δικαιολογήθηκε από την περιορισμένη διασύνδεση της Ιβηρικής. Στην περίπτωση της Ιταλίας, μέρος του οφέλους θα μπορούσε να μεταφερθεί μέσω των εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας στις γειτονικές χώρες, ενώ το κόστος θα παρέμενε στους εγχώριους καταναλωτές ή φορολογουμένους.
Επιπλέον, εκτιμά ότι τα πλαφόν στο κόστος αερίου των ηλεκτροπαραγωγών λειτουργούν ως επιδοτήσεις που ενισχύουν τη ζήτηση του καυσίμου, την ώρα που η Ευρώπη επιδιώκει να την περιορίσει.
Χρεώσεις που επιβραβεύουν την αποδοτική χρήση
Για τα δίκτυα, η ένωση ζητεί τιμολόγια που αντανακλούν το πραγματικό κόστος, με μεγαλύτερη βαρύτητα σε χρεώσεις βάσει ισχύος και διαφοροποίηση ανά προκαθορισμένες χρονικές ζώνες. Προτείνει επίσης τα κίνητρα που σχετίζονται με τη γεωγραφική θέση ενός χρήστη να ενσωματώνονται στις χρεώσεις σύνδεσης και όχι στις επαναλαμβανόμενες χρεώσεις χρήσης του δικτύου.
Η κοινωνική και βιομηχανική πολιτική πρέπει, σύμφωνα με την επιστολή, να χρηματοδοτείται εκτός των τιμολογίων δικτύου, ώστε να αποφεύγεται η μεταφορά κόστους από τη μία κατηγορία χρηστών στην άλλη.
Παράλληλα, η Eurelectric ζητεί οι διαχειριστές να έχουν ισότιμα κίνητρα για ψηφιακές λύσεις και φυσικές υποδομές. Για τις βιομηχανίες που εξηλεκτρίζουν τις δραστηριότητές τους προτείνει προτεραιότητα σύνδεσης, σε συνδυασμό με μακροχρόνιες συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τα γνωστά PPAs.
Εξηλεκτρισμός περίπου 50% έως το 2040
Για τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια, η ένωση ζητεί να κατοχυρωθεί στόχος εξηλεκτρισμού περίπου 50% έως το 2040 στο πλαίσιο πολιτικής μετά το 2030. Επικαλούμενη εκτίμηση της Κομισιόν, αναφέρει ότι η επίτευξη του στόχου εξηλεκτρισμού της Επιτροπής θα μπορούσε να μειώσει τη ζήτηση φυσικού αερίου στην ΕΕ κατά 70%.
Το επιχείρημά της είναι ότι κάθε αντλία θερμότητας, ηλεκτρικό όχημα και βιομηχανική διεργασία που υποκαθιστά ορυκτά καύσιμα με καθαρό ηλεκτρισμό ευρωπαϊκής παραγωγής περιορίζει την εξάρτηση από τις εισαγωγές. Για να προχωρήσει αυτή η αλλαγή, απαιτούνται επενδύσεις σε παραγωγή, δίκτυα, αποθήκευση και ευελιξία, με σταθερούς κανόνες και προσέγγιση ανοικτή σε διαφορετικές τεχνολογίες.
Η Eurelectric στηρίζει τον κλιματικό στόχο του 2040 και μια ουσιαστική, προβλέψιμη τιμή άνθρακα, χωρίς έκτακτες παρεμβάσεις. Ζητεί επίσης εφαρμογή του ETS2 στις μεταφορές και στη θέρμανση, αντί αναβολής ή επαναδιαπραγμάτευσής του, χωρίς να ανοίξουν ξανά οι κανόνες για την επίτευξη των στόχων του 2030.
Τέλος, καλεί τις κυβερνήσεις να εφαρμόσουν τα ήδη συμφωνημένα ευρωπαϊκά εργαλεία και να θωρακίσουν τις κρίσιμες ενεργειακές υποδομές απέναντι σε φυσικές και υβριδικές απειλές. Με αναφορές σε σαμποτάζ υποθαλάσσιων καλωδίων, περιστατικά με drones και κυβερνοεπιθέσεις, υπογραμμίζει ότι η στροφή στον ηλεκτρισμό πρέπει να συνοδευτεί από επαρκή προστασία του συστήματος που θα τη στηρίξει.
Διαβάστε επίσης:
Στα ύψη η χονδρική τιμή ρεύματος τον Οκτώβριο – «Στροφή» στα μπλε τιμολόγια