Αρχαιολόγοι του CSIC αποκάλυψαν στη Γουαρένια ένα χάλκινο άρμα τύπου ετρουσκικής τεχνοτροπίας, μαζί με ελληνικά κεραμικά και άλλα πολύτιμα αντικείμενα, τεκμήρια των ταρτησιακών εμπορικών δικτύων πριν από 2.500 χρόνια.
Μέσα στον τύμβο Casas del Turuñuelo, στην περιοχή Vegas Altas του Γουαδιάννα, η όγδοη ανασκαφική περίοδος του προγράμματος «Χτίζοντας τον Ταρτησσό» έφερε στο φως ένα μοναδικό χάλκινο άρμα χωρίς γνωστό αντίστοιχο στην Ιβηρική χερσόνησο. Το αντικείμενο διαθέτει κιβώτιο με ανάγλυφες μορφές και συγκεκριμένα τον Αχελώο στο μπροστινό μέρος, γρύπες στα πλάγια και ανθρώπινες μορφές στα άκρα, και εδράζεται σε διακοσμημένους τροχούς.
«Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα», ανέφερε η Εστέρ Ροδρίγκεθ, επικεφαλής των ανασκαφών. Το άρμα εντοπίστηκε στον νότιο τομέα του κτιρίου, που ερευνάται από το 2015, ενώ οι μοναδικές γνωστές παραλληλίες του εντοπίζονται στον ετρουσκικό πολιτισμό της κεντρικής Ιταλίας (8ος–5ος αι. π.Χ.).
Το εύρημα ενισχύει την υπόθεση ότι έφτασε στην Ιβηρική μέσω μεσογειακών δικτύων ανταλλαγών, ενώ πιθανόν συνδέεται με τελετουργικά συμπόσια, καθώς βρέθηκε κοντά σε χώρο όπου φαίνεται να πραγματοποιήθηκε ένα τελευταίο γεύμα πριν τη σφράγιση του κτιρίου.
Παράλληλα, εντοπίστηκαν εισαγόμενα αντικείμενα από την Ελλάδα, την Αίγυπτο και την Ανατολική Μεσόγειο, όπως αττική κεραμική, αιγυπτιακό αλάβαστρο και ελεφαντοστά με διακοσμήσεις, που διευρύνουν την εικόνα των εξωτερικών επαφών του Ταρτησσού.
Η εκστρατεία του 2026 έδωσε επίσης νέα στοιχεία για το ίδιο το κτίριο, με νέους χώρους και ευρήματα όπως μαγκάλια και χάλκινο λέβητα, ενώ οι ερευνητές συνεχίζουν την ανάλυση των δεδομένων στο εργαστήριο.
Δέκα χρόνια ανασκαφών και μια δεύτερη φάση μπροστά
Ο αρχαιολογικός χώρος των Casas del Turuñuelo μετρά ήδη μια δεκαετία ευρημάτων που έχουν αναδιαμορφώσει την εικόνα του Ταρτησσού. Το 2017 καταγράφηκαν τα κατάλοιπα της μεγαλύτερης ζωοθυσίας που είναι γνωστή στη δυτική Μεσόγειο. Το 2023 εντοπίστηκαν οι πρώτες ανθρώπινες παραστάσεις αυτής της κουλτούρας.
Ένα χρόνο αργότερα, μια πλάκα σχιστόλιθου με σκηνές πολεμιστών και ένα αλφάβητο σε νοτιοπαλαιοϊβηρική γραφή πρόσθεσαν μια ακόμη διάσταση στο σύνολο των δεδομένων. Και το 2025, ο χώρος έφερε στο φως το αρχαιότερο ελληνικό μαρμάρινο βωμό της δυτικής Μεσογείου.
Με την ανασκαφική περίοδο να έχει ολοκληρωθεί, το έργο περνά τώρα στη φάση του εργαστηρίου. Η συντήρηση, η τεκμηρίωση και η ανάλυση των αντικειμένων πραγματοποιούνται στο Τμήμα Συντήρησης, Αποκατάστασης και Επιστημονικών Μελετών της Αρχαιολογικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς (SECYR) του Αυτόνομου Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, που συνεργάζεται με το πρόγραμμα από την αρχή του.
«Η δεύτερη φάση κάθε αρχαιολογικής ανασκαφής είναι απαραίτητη. Τώρα ξεκινά μια κρίσιμη δουλειά που θα μας επιτρέψει να κατανοήσουμε καλύτερα τη λειτουργία των χώρων, τις εμπορικές σχέσεις και, τελικά, τη ζωή όσων έζησαν εδώ», τόνισε η Ροδρίγκεθ.
Στο έργο συμμετέχουν σχεδόν τριάντα φορείς και περίπου εκατό ερευνητές από την Ισπανία και το εξωτερικό.
Διαβάστε επίσης