Ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, υποδέχθηκε προσωπικά - σπάζοντας το πρωτόκολλο - τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ, στις ΗΠΑ, στο πλαίσιο της διήμερής επίσκεψής του για τη μεταξύ τους Σύνοδο Κορυφής. Η υποδοχή ήταν μεγαλοπρεπής, δείχνοντας πως πρόκειται για κορυφαία παγκόσμια στιγμή, ωστόσο τα αποτελέσματα δεν αναμένεται να είναι της ίδιας κλίμακας.
Σε μια ασυνήθιστη κίνηση, ο Τραμπ μετέβη στη βάση Joint Base Andrews - εν μέσω ισχυρών ανέμων - για να υποδεχθεί τον Σι στη βάση της σκάλας του αεροσκάφους του. Συνομίλησαν, παρουσία των συζύγων τους, προτού περπατήσουν, πλάι-πλάι, στο κόκκινο χαλί.
Υπήρξε και μια μικρή αναποδιά στο τελετουργικό, όταν ένα τζετ επίδειξης κινήθηκε προκαλώντας εκκωφαντικό θόρυβο. Ο Τραμπ ενοχλήθηκε και δεν μπόρεσε να σταματήσει τον μορφασμό του.
Όπως γράφει το CNN, παρά τη μεγαλοπρέπεια, η σύνοδος δεν αναμένεται να οδηγήσει σε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Αναμένεται να ολοκληρωθεί χωρίς κάποια συμφωνία, όπως εκείνες που υπογράφονταν τη δεκαετία του 1980. Σε έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό, τα πεδία συζήτησης σήμερα αφορούν στο θέμα της τεχνητής νοημοσύνης και την αμοιβαία διαφάνεια ΗΠΑ και Κίνας σχετικά με τις τεχνολογικές τους βιομηχανίες.
Υπάρχει πάντα η πιθανότητα η Σύνοδος να επιφυλάσσει εκπλήξεις - αν και αυτό απαιτεί ο Σι να παραγκωνίσει τα παραδοσιακά κινεζικά πρότυπα περί διπλωματικών συμφωνιών - αλλά οι ειδικοί το κρίνουν ως σχεδόν απίθανο.
Στην πραγματικότητα, λοιπόν, ένα θετικό αποτέλεσμα θα περιοριζόταν σε δευτερεύουσες δεσμεύσεις.
Μπορεί να ανακοινωθεί παράταση της διμερούς εμπορικής εκεχειρίας, να γίνουν νέες προσπάθειες για τη διασφάλιση της σταθερότητας στις σχέσεις Ουάσιγκτον-Πεκίνου αλλά και να ληφθούν μερικές, περιορισμένης κλίμακας, πρωτοβουλίες σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, τη διακίνηση φεντανύλης, το εμπόριο και την αποφυγή στρατιωτικών συγκρούσεων.
Γιατί είναι τόσο χαμηλές οι προσδοκίες
Το ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό του χάσματος που χωρίζει τις δύο μεγάλες δυνάμεις.
Κάθε πλευρά πιστεύει ότι μπορεί να επικρατήσει και αμφότερες αντιλαμβάνονται τη σημασία της αναμέτρησης των δυνάμεών τους: «Όποιος κερδίσει στην τεχνητή νοημοσύνη, κερδίζει τα πάντα» παραδέχθηκε, ειλικρινά, ο Τραμπ.
Και οι δύο πλευρές, πάντως, αντιτίθεται στον ορισμό ουσιαστικών περιορισμών, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης.
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Κίνα υστερεί στην κούρσα και δεν θα δεχόταν να επιβραδύνει, από κοινού με άλλους, την ανάπτυξη του κλάδου. Συνήθως, το Πεκίνο εκλαμβάνει κάθε φρένο στην τεχνολογική της ανάπτυξης ως ακόμα ένα εργαλείο στην προσπάθεια καταπίεσης της δυναμικής της.
Ο ίδιος ο χαρακτήρας του Σι, που ενεργεί πάντα βάσει πρωτοκόλλου, δεν δίνει περιθώρια ελπίδας περί αυθόρμητων συμφωνιών με τον λάτρη του αυτοσχεδιασμού Τραμπ.
Η πτώση της δημοτικότητας του Τραμπ, εν μέσω του κινδύνου σύρραξης με το Ιράν, ενδέχεται να πλήξει το παγκόσμιο κύρος του. Πέρυσι διαπίστωσε ότι οι κινεζικές απειλές για διακοπή των εξαγωγών σπάνιων γαιών προς τις ΗΠΑ θα μπορούσαν να τορπιλίσουν την εμπορική του επίθεση.
Και μπορεί ο Σι να μην ανησυχεί για την οργή των ψηφοφόρων, σε ένα ολοκληρωτικό κράτος που προστατεύει αμείλικτα την εσωτερική εξουσία, έρχεται όμως αντιμέτωπος με κρίση στον κλάδο των ακινήτων και οικονομικά προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας του.
Ακόμα, ο Τραμπ επενδύει στη δημιουργία προσωπικών σχέσεων με τους ξένους ηγέτες, πιστεύοντας πως θα διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις παγκόσμιες υποθέσεις. Και, πράγματι, τέτοιοι δεσμοί θα μπορούσαν να αποδειχθούν σημαντικοί.
Ο Λάιλ Γκόλντστεϊν, ανώτερος ερευνητής και διευθυντής του Προγράμματος για την Ασία στο think tank «Defense Priorities», χαρακτήρισε τις συναντήσεις «θετική εξέλιξη», επισημαίνοντας ότι η προσωπική διπλωματία μεταξύ του Σι και του Τραμπ συνέβαλε στη σταθεροποίηση της σχέσης και στην αποκλιμάκωση των στρατιωτικών εντάσεων, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος της Ταϊβάν.
Ο Τραμπ επενδύει στις προσωπικές σχέσεις αλλά ο Σι είναι δοσμένος στο πρωτόκολλο
Ωστόσο, ο Αμερικανός έχει φτάσει σε νέα επίπεδα την πεποίθηση ότι ο ίδιος είναι αναντικατάστατος, όπως επισημαίνει το αμερικανικό μέσο στην ανάλυσή του. Χαρακτηριστικές οι συχνές δηλώσεις του περί του «φίλου» του Σι και της μεταξύ τους σχέσης.
Η επιμονή του Αμερικανού προέδρου να προστατεύει αυτό που - ο ίδιος - θεωρεί προσωπικούς δεσμούς με ηγέτες, τον οδηγεί ενίοτε στο να αναζητά δικαιολογίες για λογαριασμό τους. Τον Ιούλιο, για παράδειγμα, όταν ρωτήθηκε σχετικά με τις καταγγελίες περί κινεζικής παρέμβασης στις εκλογές του 2020, δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Κάνουμε κι εμείς πράγματα σε αυτούς, δεν είναι μονόδρομος».
Επίσης, ο πρόεδρος υποβάθμισε τους ισχυρισμούς ότι το Πεκίνο παρείχε στο Ιράν δορυφορικές εικόνες βάσης στην Ιορδανία, πριν η Τεχεράνη εξαπολύσει επίθεση κατά αμερικανικών στρατευμάτων. Η Κίνα διέψευσε το σχετικό δημοσίευμα της Wall Street Journal.
Ο Κινέζος ηγέτης σπάνια ανταποδίδει την προσωπική θέρμη του Τραμπ, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι ακολουθεί μια μακροπρόθεσμη διπλωματική στρατηγική. Πρώην αξιωματούχοι έχουν επισημάνει ότι ο Σι είναι πιο πρόθυμος να συμμετάσχει σε αυθόρμητες συζητήσεις κατ' ιδίαν, σε σύγκριση με τον προκάτοχό του, Χου Τζιντάο. Ωστόσο, εξακολουθεί να δεσμεύεται από τα πρωτόκολλα του Κομμουνιστικού Κόμματος και τις επιφυλακτικές διπλωματικές πρακτικές του.
Επίσης, αποφεύγει επιδεικτικά την υπερβολική κολακεία που επιστρατεύουν άλλοι ηγέτες στην προσπάθειά τους να κερδίσουν την εύνοια του Τραμπ.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
ΒΟΑΚ: Σε αναβρασμό η Κρήτη για τις απαλλοτριώσεις – Παρέμβαση των Δικηγορικών Συλλόγων
Ηράκλειο - Κτηματολόγιο: Τέλος χρόνου για τις διορθώσεις στα παλαιά όρια του δήμου