Σε πρωτοφανές φιάσκο εξελίχθηκε η προγραμματισμένη εκτέλεση της 50χρονης Κρίστα Γκέιλ Πάικ στο Τενεσί των ΗΠΑ, καθώς η κατάδικος παρέμεινε ζωντανή παρά τη χορήγηση δύο δόσεων θανατηφόρων φαρμάκων, με αποτέλεσμα να διακομιστεί εσπευσμένα σε νοσοκομείο για την παροχή ιατρικής φροντίδας και τον κυβερνήτη της Πολιτείας να διατάσσει την άμεση αναστολή όλων των εκτελέσεων.
Το χρονικό της αποτυχημένης εκτέλεσης
Η διαδικασία στη φυλακή υψηλής ασφαλείας Riverbend στο Νάσβιλ ήταν αρχικά προγραμματισμένη για τις 10:00 το πρωί (τοπική ώρα) της Τετάρτης.
Ωστόσο, καθυστέρησε για ώρες λόγω προσωρινής διαταγής αναστολής που εξέδωσε το 6ο Ομοσπονδιακό Εφετείο των ΗΠΑ.
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ανέτρεψε την απόφαση λίγο πριν τις 18:00 το απόγευμα (τοπική ώρα), ανοίγοντας τον δρόμο για τη θανατηφόρα ένεση — την πρώτη εκτέλεση γυναίκας στο Τενεσί έπειτα από περισσότερα από 200 χρόνια.
Δημοσιογράφοι που παρίσταντο ως μάρτυρες περιέγραψαν ότι οι κουρτίνες του θαλάμου εκτελέσεων άνοιξαν στις 19:26, όταν η Πάικ τραγούδησε ένα τραγούδι μαζί με τον πνευματικό της σύμβουλο και εκφώνησε τα τελευταία της λόγια.
Λίγες στιγμές αργότερα, η Πάικ ακούστηκε να λέει ότι ένιωθε το χέρι της «έτοιμο να σκάσει», ενώ κλωτσούσε επανειλημμένα τα πόδια της.
Στις 19:46, οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι έκλεισαν την κουρτίνα της αίθουσας παρακολούθησης, για να την ανοίξουν ξανά τρία λεπτά αργότερα. Εκείνη την ώρα, η Πάικ ακουγόταν να ροχαλίζει δυνατά.
Η κουρτίνα έκλεισε εκ νέου στις 20:06, με το ροχαλητό της να συνεχίζεται να ακούγεται πίσω από το ύφασμα μέχρι τις 20:53, οπότε και διακόπηκε η λειτουργία του μικροφώνου και ζητήθηκε από τους δημοσιογράφους να αποχωρήσουν.
Παρά τη χορήγηση δύο δόσεων πεντοβαρβιτάλης —του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου βάσει της νομοθεσίας του Τενεσί— η Πάικ δεν κατέληξε.
«Είναι ζωντανή και ροχαλίζει»
«Είναι ζωντανή και ροχαλίζει», δήλωσε αμέσως μετά την αποτυχημένη διαδικασία η δικηγόρος της, Κέλι Γκλίσον.
Σε μεταγενέστερη, αυστηρή ανακοίνωσή της, η υπεράσπιση της κατάδικου εξαπέλυσε επίθεση στις αρχές της πολιτείας του Τενεσί.
«Απόψε, η Πολιτεία του Τενεσί απέτυχε για άλλη μια φορά να εκτελέσει μια νόμιμη ποινή. Δεν διακατεχόμαστε από καμία ικανοποίηση που επιβεβαιωθήκαμε, όμως οι ανησυχίες που είχε εγείρει η κ. Πάικ αποδείχθηκαν αληθινές: δυσκολία πρόσβασης στις φλέβες, κατεστραμμένες φλέβες, αλλοιωμένη πεντοβαρβιτάλη, απουσία επείγουσας ιατρικής φροντίδας όταν τα πράγματα αναπόφευκτα πάνε στραβά, όλα αυτά υπό ένα πρωτόκολλο που παραμένει καλυμμένο από μυστικότητα».
Παράλληλα, η νομική ομάδα εξέδωσε ανακοίνωση αναφέροντας: «Η Κρίστα νοσηλεύεται σε κοντινό νοσοκομείο. Δεν έχουμε ενημερωθεί για την κατάστασή της».
Η δικηγόρος Έιμι Χάργουελ υπέβαλε κατεπείγουσα προσφυγή στο Περιφερειακό Δικαστήριο των ΗΠΑ για την Ανατολική Περιφέρεια του Τενεσί και στο Ανώτατο Δικαστήριο, ζητώντας την άμεση διακοπή της διαδικασίας.
Στην προσφυγή τους σημείωναν: «Η κ. Πάικ δεν έχει χάσει τις αισθήσεις της, έχει ακόμα σφυγμό και ροχαλίζει», υποστηρίζοντας ότι η θανατοποινίτης βρισκόταν σε «περιττή αγωνία» και ότι η «κακοτεχνία» συνιστούσε σκληρή και ασυνήθιστη τιμωρία.
Τόνισαν επίσης ότι το Σωφρονιστικό Τμήμα όφειλε να λάβει μέτρα διάσωσης, σημειώνοντας πως «η παράλειψη παροχής τέτοιας φροντίδας συνιστά εσκεμμένη αδιαφορία για νόμιμες, σοβαρές ιατρικές ανάγκες».
Ο ομοσπονδιακός δικαστής Κλίφτον Λ. Κόρκερ επιβεβαίωσε στη συνέχεια ότι «το ιατρικό προσωπικό ξεκίνησε να παρέχει ιατρική φροντίδα όπως ζητήθηκε στην προσφυγή».
Από την πλευρά του, το Σωφρονιστικό Τμήμα του Τενεσί υπερασπίστηκε τις ενέργειές του.
Η εκπρόσωπος Ντορίντα Κάρτερ ανέφερε μέσω email στην εφημερίδα The Tennessean: «Το Σωφρονιστικό Τμήμα του Τενεσί ακολούθησε κάθε βήμα του νόμιμου, θεσμοθετημένου πρωτοκόλλου εκτέλεσης της Πολιτείας, το οποίο έχει εγκριθεί από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Η χημική ουσία της θανατηφόρας ένεσης στο πρωτόκολλο είναι σταθερά αποτελεσματική και το πρωτόκολλο δεν προβλέπει πρόσθετες διαδικασίες πέραν αυτών που πραγματοποιήθηκαν απόψε».
Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε, η αναστάτωση ήταν έκδηλη.
«Έχουμε πολλές ερωτήσεις και το Σωφρονιστικό Τμήμα οφείλει να δώσει πολλές απαντήσεις στο κοινό», δήλωσε ένας δημοσιογράφος, ενώ η Τόρι Γκέσνερ, ρεπόρτερ του δικτύου WKRN με εμπειρία σε καλύψεις εκτελέσεων, υπογράμμισε: «Τίποτα από όσα συνέβησαν σήμερα δεν ήταν φυσιολογικό ή συνηθισμένο».
«Πάγωσαν» όλες οι εκτελέσεις
Μετά την εξέλιξη αυτή, ο κυβερνήτης του Τενεσί, Μπιλ Λι, ανακοίνωσε την αναστολή όλων των προγραμματισμένων εκτελέσεων για το τρέχον έτος και διέταξε τη διενέργεια ανεξάρτητης, ολοκληρωμένης έρευνας για τα αίτια του φιάσκου.
«Η εφαρμογή μιας νόμιμα επιβληθείσας ποινής είναι μεταξύ των σοβαρότερων ευθυνών της Πολιτείας, και οι πολίτες του Τενεσί περιμένουν να γίνεται με τρόπο που δεν είναι μόνο νόμιμος και συνταγματικός, αλλά και αποτελεσματικός», δήλωσε ο Λι.
Ειδικός επί της θανατικής ποινής χαρακτήρισε το συμβάν ως πρωτοφανή αποτυχία.
Το άγριο έγκλημα του 1995
Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Κέντρο για τη Θανατική Ποινή του Πανεπιστημίου Κορνέλ, η Πάικ υπήρξε θύμα παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης, πολλαπλών βιασμών και είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει όταν ήταν 12 ετών.
Στα 17 της, ένας άγνωστος την άρπαξε από την άκρη του δρόμου και τη βίασε — ένα έγκλημα για το οποίο δεν συνελήφθη ποτέ κάποιος ύποπτος.
Σχεδόν έναν χρόνο μετά τον βιασμό της, σε ηλικία 18 ετών, η Πάικ καταδικάστηκε τον Μάρτιο του 1996 για τη στυγερή δολοφονία της 19χρονης Κολίν Σλέμερ, συμφοιτήτριάς της στη σχολή Job Corps του Νοξβίλ, την οποία επιτέθηκε μαζί με τον τότε σύντροφό της, Ταντάριλ Σιπ, και τη Σαντόλα Πίτερσον λόγω ζηλοτυπίας.
Το ζευγάρι παρασύροντας τη Σλέμερ σε δασώδη περιοχή, τη βασάνισε μέχρι θανάτου για 30 έως 60 λεπτά. Χάραξαν πεντάλφα στο στήθος της, ενώ η Πάικ της έκοψε κομμάτι από το κρανίο ως «σουβενίρ».
Η Πάικ καταδικάστηκε σε θάνατο, ο Σιπ σε ισόβια με δυνατότητα αποφυλάκισης, ενώ η Πίτερσον έλαβε αναστολή ως συνεργάσιμη μάρτυρας.
Η Πάικ δεν αρνήθηκε την ενοχή της, αλλά οι συνήγοροί της ζητούσαν επιείκεια επικαλούμενοι το νεαρό της ηλικίας της κατά τη διάπραξη του εγκλήματος, την ψυχική νόσο από την οποία έπασχε χωρίς να λαμβάνει θεραπεία, καθώς και το βαρύ τραύμα που κουβαλούσε από την παιδική της ηλικία.
Σε δήλωσή της που περιλαμβανόταν στην αίτηση απονομής χάριτος, η ίδια είχε αναφέρει: «Ήμουν ένα ψυχικά ασθενές 18χρονο παιδί. Μου πήρε πολλά χρόνια για να συνειδητοποιήσω καν τη σοβαρότητα αυτού που έκανα. Ακόμα περισσότερα για να αποδεχτώ πόσες ζωές επηρέασα. Πήρα τη ζωή του παιδιού, της αδελφής, της φίλης κάποιου. Με αηδιάζει τώρα που σκέφτομαι ότι είχα την ικανότητα να διαπράξω ένα τέτοιο έγκλημα».
Ο συνήγορος Στίβεν Φέρελ υποστήριξε επίσης ότι η σύγχρονη επιστήμη γνωρίζει πλέον περισσότερα για την ανάπτυξη του εφηβικού εγκεφάλου.
Παρ’ όλα αυτά, ο κυβερνήτης Μπιλ Λι είχε αρνηθεί να παρέμβει, ανακοινώνοντας ότι δεν θα απένειμε χάρη.
Πριν από τη διαδικασία της Τετάρτης, η Πάικ αρνήθηκε να επιλέξει το «τελευταίο γεύμα» που δικαιούνταν βάσει του νόμου, αν και οι αρχές είχαν προγραμματίσει να της παράσχουν φαγητό πριν από την απόπειρα εκτέλεσης.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Υπόθεση Μαζωνάκη: Παίρνει αποστάσεις ο 58χρονος γιατρός από τη σύζυγό του
Πολυτεχνείο Κρήτης: Απονομή πιστοποιητικών επιμόρφωσης για Αγιογραφία και Ζωγραφική