Ο γερο-βοσκός ανακάθισε στο ψηλό κοτρόνι που είχε για κάθισμα, αγκάλιασε με το βλέμμα του το κοπάδι που έβοσκε απλωμένο στην καταπράσινη πλαγιά, έβγαλε να φάει κι αυτός το λιτό του κολατσιό.
Ο περαστικός στάθηκε μπροστά του απορημένος και ρώτησε:
- Ψωμί κι ελιές μονάχα; Στην εποχή μας με τόσα καλά; Και με τόσο κοπάδι που βλέπω εδώ; Πώς και τη βγάζεις τόσο φτωχικά;
- Μέρα Παρασκευή σήμερα, παιδί μου, απάντησε ήσυχα ο βοσκός. Δεν χάλασα τη νηστεία μου ποτέ, ούτε και τον καιρό του ’40, στις παγωνιές, στην πείνα, στην κακουχία, στον πόλεμο. Θα τη χαλάσω τώρα που δεν μας λείπει τίποτε;
Αυτή ήταν η ανίκητη ψυχή του Έλληνα, η ψυχή του ’40, τότε που ο χειρότερος εχθρός του δεν ήταν οι σφαίρες, αλλά το κρύο και η πείνα. «Ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς εκείνη τη χρονιά. Δυστυχώς ήταν πάρα πολύ κρύο, ήταν πάρα πολλά χιόνια και οι στρατιώτες, ζώντας μέσα σε τόσο χιόνι συνέχεια, πάθαιναν κρυοπαγήματα».
Τα προκεχωρημένα τμήματα, λόγω της ταχείας προέλασης, απο-κόπτονταν συχνά από τα κέντρα τροφοδοσίας τους μία και δύο βδομά-δες πολλές φορές, χωρίς τροφή και άλλα εφόδια.
Θυμούνται και διηγούνται φριχτά πράγματα οι επιζήσαντες.
«Περπατάγαμε, περπατάγαμε έξι-εφτά μέρες συνέχεια, ούτε φαΐ, ούτε νερό, ούτε τίποτα… Αυτός που μας έφερνε τα τρόφιμα, ερχόταν με 10-12 μουλάρια φορτωμένα. Τα ζώα δεν είχανε να φάνε, ψοφά-γανε. Ψόφησαν όλα. Τί να κάνει; Παίρνει λοιπόν ένα τσουβάλι και βάζει μέσα πέντε κουραμάνες, τσιγάρα, κονιάκ, ελιές, σταφίδες, όσο μπο-ρούσε να σηκώσει. Περπάταγε, εύρισκε μια μονάδα, ρωτούσε: Πού εί-ναι το τάδε σύνταγμα; Του λέγανε: Στο τάδε μέρος. Ώσπου να ’ρθει ε-κεί, εμείς προχωράγαμε. Έκανε εφτά μέρες να μας φέρει να φάμε».
«Φορτωθήκαμε τις κάσες, τα πυρομαχικά, και δώστου λοιπόν πάλι, φτάσαμε στην Π… Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Ο εφοδια-σμός είχε κοπεί τελείως. Πείνα και τίποτε άλλο. Σαν Χριστούγεννα που ήταν, ο λοχαγός μάς έδωσε ένα κομμάτι ψωμί όσο είναι το αντίδωρο και ένα κομμάτι χαλβά, κι αυτό σαν αντίδωρο. Και ένα μικρό κουτί σο-λομό, είχε μέσα ένα ψαράκι. Αυτή ήταν η τροφοδοσία μας για 15 μέ-ρες».
Μα η πείνα δεν ήταν το μόνο κακό. Είχε σύμμαχο το κρύο. Τα άρ-βυλα των στρατιωτών έλειωναν, χωρίς να υπάρχει τρόπος αντικατά-στασης. Περπατούσαν ξυπόλυτοι στα χιόνια. Τα κρυοπαγήματα ήταν στην ημερήσια βάση. Οι πιο πολλοί έχασαν τα πόδια τους. «Το πώς α-ντέξαμε και γυρίσαμε πίσω, μόνο ο Θεός το ξέρει».
«Φεύγανε τα πέταλα από κάτω, έφευγε η σόλα και πατάγανε στα χιόνια γυμνά τα πόδια και όπου πατάγανε, έβλεπες αίμα στις πατημασιές. Είχανε σκάσει τα πόδια από κάτω και όλοι παθαίνανε κρυοπαγήματα».
«Είχα τρία ζευγάρια κάλτσες, σόλα από κάτω δεν υπήρχε. Είχανε λειώσει… Και πήγαμε μέχρι το Τεπελένι, από κάτω δεν υπήρχε στο πο-δάρι τίποτα. Τρία ζευγάρια κάλτσες από τους αστραγάλους και πάνω, κάτω δεν υπήρχε τίποτε, λειώσανε και δεν είχαμε παπούτσια…
Με βάλανε στο κρεβάτι, έρχεται ο γιατρός, κοιτάει τα πόδια, τρά-βηξε να βγάλει τη γάζα, η γάζα είχε κολλήσει επάνω. Παίρνει μια λαβίδα και τραβάει και φεύγουν και τα πέντε δάχτυλα πάνω στη λαβίδα».
Μόνο η ψυχή που έχει πίστη στον Θεό και γαλουχείται με την α-σκητική παράδοση της Εκκλησίας μας, αντέχει σε τέτοιες, όντως ανυ-πέρβλητες, δοκιμασίες.
Απέμεινε τίποτε από αυτά σε μας, την καλομαθημένη γενιά, σήμερα;
Τί θα κάνουμε άραγε, αν μας τύχουν παρόμοια;
Καλή, ευλογημένη εβδομάδα!
* Πατήρ Δημήτριος Μπόκος - ιερέας
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του ekriti.gr
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η Φυσική Αποκάλυψη. Του πατρός Δημητρίου Μπόκου*