Στη σημασία της επιστημονικής γνώσης και έρευνας για την ενίσχυση της ποιότητας, της ανταγωνιστικότητας και της προστιθέμενης αξίας του ελληνικού ελαιολάδου αναφέρθηκε ο Υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γιάννης Ανδριανός, στον χαιρετισμό του στο επιστημονικό Συνέδριο «Η Επιστήμη του Ελαιολάδου – Ποιότητα, Καινοτομία, Βιωσιμότητα», που διοργάνωσαν στο Ηράκλειο το Περιφερειακό Τμήμα Κρήτης της Ένωσης Ελλήνων Χημικών και το Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Ο κ. Ανδριανός τόνισε ότι βασικό ζητούμενο είναι «να μετατρέψουμε το δεδομένο πλεονέκτημα της ποιότητας του ελληνικού ελαιολάδου σε ακόμη μεγαλύτερη αξία», μέσα από την επιστημονική τεκμηρίωση της ποιότητας, την πιστοποίηση της προέλευσης και των χαρακτηριστικών του, την προστασία της αυθεντικότητας και την ισχυρότερη παρουσία του στις διεθνείς αγορές.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη σημασία της επιστημονικής τεκμηρίωσης και για την προάσπιση των ελληνικών προϊόντων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, επισημαίνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την Κορωνέικη ποικιλία, μια από τις σημαντικές ποικιλίες για την ελληνική ελαιοπαραγωγή, και τις πρόσφατες θετικές εξελίξεις ως προς τα διεθνή πρότυπα για τα όρια των ολικών στερολών. Συγκεκριμένα, η πρόσφατη αναθεώρηση του διεθνούς εμπορικού προτύπου του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας διατήρησε, εν αναμονή περαιτέρω επιστημονικών μελετών, το ειδικό ελάχιστο όριο των 800 mg/kg για τα μονοποικιλιακά εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα Κορωνέικης, αντί του γενικού ορίου των 1.000 mg/kg, ενώ παράλληλα ήρε τον χρονικό περιορισμό που είχε τεθεί για την παρέκκλιση.
Παράλληλα, υπογράμμισε τον ρόλο της έρευνας στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, στην ορθολογικότερη χρήση του νερού και στη φυτοπροστασία, σημειώνοντας ότι για τη δακοκτονία η προμήθεια των αναγκαίων υλικών έχει για πρώτη φορά σχεδιαστεί σε πολυετή βάση για την περίοδο 2026–2028, ώστε να υπάρχει έγκαιρη διαθεσιμότητα, καλύτερος προγραμματισμός και δυνατότητα αποθέματος για έκτακτες ανάγκες με τις σχετικές συμβάσεις να έχουν ήδη υπογραφεί και τις παραδόσεις να έχουν ξεκινήσει.
Κλείνοντας, ο Υφυπουργός τόνισε ότι η περαιτέρω ανάπτυξη της ελληνικής ελαιοκομίας απαιτεί σταθερή συνεργασία μεταξύ Πολιτείας, επιστημονικής κοινότητας, παραγωγών, συνεταιρισμών, ελαιοτριβείων και επιχειρήσεων τυποποίησης και εξαγωγής, ώστε η γνώση και η έρευνα να μετατρέπονται σε απτά οφέλη για την παραγωγή και την ελληνική οικονομία.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ