Μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ανθρώπινης παρέμβασης που οδήγησε σε σοβαρές οικολογικές συνέπειες καταγράφεται στην Αυστραλία, όπου η εισαγωγή ευρωπαϊκών κουνελιών εξελίχθηκε σε ένα πρόβλημα που οι αρχές δυσκολεύονται να ελέγξουν μέχρι σήμερα.
Αυτό που ξεκίνησε ως μια επιλογή για την ψυχαγωγία των κυνηγών μετατράπηκε σε απειλή για τη γεωργία, τη φυσική βλάστηση και την ισορροπία των οικοσυστημάτων.
Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για τουλάχιστον 150 εκατομμύρια άγρια κουνέλια που ζουν σήμερα στην αυστραλιανή ήπειρο. Τα ζώα καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες φυτικής τροφής, ανταγωνίζονται τα ντόπια είδη και προκαλούν σημαντικές ζημιές σε καλλιέργειες και βοσκοτόπια. Η αντιμετώπισή τους απαιτεί διαρκείς προσπάθειες, καθώς οι πληθυσμοί τους μπορούν να ανακάμπτουν ακόμη και μετά από εκτεταμένες επιχειρήσεις περιορισμού.
Η ιστορία, πάντως, είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τη σημερινή κρίση. Κουνέλια είχαν μεταφερθεί στην Αυστραλία ήδη από το 1788, με τον πρώτο βρετανικό στόλο. Το καθοριστικό γεγονός σημειώθηκε τα Χριστούγεννα του 1859, όταν ο Thomas Austin, Άγγλος γαιοκτήμονας που ζούσε στην πολιτεία της Βικτώριας, απελευθέρωσε 13 άγρια κουνέλια στην ιδιοκτησία του, στο Barwon Park. Σκοπός του ήταν να μπορεί να τα κυνηγά με τους φίλους του, όπως έκανε κανείς στην πατρίδα του.
Η ανεξέλεγκτη εξάπλωση και οι επιπτώσεις στο περιβάλλον
Η αναπαραγωγή των κουνελιών και η απουσία επαρκών φυσικών περιορισμών επέτρεψαν στον πληθυσμό τους να αυξηθεί εντυπωσιακά μέσα σε λίγα χρόνια. Μέσα σε μόλις επτά χρόνια, κυνηγοί είχαν σκοτώσει ήδη 14.000 κουνέλια στην ιδιοκτησία του Austin. Η εξάπλωση, όμως, δεν περιορίστηκε στο συγκεκριμένο κτήμα, καθώς τα ζώα άρχισαν να καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερες εκτάσεις.
Το 1880 είχαν περάσει στη Νέα Νότια Ουαλία, διασχίζοντας τον ποταμό Μάρεϊ. Ακολούθησε το Κουίνσλαντ το 1886 και η Δυτική Αυστραλία το 1894. Μέσα σε λιγότερες από τέσσερις δεκαετίες, τα κουνέλια είχαν εξαπλωθεί σε τεράστιες αποστάσεις, ενώ τις επόμενες δεκαετίες η παρουσία τους επεκτάθηκε σχεδόν σε ολόκληρη την ήπειρο.
Οι συνέπειες έγιναν αισθητές τόσο στη φυσική βλάστηση όσο και στην αγροτική παραγωγή. Τα κουνέλια κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες αυτοφυών φυτών, βοσκοτόπων και καλλιεργειών, περιορίζοντας παράλληλα την τροφή που ήταν διαθέσιμη για άλλα είδη. Η απώλεια της φυτικής κάλυψης άφηνε επιπλέον το έδαφος εκτεθειμένο στη διάβρωση, επιτείνοντας την υποβάθμιση των εδαφών.
Μπροστά στην έκταση του προβλήματος, οι αρχές στράφηκαν σε τεχνικές λύσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την κατασκευή εκτεταμένων φραχτών για να ανακόψουν την εξάπλωση των ζώων. Ένα από τα πιο γνωστά έργα ήταν ο φράχτης μήκους 3.256 χιλιομέτρων στη Δυτική Αυστραλία, που κατασκευάστηκε από το 1901 έως το 1907 και διέσχιζε την πολιτεία από βορρά προς νότο.
Τα εμπόδια αυτά, ωστόσο, δεν κατάφεραν να δώσουν οριστική λύση. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα κουνέλια είχαν ήδη εγκατασταθεί στις περιοχές που επιχειρούσαν να προστατεύσουν οι αρχές, ενώ άλλα περνούσαν μέσα από ανοίγματα στους φράχτες. Ούτε οι παγίδες ούτε τα δηλητήρια αποδείχθηκαν αρκετά αποτελεσματικά για να ανακόψουν την αύξηση του πληθυσμού, ο οποίος εκτιμάται ότι έφτασε τα 600 εκατομμύρια τη δεκαετία του 1940.
Οι ιοί που περιόρισαν τον πληθυσμό, αλλά δεν έδωσαν οριστική λύση
Η πιο αποτελεσματική παρέμβαση ήρθε το 1950, όταν επιστήμονες του αυστραλιανού οργανισμού CSIRO απελευθέρωσαν τον ιό της μυξωμάτωσης στον πληθυσμό των άγριων κουνελιών. Η ασθένεια μεταδίδεται κυρίως μέσω τσιμπημάτων κουνουπιών και είναι συχνά θανατηφόρα για τα ζώα που προσβάλλονται. Η εξάπλωσή της οδήγησε στον θάνατο περίπου 500 εκατομμυρίων κουνελιών, αποτελώντας μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις βιολογικού ελέγχου στην ιστορία της χώρας. Η επιτυχία, ωστόσο, δεν ήταν μόνιμη. Με την πάροδο του χρόνου, τα κουνέλια ανέπτυξαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στη μυξωμάτωση, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός τους να αρχίσει να ανακάμπτει.
Το 1995 οι επιστήμονες εισήγαγαν έναν ακόμη ιό, που προκαλεί την αιμορραγική νόσο των κουνελιών και είναι γνωστός ως καλυκοϊός, επιδιώκοντας να μειώσουν ξανά τους αριθμούς τους, αλλά και σε αυτή την περίπτωση, όμως, εμφανίστηκαν μορφές ανθεκτικότητας. Περισσότερα από 160 χρόνια μετά την απελευθέρωση των πρώτων 13 κουνελιών, η Αυστραλία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της εισαγωγής ενός ξενικού είδους. Η ιστορία αυτή αναδεικνύει πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να αναστραφεί μια οικολογική ανατροπή, όταν ένα είδος εγκαθίσταται και εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα σε ένα νέο περιβάλλον.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Σκάνδαλο στημένων αγώνων: «Βρέθηκε μεγάλο χρηματικό πόσο και στους 6 συλληφθέντες»
Ελληνική παρέμβαση στον ΟΗΕ για το τουρκολιβυκό μνημόνιο
Ιεράπετρα: 380 μετανάστες στην ΑΓΡΕΞ - Στην περιοχή στέλεχος του Υπουργείου