Skip to main content
ΑΠΟΨΕΙΣ
Θάνατος καθηγήτριας στη Θεσσαλονίκη Υπηρεσιακές – Ποινικές – Κοινωνικές Ευθύνες!
καθηγήτρια θάνατος
 clock 21:22 | 12/03/2026
writer icon newsroom ekriti.gr

Γράφει: ο πρώην Σχολικός Σύμβουλος Δρ. Γιώργος Κορναράκης

Με αφορμή το θάνατο της καθηγήτριας Αγγλικών στη Θεσσαλονίκη από εγκεφαλικό επεισόδιο μετά από bulling των μαθητών, όπως γράφεται και μεταδίδεται στα μέσα ενημέρωσης, ας δούμε το θέμα από ρεαλιστική και όχι συναισθηματική πλευρά. Προφανώς υπάρχει λύπη για το χαμό ενός ανθρώπου, εξαιτίας δράσεως άλλων, από την άλλη όμως υπάρχει η άτεγκτη νομολογία η οποία οδηγεί τις νόμιμες ενέργειες για τη δικαίωση των ανθρώπων που βιώνουν το δράμα του αναίτιου χαμού του ανθρώπου τους.

Η υπόθεση αφορά μια 57χρονη καθηγήτρια Αγγλικών σε λύκειο της Θεσσαλονίκης, η οποία πέθανε μετά από αιμορραγικό εγκεφαλικό ενώ υπήρχαν καταγγελίες ότι δεχόταν συστηματικό bullying από μαθητές μέσα στην τάξη. Πριν τον θάνατό της είχε αναφέρει περιστατικά χλευασμού, ρίψη αντικειμένων και έντονη πίεση στο σχολικό περιβάλλον (το vimacom, 12 -03-2026).  Μετά τον θάνατο της εκπαιδευτικού έχει ήδη διαταχθεί εισαγγελική έρευνα και ΕΔΕ από το Υπουργείο Παιδείας για να διερευνηθούν οι συνθήκες και τυχόν ευθύνες, όπως έγραψε η εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 10-03-2026.

Ωστόσο, μια πολύ ενδιαφέρουσα πραγματικότητα είναι ότι παρόλο που γίνονται πολλά σεμινάρια και ασκήσεις επί χάρτου για το bullying  το ελληνικό σχολικό δίκαιο δεν έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει bullying κατά εκπαιδευτικών – υπάρχει μεγάλο θεσμικό κενό. Και αυτό φαίνεται έντονα σε αυτή την υπόθεση. Κυρίως όμως το πραγματικό νομικό πρόβλημα δεν είναι να αποδειχθεί ότι υπήρχε κακό κλίμα ή bullying, αλλά να αποδειχθεί ότι αυτό προκάλεσε τον θάνατο. Αυτό βεβαίως μπορεί να στοιχειοθετηθεί από τη νοσοκομειακή περίθαλψη της θανούσης, την ιατροδικαστική εξέταση, τα σχετικά με το θέμα έγγραφα και φυσικά με την κατάθεση μαρτύρων αλλά και τον προσωπικό ιατρό της άτυχης καθηγήτριας.

Με βάση το διοικητικό και ποινικό δίκαιο της Ελλάδας, οι ενέργειες που πρέπει (και συνήθως γίνονται) χωρίζονται σε δύο επίπεδα:

Υπηρεσιακό / διοικητικό επίπεδο (εκπαίδευση – Δημόσιο)

Αφορά την ευθύνη της διοίκησης της εκπαίδευσης.

α) Ένορκη Διοικητική Εξέταση (ΕΔΕ) (Υποχρεωτική όταν υπάρχει πιθανή ευθύνη δημοσίων λειτουργών). Η ΕΔΕ πρέπει να εξετάσει: Αν η διεύθυνση του σχολείου γνώριζε περιστατικά bullying, αν έγιναν αναφορές / καταγγελίες από την εκπαιδευτικό, αν ενεργοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, αν υπήρξε αδράνεια ή συγκάλυψη

Πιθανά αποτελέσματα: πειθαρχικές κυρώσεις σε διευθυντή / προϊσταμένους, πειθαρχικός έλεγχος εκπαιδευτικών που γνώριζαν και αδράνησαν, υπηρεσιακές ευθύνες στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης, πειθαρχικός έλεγχος στους αρμόδιους τμηματάρχες του αρμόδιου Υπουργείου.

β) Πειθαρχικός έλεγχος μαθητών

Αν αποδειχθεί bullying μέτρα που προβλέπει ο κανονισμός σχολείου: Αποβολές, αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος, παιδαγωγικά μέτρα, ποια  ήταν η εμπλοκή γονέων ή κηδεμόνων τους και νομικός έλεγχος αυτής της εμπλοκής, καθώς αναφερόμαστε σε μαθητές, οι οποίοι κηδεμονεύονται.

γ) Έλεγχος διοικητικής αμέλειας

Πολύ σημαντικό σημείο, αν αποδειχθεί ότι η καθηγήτρια είχε ενημερώσει υπηρεσίες και δεν ελήφθησαν μέτρα, τότε υπάρχει πιθανή παράβαση καθήκοντος για διοικητικά στελέχη. Οι διευθυντές δεν είναι για τον τίτλο αλλά να διαχειρίζονται με σοβαρότητα τα θέματα που ανακύπτουν στο κάθε σχολείο.

Ποινικό επίπεδο (ποινικό δίκαιο)

Η εισαγγελική έρευνα εξετάζει αν υπάρχουν ποινικά αδικήματα.

Πιθανά αδικήματα που μπορεί να εξεταστούν:

α) Σωματική βλάβη μέσω επικίνδυνης συμπεριφοράς

Αν υπήρχε: Συστηματικός εξευτελισμός, ψυχολογική κακοποίηση ακόμη και από μαθητές.

β) Ηθική αυτουργία ή συνέργεια

Αν αποδειχθεί ότι: Ενήλικοι (π.χ. καθηγητές ή διοίκηση) γνώριζαν και δεν παρενέβηκαν.

γ) Παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ)

Για: Διευθυντές, διοικητικούς προϊσταμένους, εφόσον δεν προστάτευσαν εργαζόμενο.

δ) Έκθεση σε κίνδυνο (άρθρο 306 ΠΚ)

Αν η διοίκηση άφησε εργαζόμενο σε γνωστό επικίνδυνο περιβάλλον.

ε) Αστική ευθύνη Δημοσίου

Η οικογένεια μπορεί να κινηθεί: αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου αν αποδειχθεί: υπηρεσιακή αμέλεια, ψυχολογική βλάβη που συνέβαλε στον θάνατο.

Το πιο δύσκολο στοιχείο από τα παραπάνω θα είναι να αποδειχθεί ότι: το bullying → προκάλεσε το εγκεφαλικό

(Συνήθως απαιτούνται: ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, ιατρικοί φάκελοι, ψυχιατρικές γνωματεύσεις, μαρτυρίες). Αν δεν αποδειχθεί άμεση αιτιότητα, τότε πιθανότατα θα υπάρξουν μόνο πειθαρχικές ευθύνες και όχι βαριές ποινικές.

Θεσμικά τι θα έπρεπε να είχε γίνει: Θεσμική προστασία εκπαιδευτικών από μαθητική βία, υποχρεωτική αναφορά περιστατικών bullying, ψυχολογική υποστήριξη εκπαιδευτικών, σαφή πρωτόκολλα παρέμβασης, δυνατότητα άμεσης μετακίνησης εκπαιδευτικού σε επικίνδυνο περιβάλλον. Δεν έχει προβλεφθεί τέτοιου είδους προστασία για τους εκπαιδευτικούς.

Το βασικό νομικό πρόβλημα σε τέτοιες υποθέσεις δεν είναι τόσο το αν υπήρξε bullying, αλλά αν μπορεί να αποδειχθεί νομικά ότι αυτό προκάλεσε τον θάνατο. Στο ποινικό δίκαιο αυτό λέγεται αιτιώδης σύνδεσμος (causal link). Χωρίς αυτόν, είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει βαριά ποινική ευθύνη. Οι δικηγόροι βρίσκουν τρόπους ή νομικά κενά και παρακάμπτουν τέτοιες υποθέσεις, γι’ αυτό η υπόθεση θα πρέπει να είναι πολύ καλά «δεμένη» τόσο ιατρικά όσο νομικά.

Απόδειξη ότι το bullying όντως συνέβαινε

Το πρώτο στάδιο είναι η απόδειξη των περιστατικών.

Συνήθως χρειάζονται: Καταθέσεις μαθητών, καταθέσεις άλλων εκπαιδευτικών, καταγραφές συμβάντων στο βιβλίο συμβάντων του σχολείου (η ευθύνη βαραίνει τη διεύθυνση του Σχολείου), e-mail ή αναφορές της εκπαιδευτικού προς τη διεύθυνση (τέτοιες έχουν δει το φως της δημοσιότητας), ενδεχομένως βίντεο ή ηχητικό υλικό αν υπάρχει.

Το πρόβλημα είναι ότι: μαθητές συχνά δεν καταθέτουν εναντίον συμμαθητών, τα σχολεία δεν καταγράφουν συστηματικά περιστατικά (εδώ θα πρέπει να λογοδοτήσουν οι διευθυντές γι’ αυτό). Κάποια περιστατικά μπορεί να θεωρηθούν «παιδαγωγικό θέμα» (ψευδώς) και όχι βία!

Αν δεν υπάρχει έγγραφη καταγραφή, η υπόθεση αποδυναμώνεται πολύ.

Για να υπάρξει ευθύνη σε διευθυντή ή διοίκηση πρέπει να αποδειχθεί ότι:

Ενημερώθηκαν και δεν ενήργησαν. Συνήθως απαιτούνται: αναφορές της εκπαιδευτικού (πράγμα που υπάρχει), πρακτικά συλλόγου διδασκόντων (θα πρέπει να αναζητηθούν), επικοινωνία με γονείς (θα πρέπει επίσης να αναζητηθούν) και υπηρεσιακές καταγγελίες. Προφανώς οι τελευταίες υπάρχουν προφορικές αφού υπάρχουν και γραπτές. Εδώ θα πρέπει να εξεταστεί και η συμβολή του Σχολικού Συμβούλου Ειδικότητας και η συμβολή του Σχολικού Συμβούλου Παιδαγωγικής Ευθύνης, στους οποίους σίγουρα τέθηκε το πρόβλημα από το σχολείο. Αν η ενημέρωση ήταν μόνο προφορική, η απόδειξη γίνεται πολύ δύσκολη.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο: η ιατρική αιτιότητα. Για να συνδεθεί το bullying με τον θάνατο από εγκεφαλικό πρέπει να αποδειχθεί ότι: Το έντονο στρες προκάλεσε ή επιτάχυνε το εγκεφαλικό. Αυτό απαιτεί: ιατροδικαστική έκθεση, καρδιολογική/νευρολογική πραγματογνωμοσύνη, ενδεχομένως ψυχιατρική εκτίμηση

Το πρόβλημα είναι ότι τα εγκεφαλικά έχουν πολλούς παράγοντες κινδύνου: Ηλικία, υπέρταση, γενετικοί παράγοντες, άλλες ασθένειες

Η ηλικία των δραστών (αν είναι μαθητές)

Αν εμπλέκονται ανήλικοι: Κάτω των 15 → πρακτικά δεν υπάρχει ποινική ευθύνη (εδώ πρόκειται για μαθητές Λυκείου, άρα πάνω από 15). 15-18 → εφαρμόζονται αναμορφωτικά μέτρα.

 Το σχολείο ως εργασιακό περιβάλλον

Υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα νομική διάσταση: το bullying κατά εργαζομένου μπορεί να θεωρηθεί μορφή ηθικής παρενόχλησης στην εργασία (mobbing).

Στην Ελλάδα όμως το mobbing δεν έχει πλήρως αναπτυγμένη νομολογία στον δημόσιο τομέα, τα δικαστήρια είναι πολύ επιφυλακτικά. Έτσι συνήθως οι υποθέσεις καταλήγουν: σε πειθαρχικές κυρώσεις ή σε αστικές αποζημιώσεις, όχι ποινικές.

Τι κάνουν συχνά οι οικογένειες σε τέτοιες περιπτώσεις

Η πιο ρεαλιστική νομική στρατηγική είναι: Μήνυση για διερεύνηση ποινικών ευθυνών, αίτημα για ΕΔΕ, αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου. Η αστική ευθύνη είναι συχνά πιο εύκολο να αποδειχθεί, γιατί το δικαστήριο αρκείται σε: «παράνομη ή αμελή συμπεριφορά της διοίκησης». Το πραγματικό νομικό πρόβλημα δεν είναι να αποδειχθεί ότι υπήρχε κακό κλίμα ή bullying, αλλά να αποδειχθεί ότι αυτό προκάλεσε τον θάνατο.

Τα περιστατικά επιθετικής ή παρενοχλητικής συμπεριφοράς μαθητών προς εκπαιδευτικούς αναδεικνύουν ένα δομικό κενό στο ελληνικό σχολικό δίκαιο. Το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού έχει διαμορφωθεί κυρίως με στόχο την προστασία των μαθητών από βία μεταξύ συνομηλίκων και όχι για τη διαχείριση συμπεριφορών που στρέφονται κατά του εκπαιδευτικού προσωπικού. Ως αποτέλεσμα, τέτοια περιστατικά αντιμετωπίζονται κυρίως ως ζητήματα πειθαρχίας της σχολικής τάξης και όχι ως μορφές βίας ή παρενόχλησης εις βάρος εργαζομένων.

Τα διαθέσιμα μέσα παρέμβασης περιορίζονται σε παιδαγωγικά ή πειθαρχικά μέτρα βραχείας διάρκειας, χωρίς να προβλέπεται σαφές πρωτόκολλο προστασίας του εκπαιδευτικού ή εξειδικευμένος μηχανισμός διαχείρισης περιστατικών επιθετικότητας προς το προσωπικό της σχολικής μονάδας. Η κατάσταση αυτή συνδέεται με τον διττό χαρακτήρα του σχολείου ως παιδαγωγικού θεσμού και ταυτόχρονα χώρου εργασίας: ενώ το εκπαιδευτικό δίκαιο ρυθμίζει εκτενώς τη μαθητική ζωή και την παιδαγωγική λειτουργία του σχολείου, δεν ενσωματώνει με την ίδια σαφήνεια αρχές προστασίας των εργαζομένων από ψυχοκοινωνικούς κινδύνους ή μορφές εργασιακής παρενόχλησης.

Η απουσία τυποποιημένων διαδικασιών κλιμάκωσης, σε συνδυασμό με την ευρεία διακριτική ευχέρεια της σχολικής διοίκησης και την τάση υποβάθμισης αναφοράς περιστατικών, οδηγεί συχνά σε εσωτερική και αποσπασματική διαχείριση τέτοιων φαινομένων. Παράλληλα, οι υφιστάμενες δομές ψυχοκοινωνικής υποστήριξης στο σχολικό περιβάλλον απευθύνονται κυρίως στους μαθητές, ενώ η θεσμική μέριμνα για την υποστήριξη των εκπαιδευτικών παραμένει περιορισμένη. Σε αντίθεση με άλλα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα, όπου έχουν αναπτυχθεί ειδικές πολιτικές για την αντιμετώπιση επιθετικής συμπεριφοράς μαθητών προς το προσωπικό, το ελληνικό πλαίσιο εμφανίζει μια εμφανή θεσμική ασυμμετρία ως προς την προστασία των εκπαιδευτικών ως εργαζομένων.

Παράλληλα, τα φαινόμενα αυτά δεν μπορούν να αποσπαστούν από το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι στάσεις και οι συμπεριφορές των μαθητών. Η αποδυνάμωση των παραδοσιακών μορφών σχολικής αυθεντίας, η ενίσχυση ατομοκεντρικών προτύπων, η διάχυση επιθετικών προτύπων επικοινωνίας στον ψηφιακό χώρο, καθώς και οι κοινωνικές πιέσεις που βιώνουν οι έφηβοι στο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον, συνιστούν παράγοντες που μπορούν να ευνοήσουν την εκδήλωση συμπεριφορών απαξίωσης ή επιθετικότητας προς τους εκπαιδευτικούς. Υπό αυτή την έννοια, η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν αποτελεί μόνο ζήτημα θεσμικής ρύθμισης, αλλά απαιτεί και μια ευρύτερη κοινωνικοπαιδαγωγική προσέγγιση που να λαμβάνει υπόψη τις μεταβολές στις σχέσεις εξουσίας, επικοινωνίας και κοινωνικοποίησης στο σύγχρονο σχολείο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Ηράκλειο: Εμπρησμός η φωτιά στην επιχείρηση - Σε απόγνωση ο ιδιοκτήτης

Ηράκλειο: Το "λουκέτο" στα πάρκινγκ "παγώνει" το κέντρο και προκαλεί αντιδράσεις

google news icon

Ακολουθήστε το ekriti.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις για την Κρήτη και όχι μόνο.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ράδιο Κρήτη © | 2013 -2026 ekriti.gr Όροι Χρήσης | Ταυτότητα Designed by Cloudevo, developed by Pixelthis