Μπορεί ο ενήλικος εγκέφαλος να αλλάξει; Σύμφωνα με νεότερη μελέτη σε πειραματόζωα, η λειτουργία του είναι πιο εύπλαστη απ’ όσο πιστεύαμε. Ερευνητές από το UCLA Health κατάφεραν να περιορίσουν μέσα σε λίγες ώρες ορισμένες αλλαγές στη συμπεριφορά και τη λειτουργία του εγκεφάλου που συνδέονται με τον αυτισμό. Αυτό το πέτυχαν χορηγώντας στα ποντίκια μία δόση ραπαμυκίνης, ενός ισχυρού ανοσοκατασταλτικού φαρμάκου.
Περίπου δύο ώρες αργότερα παρατήρησαν βελτίωση στην επικοινωνία μεταξύ των περιοχών του εγκεφάλου, μικρότερη ευαισθησία σε ερεθίσματα και λιγότερες επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές. Η επίδραση, ωστόσο, ήταν προσωρινή.
Πώς έγινε το πείραμα;
Για τις ανάγκες της έρευνας, που δημοσιεύτηκε στο Nature Communications, οι επιστήμονες προκάλεσαν ήπια φλεγμονή σε ποντίκια κατά τη διάρκεια της κύησης, σε επίπεδα αρκετά χαμηλά ώστε οι μητέρες να μην νοσήσουν σοβαρά.
Όπως παρατήρησαν, οι απόγονοί τους εμφάνισαν αργότερα χρόνια φλεγμονή στον εγκέφαλο και στο σώμα, ήπια υπερανάπτυξη του εγκεφάλου και αυξημένη δραστηριότητα σε ένα κυτταρικό μονοπάτι που ονομάζεται mTOR. Παρουσίασαν επίσης μεγαλύτερη ευαισθησία σε καθημερινά αισθητηριακά ερεθίσματα, επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, αυξημένη προδιάθεση για επιληπτικές κρίσεις και προβλήματα στην επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών περιοχών του εγκεφάλου.
Οι αλλαγές αυτές παρέμειναν ακόμη και όταν τα ποντίκια ενηλικιώθηκαν.
Τι άλλαξε με τη χορήγηση του φαρμάκου
Όταν οι ερευνητές χορήγησαν μία μόνο δόση ραπαμυκίνης στα ενήλικα ποντίκια, παρατήρησαν γρήγορη βελτίωση σχεδόν σε όλες τις μετρήσεις. Αυτό σήμαινε ότι η υπερβολική δραστηριότητα ορισμένων νευρικών κυττάρων μειώθηκε, η ευαισθησία στις επιληπτικές κρίσεις περιορίστηκε και τα εγκεφαλικά δίκτυα άρχισαν να επικοινωνούν με πιο οργανωμένο τρόπο. Αντίστοιχα, υποχώρησαν οι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές και οι έντονες αντιδράσεις στα αισθητηριακά ερεθίσματα.
«Ο βαθμός λειτουργικής αποκατάστασης που επιτεύχθηκε μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα υποδεικνύει νέους μηχανισμούς μέσω των οποίων θα μπορούσαν να δράσουν πιθανές θεραπείες», ανέφερε ο επικεφαλής της μελέτης, δρ Harley Kornblum, διευθυντής του UCLA Intellectual and Developmental Disabilities Research Center.
Η ταχύτητα της βελτίωσης ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Μέσα σε μόλις δύο ώρες δεν είναι δυνατόν να διορθωθούν οι ανατομικές αλλαγές του εγκεφάλου ή να δημιουργηθούν νέα νευρικά κυκλώματα. Οι ερευνητές εκτιμούν, επομένως, ότι το φάρμακο δεν άλλαξε τη δομή του εγκεφάλου, αλλά επηρέασε προσωρινά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν τα ήδη υπάρχοντα κυκλώματα.
Σύμφωνα με τον δρ Kornblum, το εύρημα υποδηλώνει ότι ο εγκέφαλος των ενηλίκων μπορεί να είναι πιο προσαρμοστικός απ’ όσο θεωρούσαμε, ακόμη και όταν παραμένουν οι δομικές αλλαγές που δημιουργήθηκαν στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης. «Αυτό μας στρέφει προς τα λειτουργικά κυκλώματα του εγκεφάλου και όχι μόνο προς τη φυσική δομή του ως στόχο για μελλοντικές θεραπευτικές προσεγγίσεις», εξήγησε.
Το βασικό μήνυμα της έρευνας είναι ότι ορισμένες λειτουργικές δυσκολίες ενδέχεται να μπορούν να τροποποιηθούν ακόμη και στην ενήλικη ζωή, χωρίς να χρειάζεται να διορθωθούν οι υποκείμενες ανατομικές διαφορές. «Εάν ο εγκέφαλος των ενηλίκων διατηρεί τη δυνατότητα λειτουργικής αποκατάστασης, τότε ορισμένα χαρακτηριστικά του αυτισμού ίσως μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς να χρειάζεται να αλλάξουν οι δομικές διαφορές», δήλωσε η πρώτη συγγραφέας της μελέτης, δρ Janel Le Belle, αναπληρώτρια καθηγήτρια Νευροχειρουργικής στο UCLA.
Τι έδειξε η δραστηριότητα των γονιδίων
Για να κατανοήσουν καλύτερα τον τρόπο δράσης του φαρμάκου, οι ερευνητές εξέτασαν τη δραστηριότητα των γονιδίων στα εγκεφαλικά κύτταρα πριν και μετά τη χορήγηση της ραπαμυκίνης. Διαπίστωσαν ότι το φάρμακο ανέστρεψε γρήγορα μη φυσιολογικά πρότυπα λειτουργίας γονιδίων που συνδέονται με τον αυτισμό, την επιληψία και τη μετάδοση των σημάτων μεταξύ των νευρικών κυττάρων. Οι μεγαλύτερες αλλαγές παρατηρήθηκαν στους διεγερτικούς νευρώνες, οι οποίοι προηγουμένως εμφάνιζαν υπερβολική δραστηριότητα.
Το εύρημα δείχνει ότι η ραπαμυκίνη πιθανότατα αποκατέστησε προσωρινά την ισορροπία στη διέγερση των νευρικών κυττάρων, αντί να επιδιορθώσει τις δομικές αλλαγές του εγκεφάλου.
Γιατί η ραπαμυκίνη δεν αποτελεί θεραπεία
Παρά τα σημαντικά αυτά αποτελέσματα, ο συν-επικεφαλής συγγραφέας, Δρ. Neil Harris, καθηγητής στο Τμήμα Νευροχειρουργικής του UCLA σημειώνει τη μικρή διάρκεια των θετικών αποτελεσμάτων από τη χορήγηση του φαρμάκου. Η καθημερινή χορήγησή του οδήγησε σε σταδιακή μείωση της αποτελεσματικότητάς του μέσα σε λίγες εβδομάδες. Επιπλέον, η μακροχρόνια χρήση της ραπαμυκίνης μπορεί να προκαλέσει τοξικότητα και σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, καθώς καταστέλλει το ανοσοποιητικό σύστημα.
«Τα αποτελέσματα δείχνουν νέους θεραπευτικούς στόχους, όπως η ρύθμιση των αισθητηριακών κυκλωμάτων ή η εξισορρόπηση της διέγερσης και της αναστολής των νευρώνων, και όχι τη χρήση της ίδιας της ραπαμυκίνης ως θεραπείας», διευκρίνισε.
Η σημασία της μελέτης βρίσκεται, επομένως, στους μηχανισμούς που ανέδειξε. Στο μέλλον, οι επιστήμονες θα μπορούσαν να αναπτύξουν πιο ασφαλείς και στοχευμένες παρεμβάσεις για συγκεκριμένες δυσκολίες, όπως η έντονη ευαισθησία σε ήχους, φώτα ή αγγίγματα.
Πηγή: ygeiamou.gr
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Μάχη με τον χρόνο δίνουν οι πυροσβέστες σε Γαλλία και Ισπανία: Η φωτιά απέχει 11χλμ από το Μπορντό