Πολιτική

Κοτζιάς: Διεύρυνση των σχέσεων με τη Νορβηγία

κοτζιάς

Με ιδιαίτερη εγκαρδιότητά υποδέχθηκε η υπουργός εξωτερικών της Νορβηγίας  Ίνε Μαρί Έρικσεν τον Έλληνα υπουργό εξωτερικών Νίκο Κοτζιά. Βασικό αντικείμενο των συνομιλιών τους, τόσο στην κατ´ιδίαν μεταξύ τους συνάντηση όσο και στις διευρυμένες συνομιλίες, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, αποτέλεσαν η ανάπτυξη της διμερούς συνεργασίας καθώς και οι εξελίξεις στα δυτικά Βαλκάνια. Περιοχή για την οποία άλλωστε η Νορβηγία επιδεικνύει διαχρονικά αυξημένο ενδιαφέρον, χρηματοδοτώντας πρωτοβουλίες σε τομείς όπως η μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης και η εδραίωση του Κράτους Δικαίου. 

Ειδικότερα, ο Νίκος Κοτζιάς, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές,  ανέπτυξε σε βάθος τις διάφορες πρωτοβουλίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, επισημαίνοντας ότι κοινή συνιστώσα της Ελλάδος και της Νορβηγίας είναι η προώθηση μιας θετικής ατζέντας. Σε αυτή τη βάση, είναι θεμιτή και θα επιφέρει προστιθέμενη αξία η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών επί σειράς θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος. Μεταξύ των οποίων, οι εξελίξεις στα Βαλκάνια αλλά και το μέλλον της ευρωπαϊκής ένωσης όπου οι δύο πλευρές θα ήταν σκόπιμο να ανταλλάσσουν απόψεις. Επίσης ο υπουργός Εξωτερικών  ανέλυσε τους συσχετισμούς και τις προκλήσεις στην περιοχή των Βαλκανίων, τόσο στο εσωτερικό των χωρών που τα απαρτίζουν όσο και ως προς την ευρωπαϊκή τους πορεία. Ιδιαίτερη μνεία έγινε στη συμφωνία των Πρεσπών και τις προοπτικές που αυτή διανοιγεί για τις σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Σκοπίων, αλλά και για την εν γένει συνεργασία και σταθερότητα μίας ιστορικά ασταθούς περιοχής.

Παράλληλα ο Ν. Κουτζιάς  δεν παρέλειψε να τονίσει ότι το μέλλον της Ευρώπης οφείλει να μας απασχολήσει όλους, κράτη μέλη της Ένωσης αλλά και συνδεδεμένα μέλη όπως η Νορβηγία, καθώς χώρες μικρού και μεσαίου εκτοπίσματος θα πρέπει να συνεργαστούν στενότερα ώστε οι φωνές τους να συνεχίζουν να ακούγονται εντός μίας διευρυμένης ευρωπαϊκής οικογένειας. Καταλήγοντας κάλεσε την ομόλογό του να εργαστούν από κοινού για την εμβάθυνση της διμερούς συνεργασίας, θεσπίζοντας, μεταξύ άλλων, τακτικότερες διαβουλεύσεις μεταξύ των αρμοδίων διευθύνσεων των υπουργείων εξωτερικών σχετικά με τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή. 

Από την πλευρά της, η Νορβηγίδα ΥΠΕΞ εξήρε τις διεθνείς και περιφερειακές πρωτοβουλίες της Ελλάδας, τονίζοντας ότι μέσω αυτών ενισχύεται η σταθερότητα και ασφάλεια στην περιοχή των Βαλκανίων και της Αν. Μεσογείου. Προς την κατεύθυνση αυτή, η συμφωνία των Πρεσπών υπήρξε καταλυτική. Δεν παρέλειψε δε να τονίσει ότι η χώρα μας έχει αναδειχθεί ως ιδιαίτερα δραστήρια τόσο στις υποθέσεις της περιοχής μας όσο και σε ζητήματα διεθνούς ενδιαφέροντος. Χαιρετίζοντας την σχετική κινητικότητα, εξέφρασε την επιθυμία της χώρας της να συμμετάσχει ενεργότερα στις ελληνικές πρωτοβουλίες.

Τέλος, ευχαρίστησε τον Ν. Κοτζιά για την πρόσκληση που της απηύθυνε να επισκεφθεί την Ελλάδα, την οποία και αποδέχτηκε, δεσμευόμενη να έλθει στην Αθήνα εντός του 2018, σε αμοιβαίως συμφωνημένη ημερομηνία. 

Οι δύο πλευρές αποφάσισαν να καταγράψουν σειρά πεδίων που προσφέρονται για την ανάπτυξη της διμερούς συνεργασίας, όπως ενδεικτικά η ναυτιλία. Οι κ.κ. Κοτζιάς και Σόρενσεν θα συναντηθούν εκ νέου στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. 

Ολοκληρώνοντας την πρώτη επίσκεψη Έλληνα υπουργού Εξωτερικών στο Όσλο από το 2011, ο Ν. Κοτζιάς συναντήθηκε με τον Πρώτο Αντιπρόεδρο και μέλη της Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας του νορβηγικού κοινοβουλίου, προερχόμενους από το Συντηρητικό Κόμμα. Οι τελευταίοι χαιρέτησαν την έξοδο της Ελλάδος από τα μνημόνια τονίζοντας τις θετικές προοπτικές που αυτή δημιουργεί για την σταθεροποίηση της οικονομίας και την ανάπτυξη της χώρας. Επιπλέον χαιρέτησαν τη συμφωνία των Πρεσπών εκφράζοντας ενδιαφέρον για τα επόμενα βήματα που αυτή προβλέπει. Περαιτέρω, η συζήτηση περιεστράφη στις σχέσεις Ελλάδος με την Τουρκία καθώς και στις εξελίξεις στο μεταναστευτικό προσφυγικό. Ως προς το τελευταίο, δεν παρέλειψαν να εκφράσουν θαυμασμό για τον τρόπο που η κυβέρνηση και η κοινωνία αντιμετώπισαν το κρίσιμο αυτό θέμα.

 Η επίσκεψη του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών στο Όσλο, όπως τόνισαν οι ίδιες πηγές,  επιβεβαίωσε τις άριστες σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών και έθεσε τα θεμέλια για την εμβάθυνση της συνεργασίας και τη δημιουργία συνεργειών σε τομείς όπου υπάρχει έντονο αμοιβαίο ενδιαφέρον.

 

Πολιτική

ΣΥΡΙΖΑ: Πρόταση νόμου για τα υπερχρεωμένα κόμματα

ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτικη Συμμαχια

Τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων και ιδίως το φαινόμενο του υπέρογκου τραπεζικού δανεισμού που ορισμένα εξ αυτών έχουν συσσωρεύσεια ποτελεί μία μείζονα πρόκληση προς το κοινό περί δικαίου αίσθημα, καθώς δημιουργείται στους πολίτες η πεποίθηση ότι τα κόμματα – και ιδίως εκείνα που κυβέρνησαν καθ’ όλη την περίοδο από τη μεταπολίτευση έως και την έναρξη της οικονομικής κρίσης – βρίσκονται υπεράνω νόμου και υποχρεώσεων και μπορούν να λαμβάνουν «δανεικά και αγύριστα». Αυτό αναφέρει μεταξύ άλλων, η  πρόταση νόμου της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία - «Οικονομική εξυγίανση των πολιτικών κομμάτων», που υπογράφουν ο Αλέξης Τσίπρας και ο Λευτέρης Αβραμάκης.

Συγκεκριμένα, η πρόταση αναφέρει:

Τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων και ιδίως το φαινόμενο του υπέρογκου τραπεζικού δανεισμού που ορισμένα εξ αυτών έχουν συσσωρεύσει αποτελεί ένα διαρκές πρόβλημα για τη δημοκρατία και τη λειτουργία της, αφού νοθεύει τον πολιτικό ανταγωνισμό, δημιουργώντας συνθήκες ανισοτιμίας μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, αλλά κυρίως υπονομεύει την ανεξαρτησία των υπερχρεωμένων κομμάτων. Την ίδια στιγμή αποτελεί μία μείζονα πρόκληση προς το κοινό περί δικαίου αίσθημα, καθώς δημιουργείται στους πολίτες η πεποίθηση ότι τα κόμματα – και ιδίως εκείνα που κυβέρνησαν καθ’ όλη την περίοδο από τη μεταπολίτευση έως και την έναρξη της οικονομικής κρίσης – βρίσκονται υπεράνω νόμου και υποχρεώσεων και μπορούν να λαμβάνουν «δανεικά και αγύριστα», σε αντίθεση με τους ίδιους που αντιμετωπίζουν διαρκώς πλέον τον κίνδυνο της υπερχρέωσης και της πτώχευσης.

Οι επί το αυστηρότερο αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο για τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων που υιοθετήθηκαν την προηγούμενη δεκαετία και ειδικά την περίοδο 2016-2018 συνέβαλαν καθοριστικά στην εφεξής εξυγίανση της οικονομικής λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων, ωστόσο παραμένει ενεργό και άλυτο το πρόβλημα της συσσώρευσης χρεών από την προηγούμενη περίοδο από συγκεκριμένα κόμματα.

Με δεδομένη τη θέση που επιφυλάσσει το ελληνικό Σύνταγμα στα πολιτικά κόμματα και τον θεμελιώδη ρόλο τους στη λειτουργία του σύγχρονου δημοκρατικού πολιτεύματος, τα κόμματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως οποιαδήποτε ιδιωτική δραστηριότητα ή «επιχείρηση», αλλά κάθε ρύθμιση για την οικονομική τους εξυγίανση οφείλει να διασφαλίζει ταυτόχρονα τη βιωσιμότητά τους. Ωστόσο, αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καταλήγει σε ένα ιδιότυπο καθεστώς δανειακής ασυλίας και στην παραπομπή της αποπληρωμής του συσσωρευμένου χρέους στις καλένδες.

Μέχρι σήμερα, ο νομοθέτης έκανε την επιλογή να δώσει στα πολιτικά κόμματα το περιθώριο να εξυγιάνουν με δική τους πρωτοβουλία και σε συνεργασία με τις τράπεζες τα οικονομικά τους και να διευθετήσουν τα χρέη τους. Πρόκειται για κάτι που έκαναν πράγματι αρκετά κόμματα, όχι όμως και εκείνα που είχαν τη μερίδα του λέοντος στον τραπεζικό δανεισμό, τα οποία εξακολουθούν να αυξάνουν ανεξέλεγκτα τις δανειακές τους υποχρεώσεις.

Βάσει των ανωτέρω, καθίσταται αναγκαία η νομοθετική παρέμβαση προκειμένου να αυστηροποιηθεί ακόμη περισσότερο το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και κυρίως να διασφαλιστεί ότι τα πολιτικά κόμματα και τα στελέχη τους θα φροντίσουν σοβαρά και συστηματικά για την απομείωση και τελικά την εξόφληση των συσσωρευμένων χρεών τους.

Με το πρώτο άρθρο της προτεινόμενης ρύθμισης, μειώνεται το ποσοστό της συνολικής ετήσιας κρατικής χρηματοδότησης το οποίο είναι βάσει του νόμου 3023/2002 (Α’ 146), όπως ισχύει, ανεκχώρητο έναντι απαιτήσεων από δανειακές συμβάσεις από πενήντα τοις εκατό (50%) που ήταν μέχρι σήμερα σε εικοσιπέντε τοις εκατό (25%).

Με τη ρύθμιση αυτή εξασφαλίζεται αφ’ ενός η διαφύλαξη ενός ελάχιστου τμήματος της κρατικής χρηματοδότησης προκειμένου να καλύπτεται η στοιχειώδης λειτουργία ενός κόμματος, σύμφωνα και με τη λογική του άρθρου 29 του Συντάγματος για την κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων, αφ’ ετέρου η διοχέτευση ενός μεγαλύτερου τμήματος αυτής προς την εξόφληση συσσωρευμένων τραπεζικών χρεών, με στόχο την επιτάχυνσή της.

Με το δεύτερο άρθρο της προτεινόμενης ρύθμισης προβλέπεται η παρακράτηση ποσοστού σαράντα τοις εκατό (40%) της βουλευτικής αποζημίωσης των μελών των κοινοβουλευτικών ομάδων για την εξόφληση απαιτήσεων έναντι των οικείων πολιτικών κομμάτων, εφ’ όσον αυτά είναι υπερχρεωμένα. Για τους σκοπούς της διάταξης αυτής ένα κόμμα λογίζεται ως υπερχρεωμένο όταν το σύνολο των μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων δανειακών υποχρεώσεών του σύμφωνα με τον ετήσιο ισολογισμό του υπερβαίνει το δεκαπλάσιο της συνολικής κρατικής χρηματοδότησης που έλαβε κατά το ίδιο έτος, εξαιρουμένης τυχόν εκλογικής χρηματοδότησης.

Η προτεινόμενη διάταξη υπαγορεύεται όχι μόνο από την ανάγκη εξεύρεσης πόρων για την εξόφληση των συσσωρευμένων χρεών πολιτικών κομμάτων, αλλά και προκειμένου να συνδέσει τον κομματικό οργανισμό και τις λειτουργίες του με την εξωτερική έκφρασή του, που είναι κατ’ εξοχήν η κοινοβουλευτική. Οι βουλευτές ενός κόμματος δεν είναι δυνατόν να το εκπροσωπούν θεσμικά και στη δημόσια σφαίρα, χωρίς να αναλαμβάνουν ένα ελάχιστο καθήκον αλληλεγγύης προς το κόμμα τους, πολύ περισσότερο που στις σύγχρονες κομματικές δημοκρατίες η ανάδειξη των αντιπροσώπων του λαού προϋποθέτει την ένταξή τους σε κάποιο κόμμα και τους συνδυασμούς του. Το ποσοστό παρακράτησης που επιλέγεται διασφαλίζει ώστε τα κοινοβουλευτικά στελέχη να μη συναινούν ούτε να ανέχονται τάσεις υπερχρέωσης του κόμματός τους, ενώ ταυτόχρονα το εναπομένον επιτρέπει την κάλυψη των δαπανών που σχετίζονται με τις ανάγκες άσκησης του λειτουργήματος των βουλευτών.

 

Διαβάστε επίσης:

Βουλή: Στην Ολομέλεια προς ψήφιση το εργασιακό νομοσχέδιο

Τσίπρας: Η ΝΔ είναι ένα χρεοκοπημένο κόμμα και ο κ. Μητσοτάκης στρατηγικός κακοπληρωτής