Οικονομία

Οι θέσεις της ΓΣΕΒΕΕ για τον προϋπολογισμό

gsebee-logotupo.jpg

«Με την κατάθεση του προϋπολογισμού 2020, ουσιαστικά εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος οικονομικής πραγματικότητας, η οποία περιλαμβάνει περισσότερους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής, -ως συνδυαστική συνέπεια της εξόδου από τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής και την υπαγωγή της χώρας σε καθεστώς αυξημένης εποπτείας- αλλά ταυτόχρονα κρύβει κινδύνους ως προς το διεθνές μακροοικονομικό περιβάλλον στο οποίο η χώρα επιχειρεί την αναπτυξιακή της ανασυγκρότηση. Συνολικά, πρόκειται για την απόπειρα εφαρμογής ενός ισορροπημένου μίγματος μείωσης συντελεστών φόρων και δαπανών, που στηρίζεται στην παραδοχή επιτάχυνσης της μεγέθυνσης για το 2020, σε ποσοστά άνω του 2,5%».

   Αυτό επισημαίνει η ΓΣΕΒΕΕ, στο κείμενο θέσεων για τον προϋπολογισμό του 2020 που απέστειλε προς τα πολιτικά κόμματα, τους βουλευτές και την Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων. Τονίζει ακόμη ότι:

   -Η κυβέρνηση στηρίζει την αύξηση του ΑΕΠ κυρίως στην προσδοκία ανόδου των επενδύσεων κατά 13,4% (που εκκινά ούτως ή άλλως από χαμηλή βάση) και στην ισόρροπη εξέλιξη των μεγεθών της ιδιωτικής κατανάλωσης και του εξωτερικού ισοζυγίου. Ο κεντρικός μηχανισμός ενεργητικής παρέμβασης για την κινητοποίηση των επενδύσεων είναι η σχεδιαζόμενη μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις -με τάσεις αποκλιμάκωσης για τα επόμενη έτη-, καθώς εξωγενώς δεν αναμένεται να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο σταθερότητας και μείωσης της αβεβαιότητας από τις εξελίξεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Ωστόσο, η προσδοκώμενη μείωση των φορολογικών συντελεστών συνδέεται με προσδοκία είσπραξης υψηλότερων φόρων, εξ αιτίας θετικών επιπτώσεων εισοδήματος (αύξηση φορολογικής ύλης) και υποκατάστασης (αλλαγή στο μίγμα φορολόγησης).

   -Δομικά συστατικά της ελληνικής κρίσης, όπως το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, το υψηλό ποσοστό ανεργίας και η χαμηλή παραγωγικότητα, καθώς και η παγιωμένη χαμηλή σχέση επένδυσης-κατανάλωσης δεν μπορεί να εξαλειφθούν, παρά μόνο να αμβλυνθούν μεσοπρόθεσμα.

Οικονομία

Μειωμένο το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών τον Νοέμβριο

Τράπεζα Ελλάδος

Το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας περιορίστηκε τον Νοέμβριο, παρά το γεγονός ότι τον συγκεκριμένο μήνα τουρισμός και θαλάσσιες μεταφορές, που όλο το προηγούμενο διάστημα έβλεπαν τις εισπράξεις τους να ανεβαίνουν σε σχέση με πέρυσι, βρέθηκαν υπό ελαφρά πίεση. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Τράπεζα της Ελλάδος ΕΛΛ η βελτίωση ήρθε χάρη στη μείωση των καθαρών πληρωμών. Εξαγωγές και εισαγωγές αγαθών κατέγραψαν ισόποση σχεδόν. πτώση  

Συγκεκριμένα το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών διαμορφώθηκε στα 1,39 δισ. ευρώ τον Νοέμβριο έναντι ελλείμματος 1,45 δισ. ευρώ τον αντίστοιχο περσινό μήνα. «Το έλλειμμα του ισοζυγίου πρωτογενών εισοδημάτων συρρικνώθηκε κυρίως λόγω της μείωσης των καθαρών πληρωμών για τόκους, μερίσματα και κέρδη, ενώ μείωση κατέγραψε και το έλλειμμα του ισοζυγίου δευτερογενών εισοδημάτων λόγω της μείωσης των πληρωμών του τομέα της γενικής κυβέρνησης» επισημαίνει η ΤτΕ. 

Επιπλέον το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών περιορίστηκε λόγω της μείωσης του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών χωρίς καύσιμα, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου καυσίμων διευρύνθηκε. Οι συνολικές εξαγωγές και εισαγωγές αγαθών περιορίστηκαν σχεδόν ισόποσα, κυρίως λόγω της πτώσης των εξαγωγών και εισαγωγών καυσίμων αντίστοιχα, ενώ οι εξαγωγές και εισαγωγές  αγαθών χωρίς καύσιμα δεν παρουσίασαν αξιόλογες μεταβολές.

Η μείωση του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών κατά 114 εκατ. ευρώ οφείλεται στη μείωση του πλεονάσματος στα ισοζύγια ταξιδιωτικών υπηρεσιών και μεταφορών και στην καταγραφή ελλείμματος έναντι πλεονάσματος στο ισοζύγιο λοιπών υπηρεσιών. Οι εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες περιορίστηκαν κατά 0,8%, παρόλο που οι αφίξεις μη κατοίκων ταξιδιωτών αυξήθηκαν κατά 18,2% σε σχέση με το Νοέμβριο του 2018. Το πλεόνασμα του ισοζυγίου μεταφορών σημείωσε μείωση κατά 2,7%, λόγω της μείωσης των εισπράξεων από θαλάσσιες μεταφορές.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου πρωτογενών εισοδημάτων συρρικνώθηκε κυρίως λόγω της μείωσης των καθαρών πληρωμών για τόκους, μερίσματα και κέρδη, ενώ μείωση κατέγραψε και το έλλειμμα του ισοζυγίου δευτερογενών εισοδημάτων λόγω της μείωσης των πληρωμών του τομέα της γενικής κυβέρνησης.