Το αργότερο μέχρι τις αρχές του Ιουνίου, υπολογίζεται ότι θα ανοίξει η πλατφόρμα αιτήσεων για το νέο «Ανακαινίζω».
Η πλατφόρμα φιλοδοξεί να δώσει διέξοδο σε χιλιάδες ιδιοκτήτες και πιθανώς “ανάσα” σε όσους αναζητούν προσιτό ενοίκιο κατοικίας.
Το παλιό “Ανακαινίζω- Νοικιάζω” κλείνει τον κύκλο του χωρίς θεαματικά αποτελέσματα, καθώς ούτως ή άλλως ο διαθέσιμος προϋπολογισμός των 50 εκ ευρώ αλλά και τα κριτήρια ένταξης δεν προμήνυαν κάτι διαφορετικό. Είναι ενδεικτικό ότι μέχρι τώρα έχουν αξιοποιήσει το πρόγραμμα λιγότεροι από 4.000 ιδιοκτήτες. Με το νέο “Ανακαινίζω” τα πράγματα εκτιμάται ότι θα αλλάξουν, όχι μόνο γιατί το κονδύλι φτάνει τα 500 εκ ευρώ, αλλά κυρίως επειδή η φιλοσοφία του προγράμματος είναι διαφορετική.
Μετά από πολύμηνες διαβουλεύσεις με την Κομισιόν, η Ελλάδα πήρε το πράσινο φως για ένα νέο “όπλο” που θα πέσει στη μάχη της στέγασης, το οποίο ρίχνει το βάρος εκεί που “πονάει” η τσέπη όσων έχουν “κλειστά” διαμερίσματα: στην επιδότηση επισκευών και δευτερευόντως στις δαπάνες ενεργειακής αναβάθμισης. Ένα ακόμα στοιχείο που διαφοροποιεί αυτό το νέο πρόγραμμα είναι ότι δεν εξαιρούνται οι παλιές και “ανοικτές” κύριες κατοικίες, κάτι που δίνει την ευκαιρία ανακαινίσεων- αναβαθμίσεων σε μια συγκυρία όπου οι ενεργειακές απαιτήσεις εντείνονται.
Τα χαρακτηριστικά του προγράμματος
Όπως σημειώνει το υπουργείο Οικονομικών, η συγκεκριμένη δράση θα χρηματοδοτήσει επιδότηση, που ξεκινά από 70% και φτάνει έως το 95%. Η δράση θα απευθύνεται σε νοικοκυριά με χαμηλά αλλά και μεσαία εισοδήματα, που δεν διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους για την ανακαίνιση και αξιοποίηση της περιουσίας τους. Τα αυξημένα ποσοστά επιδότησης προβλέπονται για άτομα με αναπηρία, τρίτεκνους, πολύτεκνους, μονογονεϊκές οικογένειες, νέους από 25-35 ετών, καθώς και για ακίνητα, που βρίσκονται σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές. Προφανής στόχος της δράσης είναι η αύξηση της προσφοράς κατοικιών και η ενίσχυση της ποιοτικής ιδιοκατοίκησης.
Στόχος είναι να ανακαινιστούν έως 20.000 κατοικίες, με επιφάνεια έως 120 τ.μ. Η επιδότηση θα υπολογίζεται ανά τετραγωνικό μέτρο, με πλαφόν τα 300 ευρώ/τ.μ., ενώ η συνολική ενίσχυση ανά κατοικία θα μπορεί να φτάσει περίπου τις 36.000 ευρώ. Υπολογίζεται ότι από τα 500 εκ ευρώ του προγράμματος, περίπου το 80% θα επιδοτήσει δαπάνες επισκευών και το υπόλοιπο θα χρηματοδοτήσει εργασίες αναβαθμίσεων. Τα εισοδηματικά όρια θα είναι ανάλογα με αυτά που ισχύουν για το “Σπίτι μου 2”, ενώ βασική προϋπόθεση για να λάβει κανείς τη σχετική επιδότηση είναι είτε να διαθέσει το ανακαινισμένο ακίνητο προς μακροχρόνια μίσθωση για τουλάχιστον μια 5ετία, είτε να παραμείνει ιδιοκατοικούμενο για το ίδιο χρονικό διάστημα.
Στα ύψη το κόστος στέγασης
Με την γνωστή παροιμία “ήτανε στραβό το κλήμα, το’ φαγε και ο γάιδαρος”, να ταιριάζει γάντι στην περίπτωση της στεγαστικής κρίσης, οι επίδοξοι αγοραστές αλλά και οι αναζητούντες βιώσιμο ενοίκιο, έχουν να αντιμετωπίσουν, πλέον και τις συνέπειες του πολέμου στον Περσικό, πέρα από τις στρεβλώσεις της αγοράς ακινήτων.
Κατ' αρχάς, τα υλικά οικοδομής συνεχίζουν να ακριβαίνουν, αυξάνοντας περαιτέρω το κατασκευαστικό κόστος, άρα και τις τελικές τιμές των νέων ακινήτων. Ενδεικτικά, το ατσάλι έχει ανέβει περίπου 2,8% μέσα σε ένα μήνα, ο σίδηρος γύρω στο 6,5%, το αλουμίνιο περίπου 7,5%, η ξυλεία γύρω στο 8,5%. Σε αυτά θα πρέπει κανείς να προσθέσει τις επιπτώσεις από το ακριβότερο πετρέλαιο, που δεν επηρεάζει μόνο το κόστος των μεταφορών αλλά και το κόστος παρασκευής πλαστικών ειδών, που χρησιμοποιούνται στις οικοδομές.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο όσους αναζητούν στέγη για ιδιοκατοίκηση, αλλά και όσους ψάχνουν για προσιτό ενοίκιο. Πέρα από την προφανή εξίσωση “ακριβότερη αγορά ακινήτου = ακριβότερη εκμίσθωση”, οι ενοικιαστές, ειδικά οι νέοι με τα κατά τεκμήριο χαμηλότερα εισοδήματα, έχουν να αντιμετωπίσουν τις νέες πληθωριστικές πιέσεις από τα μέτωπα του πολέμου. Οι ανατιμήσεις έχουν ξεκινήσει από τα καύσιμα, προστίθενται στις ανατιμήσεις που ήδη καταγράφονται από την αρχή της χρονιάς σε βασικά είδη διατροφής και ουδείς μπορεί να προβλέψει πώς θα εξελιχθούν όσο παρατείνεται η διαταραχή στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Τι δείχνουν οι μετρήσεις της Eurostat
Τα νεώτερα στοιχεία από την Eurostat δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία για το κόστος στέγασης. Αν και σε σύγκριση με τα προ δεκαετίας δεδομένα, φαίνεται ότι έχει μειωθεί το ποσοστό των νοικοκυριών που δαπανούν μεγάλο μέρος του εισοδήματος τους για στέγαση, η Ελλάδα παραμένει πρώτη και διαφορά στην κορυφή της σχετικής ευρωπαϊκής κατάταξης.
Ειδικότερα, το 2025, το 26,4% των ελληνικών νοικοκυριών έπρεπε να δώσουν πάνω από το 40% του εισοδήματος τους για το κόστος στέγασης, με δεύτερη τη Γερμανία σε μεγάλη απόσταση, με μόλις 11,2%. Ανατρέχοντας στα στοιχεία της προηγούμενης δεκαετίας, το υψηλότερο ποσοστό (45,5%) καταγράφεται το 2015. Αυτό που πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι αν και καταγράφεται επισήμως αυτή η μείωση των νοικοκυριών στα “κόκκινα”, άλλος δείκτης της Eurostat, που μετρά το κόστος στέγασης με βάση την αγοραστική δύναμη, καταγράφει αύξηση χρόνο με τον χρόνο. Συγκεκριμένα, το 2015 το συνολικό κόστος στέγασης διαμορφωνόταν στις 644,6 Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (PPS), ακολούθησε αποκλιμάκωση του ως το 2021 (499,7 ΜΑΔ), αλλά έκτοτε- προφανώς λόγω της πληθωριστικής κρίσης που ροκάνισε τα εισοδήματα- το κόστος ανεβαίνει, για να φτάσει πέρσι στις 675,3 ΜΑΔ.
Πηγή: iefimerida.gr
Διαβάστε επίσης:
Παράταση έως 1η Οκτωβρίου στην υποχρεωτική καταβολή ενοικίων μέσω τραπεζών