Οικονομία

Επιμένει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο: Κόψτε συντάξεις

ΔΝΤ

«Πάντα λέγαμε ότι η Ελλάδα είναι σε δύσκολη θέση, είναι μια από τις χώρες με τις μικρότερες αυξήσεις στην παραγωγικότητα και προβληματικό δημογραφικό. Γι’ αυτό η δυνητική μακροπρόθεσμη ανάπτυξη είναι χαμηλή, κάτω του 1%», δήλωσε ο Πολ Τόμσεν στο πλαίσιο συνέντευξης τύπου του Ευρωπαϊκού Τομέα του ΔΝΤ.

«Νομίζω ότι η μεγάλη πρόκληση είναι να κινηθεί καλύτερα από άλλες στην παραγωγικότητα. Τα θέματα είναι γνωστά, υπάρχει η ανάγκη για δομικές μεταρρυθμίσεις, άνοιγμα της οικονομίας και των κλειστών επαγγελμάτων» πρόσθεσε και εκτίμησε ότι η μεταρρυθμιστική ατζέντα επιτεύχθηκε εν μέρει κατά τα προγράμματα που προηγήθηκε.
«Έχουμε πει επίσης ότι ενώ η χώρα κατάφερε εντυπωσιακή δημοσιονομική προσαρμογή αυτό έγινε με μη φιλικό τρόπο προς την ανάπτυξη», συμπλήρωσε ο Τόμσεν.

Επανερχόμενος στις πάγιες θέσεις του Ταμείου σημείωσε ότι για να πετύχει ένα καλύτερο «δημοσιονομικό μείγμα», είναι κρίσιμο να υπάρξει μεταρρύθμιση στις συντάξεις που είναι πολύ μεγάλες και διεύρυνση της φορολογικής βάσης (το 60% των πολιτών είναι στο αφορολόγητο, δήλωσε). «Αυτές οι προκλήσεις πρέπει να αντιμετωπιστούν και γι’ αυτό ήταν λάθος που δεν προχώρησαν οι περικοπές σε συντάξεις και αφορολόγητο. Ελπίζω αυτό να διορθωθεί».

Επεσήμανε ότι τα σχέδια της νέας κυβέρνησης σε ορισμένους τομείς, όπως οι ιδιωτικοποιήσεις είναι θετικά.

Κατά τον Τόμσεν, «τα προγράμματα έδωσαν χώρο για “αναπνοή”. Η Ελλάδα μπορεί να πετύχει υψηλούς μακροπρόθεσμους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά πρέπει να αναλάβει τις τολμηρές μεταρρυθμίσεις που προαναφθέρθηκαν».

Σε ότι αφορά τον “Ηρακλή” δήλωσε ότι το Ταμείο συμφωνεί με την ιδέα να υπάρχει ένα σχέδιο για τα κόκκινα δάνεια «αλλά δεν ξέρουμε τις λεπτομέρειες».
Πηγή: ant1news.gr

Οικονομία

ΕΚΤ: Ο κορωνοϊός ρίχνει τον σπόρο για μια νέα οικονομική κρίση

ΕΚΤ, Λαγκάρντ

Η πανδημία του κορωνοϊού στην Ευρώπη έχει ενισχύσει τις χρηματοοικονομικές αδυναμίες, αυξάνοντας το φάσμα των περαιτέρω κρίσεων που μπορεί αν έρθουν στο μέλλον καθώς τα επίπεδα χρέους των χωρών αυξάνονται και οι τράπεζες αγωνίζονται να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές συνέπειες, δήλωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την Τρίτη.

Με την οικονομία της ζώνης του ευρώ να αναμένεται να συρρικνωθεί κατά 10% το 2020, οι κυβερνήσεις έχουν λάβει πολλά μέτρα για να περιορίσουν τις ζημιές, αλλά υπάρχει ένα μακροπρόθεσμο τίμημα που θα κληθούν να πληρώσουν, καθώς ορισμένες χώρες πιθανώς να δυσκολευτούν να εξοφλήσουν τα χρέη τους, αυξάνοντας τον κίνδυνο να καταρρεύσουν, πρόσθεσε η ΕΚΤ.

Οι υπερχρεωμένες εταιρείες ενδέχεται επίσης να μην καταφέρουν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, ενώ η εξαιρετικά χαμηλή κερδοφορία των τραπεζών και ο αυξανόμενος κίνδυνος πτώσης των τιμών των ακινήτων αποτελούν επίσης μεταβλητές που συνδράμουν στην αβεβαιότητα της αγοράς, δήλωσε η ΕΚΤ στην εξαμηνιαία έκθεση χρηματοοικονομικής σταθερότητάς.

«Ακόμη και αν τα ποσοστά εξάπλωσης του ιού πέσουν σε πολλές χώρες, ο αντίκτυπος στην οικονομία και τις αγορές έχει αποκαλυφθεί. Αυτό έχει ως συνέπεια, να έχουν ενταθεί οι υπάρχουσες ευπάθειες που απειλούν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ζώνης του ευρώ», δήλωσε η ΕΚΤ.

Το συνολικό επίπεδο του δημόσιου χρέους της ζώνης του ευρώ θα μπορούσε να υπερβεί το 100% επί του ΑΕΠ φέτος, δηλαδή να φτάσει πολύ πάνω από τα επίπεδα της κρίσης χρέους του 2009. Επιπλέον, θα μπορούσε να πλησιάσει το 160% στην Ιταλία, η οποία αντιμετωπίζει ήδη τα αυξανόμενα πονταρίσματα στις αγορές σχετικά με την πιθανότητα να εξέλθει από τη ζώνη του ευρώ, όπως αναφέρει το Reuters.

«Εάν τα μέτρα που λαμβάνονται σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο θεωρηθούν ανεπαρκή για τη διατήρηση της βιωσιμότητας του χρέους, η εκτίμηση της αγοράς για την πιθανότητα εξόδου μια χώρας από το ευρώ ενδέχεται να αυξηθεί περαιτέρω», ανέφερε η ΕΚΤ.