Λίγα συγκροτήματα κατόρθωσαν απ’ το ξεκίνημά τους να συναντήσουν πλατιά εμπορική και καλλιτεχνική αποδοχή, κινούμενα μάλιστα έξω από στερεότυπα, καταργώντας «αφορισμούς» και διαχωριστικές γραμμές. Η διαδρομή των Βρετανών Led Zeppelin χαρακτηρίζεται από μια μαεστρική πρωτοπορία που δεν απαρνιέται την αμεσότητα, τη «γιορτή» και τα συναισθήματα που χαρίζουν τα τραγούδια.
Τον Οκτώβριο του 1969, οι Led Zeppelin παρέδωσαν στο παγκόσμιο κοινό το Led Zeppelin II, έναν δίσκο που λειτούργησε ως ο απόλυτος καταλύτης για τη γέννηση του heavy metal.
Αν το πρώτο τους άλμπουμ έδειξε τις blues ρίζες τους, η δεύτερη αυτή κυκλοφορία έγινε το ευαγγέλιο του σκληρού ήχου. Μέσα από έναν καταιγισμό από ηλεκτρικά riff και πρωτόγνωρη ρυθμική ενέργεια, το συγκρότημα δημιούργησε ένα ηχητικό blueprint που θα ακολουθούσαν τυφλά όλες οι hard rock μπάντες των δεκαετιών που ακολούθησαν.
Το άλμπουμ εκθρόνισε το Abbey Road των Beatles από την κορυφή των charts και εδραίωσε τους Led Zeppelin ως τους νέους κυρίαρχους της παγκόσμιας μουσικής σκηνής
"Whole Lotta Love": Ο Jimmy Page δημιούργησε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και επιδραστικά κιθαριστικά riff όλων των εποχών, το οποίο έγινε το σήμα κατατεθέν της μπάντας.
Παρά τις αντίξοες συνθήκες ηχογράφησης σε διαφορετικά στούντιο κατά τη διάρκεια της περιοδείας, ο Jimmy Page πέτυχε έναν πρωτοποριακό, «ζεστό» και ταυτόχρονα εκρηκτικό ήχο στα τύμπανα και τις κιθάρες.
Με κραυγές που έκοβαν την ανάσα και αστείρευτο πάθος, ο Robert Plant επαναπροσδιόρισε τον ρόλο του frontman στη ροκ μουσική.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Κρήτη: Οργή στο Λιμενικό Σώμα για τη διαχείριση του μεταναστευτικού - "Βούλιαξε" το νησί