Υπάρχουν ορισμένα περιστατικά που, πέρα από την ίδια την επικαιρότητά τους, λειτουργούν ως αφορμές για να θέσουμε ερωτήματα πολύ ευρύτερα από το γεγονός που τα προκάλεσε.
Ένα τέτοιο περιστατικό ήταν και η επίθεση ενός σκύλου σε ένα δωδεκάχρονο παιδί στο Ηράκλειο. Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, ένας ημίαιμος αρσενικός σκύλος ξέφυγε από τον έλεγχο της 28χρονης γυναίκας που τον συνόδευε και επιτέθηκε στο παιδί, προκαλώντας του τραύματα στην αριστερή πλευρά του σώματός του, στο αριστερό ισχίο και στην πλάτη του. Το παιδί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και οι αρμόδιες αρχές κινητοποιήθηκαν για τη διερεύνηση του περιστατικού.
Δεν είναι, όμως, μόνο η επίθεση ενός ζώου σε έναν άνθρωπο που θα έπρεπε να μας απασχολεί. Είναι και όσα αποκαλύπτει ένα τέτοιο περιστατικό για τον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη κοινωνία αντιλαμβάνεται την ευθύνη, την προστασία, την ελευθερία, την αξία της ζωής και, τελικά, τον ίδιο τον άνθρωπο.
Γιατί ας θέσουμε ένα απλό αλλά καθόλου απλό ερώτημα:
Τι θα συνέβαινε εάν το παιδί, προκειμένου να σώσει τη ζωή ή τη σωματική του ακεραιότητα, αντιστεκόταν στον σκύλο;
Εάν τον κλωτσούσε; Εάν τον χτυπούσε; Εάν του προκαλούσε τραυματισμό για να μπορέσει να απαλλαγεί από την επίθεση;
Θα θεωρούσαμε άραγε αυτή την πράξη «κακοποίηση ζώου» ή θα αναγνωρίζαμε το αυτονόητο δικαίωμα του ανθρώπου να υπερασπιστεί τη ζωή και το σώμα του;
Το ερώτημα δεν είναι νομικίστικο. Είναι βαθύτατα φιλοσοφικό.
Ποια είναι η θέση του ανθρώπου μέσα στην κλίμακα των αξιών μιας κοινωνίας;
Και εδώ ακριβώς αρχίζει το δύσκολο μέρος της συζήτησης.
Η προστασία των ζώων είναι αναμφισβήτητα δείγμα πολιτισμού. Μια κοινωνία που βασανίζει, κακοποιεί και εξοντώνει χωρίς λόγο τα ζώα δεν μπορεί εύκολα να υπερηφανεύεται για την ηθική της ποιότητα. Ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφερόμαστε στα ασθενέστερα και ανυπεράσπιστα πλάσματα είναι πράγματι ένας καθρέφτης του πολιτισμού μας.
Αλλά ο πολιτισμός δεν είναι μόνο ευαισθησία.
Είναι και μέτρο.
Και το μέτρο προϋποθέτει ιεράρχηση.
Δεν είναι όλες οι αξίες ίδιες, ούτε μπορούν όλα τα δικαιώματα να τοποθετούνται στην ίδια ζυγαριά, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις. Μια κοινωνία οφείλει να προστατεύει το ζώο, αλλά πρωτίστως οφείλει να προστατεύει τον άνθρωπο. Και όταν η ζωή και η σωματική ακεραιότητα ενός ανθρώπου απειλούνται άμεσα, η άμυνά του δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν ηθική παρέκκλιση επειδή ο επιτιθέμενος είναι ένα ζώο.
Αυτό δεν σημαίνει περιφρόνηση προς τα ζώα. Σημαίνει διάκριση.
Και χωρίς διάκριση δεν υπάρχει ούτε ηθική ούτε δικαιοσύνη.
Και εδώ γεννιέται ένα ακόμη, βαθύτερο ερώτημα: άραγε οι νομοθέτες δεν σκέφτηκαν τον άνθρωπο τη στιγμή που δέχεται μια βίαιη επίθεση από ένα ζώο; Η πολιτεία ασφαλώς οφείλει να προστατεύει τα ζώα, αλλά οφείλει πρωτίστως να διασφαλίζει τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Γιατί, τελικά, για ποιον νομοθετεί ο νομοθέτης; Για ποιον ζητά την ψήφο του στις εκλογές; Όχι από τα ζώα, αλλά από τον άνθρωπο, τον πολίτη, το υποκείμενο της πολιτείας. Και για έναν πολιτισμό που εξακολουθεί να αντλεί την ταυτότητά του από τη χριστιανική παράδοση, το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος: ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα ακόμη ζώο· είναι το πλάσμα που, κατά τη βιβλική παράδοση, δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του Θεού. Αυτό δεν του δίνει δικαίωμα να κακοποιεί τα άλλα έμβια όντα· του επιβάλλει, όμως, την ευθύνη να τα προστατεύει χωρίς να λησμονεί την ιδιαίτερη αξία της ανθρώπινης ζωής.
Η παράδοξη επιλεκτικότητα της ευαισθησίας μας
Υπάρχει, ωστόσο, και μια δεύτερη αντίφαση, ίσως ακόμη πιο ενοχλητική.
Έχουμε οικοδομήσει μια ολόκληρη ηθική και νομική γλώσσα γύρω από την προστασία ορισμένων ζώων. Αγαπάμε τον σκύλο, τη γάτα, το κατοικίδιο. Τα θεωρούμε μέλη της οικογένειάς μας. Τους δίνουμε ονόματα, τους αποδίδουμε συναισθήματα, τους παρέχουμε ιατρική περίθαλψη, τροφή, στέγη και προστασία. Την ίδια στιγμή, άλλα ζώα παραμένουν σχεδόν αόρατα μέσα στην ηθική μας συνείδηση.
Το βοοειδές, το πρόβατο, η αίγα, ο χοίρος, το κουνέλι, η όρνιθα δεν παύουν να είναι ζωντανά πλάσματα επειδή εμείς τα εντάξαμε στην κατηγορία «διατροφή». Το γεγονός ότι τα καταναλώνουμε δεν εξαφανίζει την έμβια φύση τους. Και εδώ γεννιέται μια ερώτηση που δύσκολα αποφεύγεται:
Αγαπάμε πράγματι τα ζώα ή αγαπάμε ορισμένα ζώα;
Μήπως η ευαισθησία μας δεν είναι τόσο καθολική όσο θέλουμε να πιστεύουμε; Μήπως είναι επιλεκτική και διαμορφώνεται από τη συνήθεια, την αισθητική, την οικειότητα και τον πολιτισμικό μας κώδικα;
Ο σκύλος κοιμάται στο σπίτι μας και γίνεται «μέλος της οικογένειας». Το γουρούνι βρίσκεται στο πιάτο μας και μετατρέπεται σε «κρέας». Η αντίφαση είναι προφανής.
Και τι θα απαντούσαμε στους άλλους;
Ας προχωρήσουμε, όμως, ένα βήμα ακόμη.
Τι θα είχαμε να πούμε σε μια κοινωνία όπου, για λόγους παράδοσης ή διατροφικής κουλτούρας, οι άνθρωποι τρώνε σκύλους ή γάτες;
Θα της λέγαμε ότι είναι απολίτιστη; Ότι δεν σέβεται τη ζωή; Ότι ένας σκύλος ή μια γάτα δεν είναι τροφή αλλά έμβιο ον που αισθάνεται, υποφέρει και φοβάται;
Και θα μπορούσε τότε ο άλλος να μας απαντήσει:
«Και εσείς;»
«Εσείς γιατί τρώτε αγελάδες, γουρούνια, πρόβατα, κατσίκες, κουνέλια και κοτόπουλα; Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να αποφασίσετε ότι ο σκύλος είναι σύντροφος, η γάτα μέλος της οικογένειας, αλλά το γουρούνι είναι τροφή; Ποιος χάραξε αυτή τη γραμμή ανάμεσα στα ζώα;»
Τι θα απαντούσαμε;
Ότι ο σκύλος είναι πιο έξυπνος;
Ότι η γάτα ζει μαζί μας;
Ότι τα άλλα ζώα εκτρέφονται για να τα τρώμε;
Μα αυτές είναι εξηγήσεις για τη δική μας συνήθεια. Δεν αποτελούν κατ’ ανάγκην ηθικές αποδείξεις.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η δύσκολη πλευρά του ζητήματος.
Η ηθική μας σχέση με τα ζώα είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν ιστορίας, πολιτισμού, θρησκευτικών και κοινωνικών αντιλήψεων, αλλά και καθημερινής συνήθειας. Το ίδιο ζώο μπορεί σε μια κοινωνία να θεωρείται μέλος της οικογένειας και σε μια άλλη να θεωρείται τροφή. Οι πολιτισμοί χαράζουν διαφορετικά τα όρια ανάμεσα στο «ζώο-σύντροφος» και στο «ζώο-διατροφή».
Και ας αντιστρέψουμε για λίγο το βλέμμα. Εμείς αισθανόμαστε αποτροπιασμό στην ιδέα ότι ένας σκύλος ή μια γάτα μπορεί να θανατωθεί, είτε εκ προθέσεως είτε από ατύχημα. Τι θα αισθανόταν, όμως, ένας άνθρωπος που θεωρεί την αγελάδα ιερή όταν βλέπει ότι εμείς τη θανατώνουμε και την καταναλώνουμε; Μήπως αυτό που θεωρούμε αυτονόητη ηθική αλήθεια είναι, σε κάποιο βαθμό, αποτέλεσμα της δικής μας πολιτισμικής συνήθειας; Και αν ναι, με ποιο κριτήριο αποφασίζουμε ποιο ζώο είναι σύντροφος, ποιο είναι ιερό και ποιο είναι τροφή;
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι πρακτικές είναι αυτομάτως ηθικά ισοδύναμες.
Σημαίνει, όμως, ότι πριν καταδικάσουμε τον άλλον, οφείλουμε να κοιτάξουμε με ειλικρίνεια τον εαυτό μας.
Γιατί είναι εύκολο να αισθανόμαστε ηθικά ανώτεροι όταν βλέπουμε κάποιον άλλον να τρώει ένα ζώο που εμείς έχουμε μάθει να αγαπάμε. Πολύ δυσκολότερο είναι να αναρωτηθούμε γιατί εμείς θεωρούμε απολύτως φυσιολογικό να τρώμε ένα άλλο ζώο, το οποίο κάποιος άλλος πολιτισμός θα μπορούσε να θεωρεί εξίσου άξιο προστασίας.
Δεν σημαίνει ότι πρέπει να εξισώσουμε όλες τις πρακτικές ούτε ότι κάθε παράδοση είναι υπεράνω κριτικής. Σημαίνει ότι η ηθική κριτική πρέπει να αρχίζει από την αυτοκριτική.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι:
«Γιατί αυτοί τρώνε σκύλους;»
Αλλά:
«Με ποιο κριτήριο εμείς αποφασίζουμε ποια ζώα αξίζουν την προστασία μας και ποια επιτρέπεται να πεθάνουν για να αποτελέσουν την τροφή μας;»
• Εάν απαντήσουμε ότι όλα τα ζώα έχουν ακριβώς την ίδια ηθική αξία, τότε πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες αυτής της θέσης.
• Εάν απαντήσουμε ότι ο άνθρωπος έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα ζώα για την επιβίωση και τη διατροφή του, τότε πρέπει να εξηγήσουμε γιατί αυτό το δικαίωμα σταματά στον σκύλο και στη γάτα.
• Και εάν απαντήσουμε ότι ο πολιτισμός μας έχει τη δυνατότητα να επανεξετάζει τις παραδόσεις και τις συνήθειές του, τότε πρέπει να δεχθούμε ότι το ίδιο δικαίωμα έχουν και οι άλλοι πολιτισμοί.
Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται η πραγματική δοκιμασία της πολιτισμένης κοινωνίας:
όχι στο να θεωρεί τον εαυτό της ανώτερο από τους άλλους, αλλά στο να έχει το θάρρος να εξετάζει κριτικά και τις δικές της αντιφάσεις.
Από την προστασία στην αντιστροφή των αξιών
Το πραγματικό πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η φιλοζωία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η φιλοζωία, όπως και κάθε άλλη αξία, παύει να βρίσκεται μέσα σε ένα σύστημα αναλογιών και μετατρέπεται σε απόλυτο. Γιατί τότε η προστασία παύει να είναι προστασία και γίνεται ιδεολογία. Και κάθε ιδεολογία που αρνείται το μέτρο κινδυνεύει να καταλήξει στο αντίθετο από εκείνο που αρχικά επεδίωκε.
Μια κοινωνία μπορεί να ξεκινήσει από την εύλογη και δίκαιη απαίτηση να μην κακοποιούνται τα ζώα και να καταλήξει, εάν χάσει την αίσθηση της αναλογίας, να δημιουργεί την εντύπωση ότι ο άνθρωπος πρέπει διαρκώς να απολογείται επειδή διεκδικεί την ασφάλεια, την ελευθερία ή την αυτοπροστασία του.
Και τότε πρέπει να τεθεί το πιο θεμελιώδες ερώτημα:
Μήπως δεν προστατεύουμε πλέον απλώς τα ζώα, αλλά αποδομούμε σταδιακά την ίδια την έννοια της ανθρώπινης προτεραιότητας;
Δεν είναι μικρό ζήτημα. Γιατί ο πολιτισμός δεν κρίνεται μόνο από το πόσους νόμους έχει μια κοινωνία. Κρίνεται από το εάν οι νόμοι της εκφράζουν μια συνεκτική αντίληψη περί δικαιοσύνης. Ο νόμος δεν υπάρχει για να πολλαπλασιάζει τις απαγορεύσεις. Υπάρχει για να οργανώνει τη συμβίωση των ανθρώπων, να προστατεύει τον αδύναμο, να επιβάλλει ευθύνη στον υπεύθυνο και να διασφαλίζει την ελευθερία εκεί όπου αυτή δεν προσβάλλει τη ζωή και την ελευθερία του άλλου. Και εδώ επιστρέφουμε στον άνθρωπο.
Από τον Πυθαγόρα στον Πλούταρχο: το παλαιό ερώτημα της ζωής
Το παράδοξο, μάλιστα, είναι ότι το ερώτημα αυτό δεν είναι καθόλου καινούργιο.
Η αρχαιότητα είχε ήδη θέσει, με διαφορετικούς τρόπους, το ζήτημα της σχέσης του ανθρώπου με τα άλλα έμβια όντα. Στην πυθαγόρεια παράδοση και σε μεταγενέστερους στοχαστές συναντούμε την ιδέα ότι η αποχή από την κρεοφαγία συνδέεται με τον σεβασμό προς την έμβια φύση και με μια προσπάθεια εξαγνισμού του ανθρώπου.
Ο Πλούταρχος, αιώνες αργότερα, θα επανέλθει στο ζήτημα με τρόπο ιδιαίτερα χαρακτηριστικό. Δεν τον ενδιαφέρει μόνο τι τρώει ο άνθρωπος. Τον ενδιαφέρει τι άνθρωπος γίνεται εκείνος που τρώει.
Το ερώτημα, δηλαδή, μετατοπίζεται από το ζώο στον ίδιο τον άνθρωπο.
Και ίσως αυτή είναι η ουσία κάθε σοβαρής ηθικής φιλοσοφίας: όχι απλώς να ρωτά «τι επιτρέπεται;», αλλά να ρωτά «σε τι άνθρωπο μας μετατρέπει αυτό που επιλέγουμε;»
Εάν η αποχή από την κρεοφαγία μπορούσε για κάποιους αρχαίους στοχαστές να αποτελεί άσκηση αυτοκυριαρχίας και σεβασμού προς τη ζωή, τότε η σημερινή συζήτηση αποκτά ένα παράδοξο βάθος.
Εμείς, οι υποτιθέμενοι περισσότερο «πολιτισμένοι», μπορούμε να διαθέτουμε αυστηρούς νόμους για την προστασία του σκύλου και της γάτας και ταυτόχρονα να καταναλώνουμε καθημερινά άλλα ζώα χωρίς σχεδόν καμία ηθική διερώτηση.
Ίσως, λοιπόν, η πρόοδος να μην είναι τόσο αυτονόητη όσο νομίζουμε.
Ίσως έχουμε γίνει περισσότερο ευαίσθητοι, αλλά όχι κατ’ ανάγκην περισσότερο σοφοί. Και ίσως η διαφορά ανάμεσα στα δύο να είναι τεράστια.
Ο πολίτης που μετατρέπεται σε ιδιώτη
Ίσως, όμως, πίσω από όλα αυτά να υπάρχει κάτι ακόμη βαθύτερο. Η σύγχρονη κοινωνία δεν αντιμετωπίζει μόνο κρίση θεσμών. Αντιμετωπίζει και κρίση του ίδιου του ανθρώπου ως πολίτη.
Η αρχαία ελληνική σκέψη δεν αντιλαμβανόταν τον άνθρωπο ως απομονωμένο άτομο, κλεισμένο μέσα στην ιδιωτική του ευημερία. Ο άνθρωπος ήταν πολιτικό ον. Υπήρχε μέσα στην πόλη και μαζί με την πόλη. Η συμμετοχή στα κοινά δεν ήταν εξωτερική δραστηριότητα, αλλά στοιχείο της ίδιας της ανθρώπινης υπόστασης.
Ο «ιδιώτης» —και εδώ βρίσκεται μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα γλωσσική και πολιτική διαδρομή— ήταν εκείνος που αποσύρεται από τα κοινά και περιορίζεται στην ιδιωτική του σφαίρα.
Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής μας. Δεν κινδυνεύουμε μόνο από κακούς νόμους. Κινδυνεύουμε από την παθητικοποίηση του πολίτη.
Από έναν άνθρωπο που ενδιαφέρεται κυρίως για την προσωπική του κατανάλωση, την ατομική του ασφάλεια, την προσωπική του ευημερία και την ιδιωτική του ζωή, ενώ σταδιακά παύει να αισθάνεται ότι η κοινωνία είναι δική του υπόθεση.
Η Ρώμη και το τίμημα της ευμάρειας
Κάπου εδώ η ιστορική μνήμη αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η Ρώμη δεν κατέρρευσε επειδή μια ημέρα έπαψε να είναι ισχυρή. Οι κοινωνίες και οι πολιτείες σπάνια καταρρέουν τόσο απλά. Η παρακμή είναι συνήθως μια μακρά διαδικασία εσωτερικής διάβρωσης.
Η ύστερη Ρωμαϊκή Δημοκρατία και, αργότερα, η αυτοκρατορική περίοδος γνώρισαν τεράστια συσσώρευση πλούτου, επέκταση, πολυτέλεια και υλική ευμάρεια. Μαζί όμως με την ευμάρεια μεταβαλλόταν και η σχέση του πολίτη με την πολιτεία.
Ο ενεργός πολίτης μπορούσε να μετατραπεί σε θεατή.
Ο άνθρωπος που συμμετείχε στα κοινά μπορούσε να γίνει καταναλωτής.
Η πολιτική συμμετοχή μπορούσε να υποχωρήσει μπροστά στην ιδιωτική απόλαυση.
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη προειδοποίηση που μας προσφέρει η ιστορία:
οι κοινωνίες δεν παρακμάζουν πάντοτε όταν φτωχαίνουν. Μπορούν να αρχίσουν να παρακμάζουν όταν η ευμάρεια γίνεται αυτοσκοπός και όταν ο άνθρωπος παύει να ενδιαφέρεται για το κοινό αγαθό.
Ο Πλούταρχος, όταν γράφει για τον Περικλή και την Αθήνα, δεν μας προσφέρει απλώς μια ιστορική αφήγηση. Μας υποχρεώνει να σκεφθούμε τη σχέση ανάμεσα στην ακμή μιας πολιτείας και στην ποιότητα των ανθρώπων που την αποτελούν.
Γιατί μια πόλη μπορεί να είναι πλούσια και συγχρόνως φτωχή σε πολίτες.
Μπορεί να έχει νόμους και να στερείται δικαιοσύνης.
Μπορεί να έχει ελευθερία λόγου και να στερείται ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου.
Μπορεί να έχει πρωτοφανή τεχνολογική δύναμη και να στερείται σοφίας.
Μπορεί να έχει ευαισθησία και να στερείται μέτρου.
Και μπορεί να προστατεύει τα πάντα, εκτός από εκείνο που θα έπρεπε πρωτίστως να προστατεύει:
την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Το πραγματικό διακύβευμα
Ίσως, λοιπόν, το περιστατικό στο Ηράκλειο να μην είναι παρά η αφορμή.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν πρέπει να αγαπάμε τα ζώα. Φυσικά και πρέπει.
Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν μπορούμε να αγαπάμε τα ζώα χωρίς να πάψουμε να αγαπάμε τον άνθρωπο.
Εάν μπορούμε να προστατεύουμε το ζώο χωρίς να αμφισβητούμε το δικαίωμα του ανθρώπου στην αυτοπροστασία.
Εάν μπορούμε να είμαστε ευαίσθητοι χωρίς να γινόμαστε επιλεκτικοί.
Εάν μπορούμε να νομοθετούμε χωρίς να χάνουμε την αίσθηση της αναλογίας.
Εάν μπορούμε να προοδεύουμε χωρίς να συγχέουμε την τεχνολογική και υλική πρόοδο με τον πολιτισμό.
Και, τελικά, εάν μπορούμε να παραμείνουμε πολίτες και να μη μετατραπούμε απλώς σε ιδιώτες που κατοικούν μέσα σε μια κοινωνία την οποία παρακολουθούν από απόσταση.
Γιατί ίσως η μεγαλύτερη παρακμή δεν αρχίζει όταν μια κοινωνία χάνει τον πλούτο της.
Αρχίζει όταν χάνει το μέτρο της.
Όταν δεν μπορεί πλέον να ξεχωρίσει το ουσιώδες από το επουσιώδες, το δικαίωμα από την αυθαιρεσία, την προστασία από την υπερβολή, την ευαισθησία από τον συναισθηματισμό και, πάνω απ’ όλα, το μέσο από τον σκοπό.
Και τότε η ιστορία μάς θυμίζει κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε:
Καμία κοινωνία δεν σώθηκε επειδή απέκτησε περισσότερους κανόνες. Οι κοινωνίες σώζονται όταν οι άνθρωποί τους διατηρούν την ικανότητα να κρίνουν, να συμμετέχουν και να ξεχωρίζουν το δίκαιο από το άδικο.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πραγματικό διακύβευμα της εποχής μας.
Όχι ο σκύλος.
Όχι η γάτα.
Όχι καν κανένα συγκεκριμένο ζώο.
Ο άνθρωπος. Και η θέση που επιλέγει να έχει μέσα στον κόσμο που ο ίδιος δημιούργησε.
*Ο Γιώργος Κορναράκης είναι Καθηγητής, Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του ekriti.gr
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ιός Δυτικού Νείλου: Οι περιοχές της Κρήτης που μπαίνουν σε «υψηλό κίνδυνο»