Αφιερωματα

Λούης Τίκας: Ο Kρητίκαρος που άλλαξε για πάντα την αμερικανική ιστορία της εργασίας (φωτο)

Louis Tikas

Μπορεί στην Ελλάδα το όνομά του να μην είναι τόσο γνωστό ενώ και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Ρέθυμνο να μην μνημονεύεται (μόλις πριν λίγα χρόνια δόθηκε το όνομα του σε δρόμο της πόλης), αλλά ο Λούης Τίκας θεωρείται από τις μεγαλύτερες μορφές της εργατικής τάξης στις ΗΠΑ

Γεννημένος το 1886 στη Λούτρα, λίγο έξω από την πόλη του Ρεθύμνου, μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1906. Πριν φύγει έβγαλε μια φωτογραφία φορώντας την παραδοσιακή κρητική στολή και την άφησε ως ενθύμιο στους συγγενείς του. Δεν επρόκειτο να ξανανταμωθούν. Στις ΗΠΑ μετέτρεψε το όνομά του στο αγγλοσαξονικό Λούης Τίκας (Luis Tikas), με το οποίο έμελλε να γραφτεί στην ιστορία των συνδικαλιστικών αγώνων.​

λούης τίκας
λούης τίκας

 

Ο Τίκας ήταν συνειδητός ριζοσπάστης. Την εποχή που έφτασε στο Ντένβερ, το μεγάλο αφεντικό ήταν ο Λεωνίδας Σκλήρης, από τη Σπάρτη, ένα είδος εργατοπατέρα που έλεγχε τους Έλληνες εργάτες όχι μόνο στο Κολοράντο αλλά και στη Γιούτα και τη Νεβάδα. Τους εύρισκε δουλειά στα ορυχεία με συνθήκες μεσαιωνικές και αμοιβές χειρότερες από των άλλων εθνοτήτων. Η κατάσταση στα ορυχεία ήταν τραγική με απάνθρωπες συνθήκες και πολλούς εργάτες να χάνουν την ζωή τους από εργατικά ατυχήματα.

Στα ανθρακωρυχεία υπήρχαν και 350 Έλληνες τους οποίους ο Λούης Τίκας αρχίζει να τους οργανώνει ενάντια στον εργατοπατερισμό που εκφραζόταν από Έλληνες που μεσολαβούσαν ανάμεσα στην εργοδοσία και τους ελληνικής καταγωγής εργάτες. Το Νοέμβριο του 1912 βρισκόταν στα ορυχεία του Φρέντερικ στο Κολοράντο, που ήταν σκλαβοπάζαρα. Στις 19 Νοεμβρίου ήταν επικεφαλής των 63 Ελλήνων που κατέβηκαν σε απεργία. Τότε αναδείχτηκε η ηγετική κορφή του συνδικαλιστή Τίκα, με αποτέλεσμα να κερδίσει την εμπιστοσύνη των συμπατριωτών του, που αναζητούσαν τρόπους να απαλλαγούν από εργατοπατέρες τύπου «Σκλήρη». 

Λούης Τίκας
Λούης Τίκας

 

Οι καιροί τότε ήταν διαφορετικοί. Αντί για πικετοφορίες με πλακάτ, οι απεργοί κρατούσαν όπλα. Οι περισσότεροι ήταν οπλισμένοι καθώς οι συνθήκες και η έλλειψη ασφάλειας στις πόλεις εξόρυξης που έμεναν, σήμαινε ότι έπρεπε να προστατεύσουν τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους. Η απεργία αυτή θα κατέληγε στην πιο βίαιη σφαγή στην ιστορία των αμερικάνικων εργασιακών σχέσεων, τη σφαγή του Λαντλόου.

 

  • Η σφαγή του Λάντλοου

Τον Σεπτέμβρη του 1913, είναι από τις ηγετικές μορφές της μεγάλης απεργίας που ξεκινά από τους ανθρακωρύχους στο Λάντλοου. Οι απεργοί ζητούν να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία, να υπάρξουν αυστηρά μέτρα ασφάλειας στα ορυχεία για την αποφυγή θανατηφόρων ατυχημάτων, αναγνώριση του συνδικάτου τους, να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι σε αυτούς της εταιρίας, καθώς και το δικαίωμα να ψωνίζουν από μαγαζιά που δεν ανήκουν στην εταιρία. 

Λούης Τίκας
Λούης Τίκας

 

Ο Ροκφέλερ απολύει τους απεργούς, τους κάνει έξωση από τα σπίτια τους και προσλαμβάνει απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Στήνουν σκηνές στην περιοχή ώστε να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες να μπουν στα ορυχεία. Οι απεργοί υπερασπίζονται ένοπλα την απεργία και η εταιρία του Ροκφέλερ ζητάει την παρέμβαση της εθνοφρουράς του Κολοράντο για να ηρεμήσει την κατάσταση. Οι συγκρούσεις ήταν βιαιότατες. Τότε η οικογένεια Ροκφέλερ ζητάει από τον Κυβερνήτη να ντυθούν με στολές της εθνοφρουράς δικά της, έμπιστα πρόσωπα, αποφασισμένα αν χρειαστεί να ρίξουν στο ψαχνό. Αλλά οι απεργοί δεν υποχώρησαν, ακόμη και όταν οι Ροκφέλερ έστειλαν ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο το οποίο έφερε πολυβόλο και οι εθνοφρουροί το αποκαλούσαν Death Special.

Λούης Τίκας
Λούης Τίκας

 

Στις 20 Απριλίου η εθνοφρουρά ζητά από τον Τίκα να της παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές. Ο Τίκας αρνείται και ανάμεσα στην Εθνοφρουρά και τους απεργούς ανταλλάσονται πυρά. Ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με μαρτυρίες πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες και από ασφυξία, ενώ ένα αγοράκι δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του. Σύμφωνα με τα όσα έγιναν γνωστά αργότερα οι πιστολάδες του Ροκφέλερ είχαν καταναλώσει μεγάλες ποσότητες ουίσκι από το κοντινό σαλούν και ήταν σε κατάσταση μέθης. 

Ο Τίκας εμφανίζεται με λευκή σημαία ζητώντας να υπάρξει διακοπή για να προστατευθούν οι γυναίκες και τα παιδιά. Εμφανίζεται ο επικεφαλής της Εθνοφρουράς Λίντερφερντ, συνοδευόμενος από μπράβους του Ροκφέλερ και ένοπλους. Μετά από λίγα λεπτά διαπραγματεύσεων, οι μπράβοι και οι εθνοφρουροί αρχίζουν να χτυπάνε τον Τίκα στο κεφάλι κι ένας με την καραμπίνα του ανοίγει το κεφάλι του Τίκα στα δύο, ενώ στη συνέχεια άρχισαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα του.  

λούης τίκας
λούης τίκας

 

Ακολούθησε η εισβολή στον καταυλισμό των εργατών, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν, σκοτώνοντας 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους. Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου και τη νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.

Μετά τη σφαγή στο Λάντλοου, οι συγκρούσεις των εργατών με την εθνοφρουρά εξαπλώνονται σε όλη την Πολιτεία του Κολοράντο και οι συγκρούσεις θα σταματήσουν μόνο όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Γούντρο Γουίλσον έστειλε μονάδες του ομοσπονδιακού στρατού στην περιοχή. 

Λούης Τίκας
Λούης Τίκας

 

Η «Σφαγή του Λάντλοου» παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις σημαντικότρες στιγμές στην ιστορία του αμερικανικού εργατικού κινήματος. Ο Λούης Τίκα αποτελεί έναν από τους ήρωες της ιστορίας των ΗΠΑ που άλλαξαν με τον αγώνα τους την εργατική τάξη στην χώρα. Ακόμα και σήμερα στο Κολοράντο, ο Ηλίας Σπαντιδάκης τιμάται για τον αγώνα και μάλιστα τον Ιούνιο του 2018 στην μικρή πόλη Τρινιντάντ του Κολοράντο τοποθετήθηκε άγαλμα του.

Το άγαλμα του Λούης Τίκα
Το άγαλμα του Λούης Τίκα

 

Στη βάση του αναγραφόταν το όνομα του Λούη Τίκα, η ημερομηνία θανάτου του στα ελληνικά και στα αγγλικά με την επιγραφή «Του αντρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δεν λογιέται». Το άγαλμα τοποθετήθηκε στο μουσείο «Southern Colorado Coal Miners’ Memorial & SC Coal Miner’s Museum», στο δήμο Τρινιντάντ των ΗΠΑ, εκεί όπου θάφτηκε ο Λούης Τίκας, ενώ η Κομητεία Λας Ανίμας ονόμασε τον δρόμο που ενώνει την πόλη Τρινιντάντ με το Λάντλοου, όπου έγινε η μεγάλη σφαγή και πέθανε ο Λούης Τίκας, Louis Tikas Highway.

Ένα βραβευμένο ντοκιμαντέρ που ονομάζεται "Παλικάρι: Λούης Τίκας και η Σφαγή του Λοντλόου" δημιουργήθηκε για τον εορτασμό της 100ης επετείου . Δείτε το trailer απο το ντοκυμαντέρ:

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ηράκλειο: Στους δρόμους οι εργαζόμενοι σε εστίαση και τουρισμό

Πότε θα σταματήσουν τα sms στο 13033

Η δημοσιογραφία παρακωλύεται σε πάνω από 130 χώρες – Ήταν η πανδημία η αφορμή;

 

Αφιερωματα

18 Μαϊου 1828: Η Μάχη του Φραγκοκάστελλου

Φραγκοκάστελλο

Μάχη στο πλαίσιο του απελευθερωτικού αγώνα στην Κρήτη, που διεξήχθη στις 18 Μαΐου 1828, μεταξύ των δυνάμεων του τουρκαλβανού Μουσταφά Πασά και του ηπειρώτη οπλαρχηγού Χατζημιχάλη Νταλιάνη, γύρω από το ενετικό κάστρο Φραγκοκάστελλο κοντά στα Σφακιά.

Τους τελευταίους μήνες του 1827 έγιναν μεγάλες προσπάθειες να αναζωπυρωθεί η επανάσταση στην Κρήτη, ώστε να είναι δυνατή η προβολή επιχειρημάτων για την ένταξη της μεγαλονήσου στο νέο ελληνικό κράτος, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 6ης Ιουλίου 1827.Οι προσπάθειες, όμως, απέτυχαν, εξαιτίας τόσο της κυριαρχίας των Οθωμανών στην Κρήτη, όσο κυρίως των αντιζηλιών στο ελληνικό στρατόπεδο, που απέκλειαν συντονισμένες ενέργειες. Έτσι, επιλέχθηκε να αναλάβει την ηγεσία των ελληνικών δυνάμεων στην Κρήτη ο ηπειρώτης οπλαρχηγός Χατζημιχάλης Νταλιάνης, 52 ετών, με πλούσια δράση στον απελευθερωτικό αγώνα του '21.

Ο Νταλιάνης αποβιβάστηκε στις 5 Ιανουαρίου 1828 στη Γραμβούσα με σώμα πεζών και 100 ιππέων. Από τις πρώτες του επαφές διαφάνηκε ότι η σχέση του με τους ντόπιους θα περνούσε από χίλια κύματα. Λασιθιώτες, Ρεθυμνιώτες και Χανιώτες διαφωνούσαν για την περιοχή που θα έπρεπε να αποτελέσει το ορμητήριο του αγώνα. Τελικά, επικράτησε η γνώμη του Νταλιάνη, που επέλεξε τα Σφακιά, αλλά είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος.

Στο μεταξύ, ο Πασάς της Κυδωνίας, Μουσταφά, που είχε διορισθεί από τον Μοχάμετ Αλι της Αιγύπτου γενικός διοικητής της Κρήτης, πληροφορήθηκε την ύπαρξη ξένων ενόπλων στα Σφακιά και προφασιζόμενος ότι θέλει να προστατεύσει τους ντόπιους από τους ληστές έστειλε στην περιοχή ένοπλα σώματα.

Οι πρώτες αψιμαχίες άρχισαν στις 8 Μαΐου 1828, όταν ένα τμήμα των ανδρών του Νταλιάνη, υπό τους Μανουσέλη, Μανουσογιαννάκη και Δεληγιαννάκη, κτύπησε στον Αποκορώνα μια ομάδα ρεθυμνιωτών Τούρκων, που έρχονταν να ενωθούν με τον στρατό του Μουσταφά.

Σκότωσαν 40 και αιχμαλώτισαν πολλούς, ανάμεσά του και τον αγά του Ρεθύμνου. Εξοργισμένος ο Μουσταφά έστειλε επιστολή στον Νταλιάνη και του έδωσε δεκαήμερη διορία για να εγκαταλείψει την Κρήτη. Ο Χατζημιχάλης του απάντησε: «Μουσταφά, ήλθα εις την Κρήτη να πολεμήσω Τούρκους με τα παλληκάρια μου και όπου θέλει ο θεός ας δώσει τη νίκη».

Ο Μουσταφά, μη έχοντας καμία αμφιβολία για τις προθέσεις του Νταλιάνη, αφού τον γνώριζε καλά, άρχισε τις ετοιμασίες για την τελική επίθεση. Παράλληλα, έστειλε επιστολή στους καπεταναίους των Σφακίων, με την οποία τους ανακοίνωνε ότι θα χτυπήσει τους «ενοχλητικούς ξένους» και τους καλούσε να μείνουν ήσυχοι για να απολαύσουν τα προνόμια που θα τους παραχωρούσε. Στο μεταξύ, ο Νταλιάνης είχε καταλάβει το ενετικό κάστρο του Φραγκοκάστελου στις ακτές του Λιβυκού Πελάγους, μεταξύ Λάμπης και Σφακίων, αλλά οι επαφές του με τους ντόπιους εξακολουθούσαν να είναι δύσκολες και η όποια επικοινωνία τους περιοριζόταν στην ανταλλαγή επιστολών.

Οι Σφακιανοί, αφού κατασκεύασαν χαρακώματα σε αρκετά μεγάλη απόσταση από το Φραγκοκάστελλο, πρότειναν στον Χατζημιχάλη να αφήσει στο κάστρο 100 άνδρες και να δώσει τη μάχη από την ορεινή θέση Κολοκάσια, όπου οι επαναστάτες θα είχαν περισσότερες ευκαιρίες να εγκλωβίσουν τον στρατό του Μουσταφά, όταν αυτός θα επιτίθετο στο Φραγκοκάστελο. Ο Νταλιάνης επέμενε να δοθεί η μάχη στην πεδιάδα μπροστά από το κάστρο για να χρησιμοποιήσει και το ιππικό. Οι Σφακιανοί τού αντέτειναν ότι δε ήταν συνηθισμένοι να πολεμούν σε πεδιάδα.

Ο Χατζημιχάλης, θεωρώντας τους δειλούς, τους ανταπάντησε περιφρονητικά: «Λοιπόν φυλάγετέ τους από τα όρη σας για να μην φύγουν και άφετε ημάς εδώ κάτω και κυττάζετε να μας βλέπετε πως πολεμούμε ημείς».

Στις 18 Μαΐου 1829 ο Μουσταφά με 8.000 πεζούς κινήθηκε εναντίον του Φραγκοκάστελλου. Ο ίδιος με τη μεσαία φάλαγγα του στρατού του κατευθύνθηκε προς τον δυτικό προμαχώνα, τον οποίο κατέλαβε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, αφού οι υπερασπιστές του είχαν ξοδέψει χωρίς φειδώ τα λίγα πυρομαχικά τους. Σκότωσαν σχεδόν όλους τους υπερασπιστές του και τον υπασπιστή του Νταλιάνη, Κυριακούλη Αργυροκαστρίτη. Στη συνέχεια περικύκλωσαν το φρούριο, αφήνοντας έξω από τον κλοιό τους άλλους δύο προμαχώνες, αφαιρώντας έτσι τη δυνατότητα επικοινωνίας με τους πολιορκούμενους. Οι οχυρωμένοι σε αυτούς άνδρες προσπάθησαν να μπουν στο Φραγκοκάστελλο, αλλά οι περισσότεροι βρήκαν το θάνατο μπροστά στις πύλες του.

Ανάμεσα στους νεκρούς και ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης, που πολέμησε ηρωικά. Την κρίσιμη στιγμή, το σπαθί του έσπασε και το άλογό του σκοτώθηκε. Έτσι, οι εχθροί του βρήκαν την ευκαιρία να τον κατακρεουργήσουν. Το κεφάλι του το έφεραν ως τρόπαιο στον Μουσταφά, αλλά αυτός αντί να τους επαινέσει τους επέπληξε, γιατί δεν δεν τον έφεραν μπροστά του ζωντανό. Ο αλβανός Μουσταφά θεωρούσε τον ηπειρώτη Νταλιάνη συμπατριώτη του.

Η ήττα στους προμαχώνες και ο θάνατος του Νταλιάνη δεν πτόησε τους εγκλείστους στο κάστρο, οι οποίοι συνέχισαν να αποκρούουν με επιτυχία τις κατά κύματα επιθέσεις των Τουρκαλβανών. Όμως, η κατάστασή τους χειροτέρευε διαρκώς, εξαιτίας της ελλείψεως τροφών και πυρομαχικών. Από το αδιέξοδο τους έβγαλε ένας Σφακιανός ονόματι Σήφης Διλινδάς, ο οποίος δραπέτευσε από το Φραγκοκάστελλο και πίσω από τις γραμμές των τουρκαλβανών φώναζε προς τους έγκλειστους στο κάστρο να υπομείνουν, γιατί καταφθάνουν πολυάριθμες ενισχύσεις. Το τέχνασμα αυτό έφερε γρήγορα το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αφού ο Μουσταφά έλυσε την πολιορκία στις 24 Μαΐου και άφησε τους πολιορκημένους να εγκαταλείψουν το κάστρο ανενόχλητοι.

Στη λύση της πολιορκίας συνέτειναν και οι φιλίες που αναδείχθηκαν μεταξύ πολιορκητών και πολιορκουμένων. Οι περισσότεροι άνδρες και από τις δύο πλευρές κατάγονταν από την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου και κάποιοι ήταν γνωστοί μεταξύ τους. Άλλωστε, πολλοί άνδρες του Νταλιάνη μιλούσαν αλβανικά και ήταν εύκολο να συνεννοηθούν με τους επιτιθέμενους. Ο ίδιος ο Μουσταφά Πασάς τίμησε τον νεκρό Δαλιάνη. Συγκέντρωσε τα υπάρχοντά του, αναμέσά τους και ένα αντίτυπο της Καινής Διαθήκης και τα απέστειλε στην οικογένειά του.

Η Μάχη του Φραγκοκάστελλου στοίχισε στους Έλληνες 338 νεκρούς, ενώ για τους Τουρκαλβανούς οι απώλειες ανήλθαν σε περίπου 800 άνδρες. Η Κρήτη θα πρέπει να περιμένει έως το 1913 για να ενσωματωθεί στο Ελληνικό Κράτος.

Στη λαϊκή παράδοση, η ήττα στο Φραγκοκάστελο έχει συνδυασθεί με τους Δροσουλίτες. Πρόκειται για ένα οπτικό φαινόμενο, κατά το οποίο στα τέλη Μαΐου η δροσιά που εξατμίζεται με την Ανατολή του ηλίου δημιουργείς σκιές, που μοιάζουν με ανθρώπους. Για τους Κρητικούς, οι Δροσουλίτες είναι οι σκοτωμένοι του Φραγκοκάστελλου, τα φαντάσματα των πολεμιστών, που σηκώνονται από τους τάφους στο κοντινό κοιμητήριο, βαδίζουν προς το κάστρο και μετά χάνονται μέσα στη θάλασσα.

 

Διαβάστε επίσης:

Κρήτη: Ο μύθος πίσω από τους Δροσουλίτες στο Φραγκοκάστελο (βίντεο)

Θρήνος για την 35χρονη Αναστασία (βίντεο)