Πολιτισμός

Γιάννης Αγγελάκας: «Ο μεγάλος μαθητής και ο μικρός δάσκαλος»

αγγελάκας βιβλίο

Ο Γιάννης Αγγελάκας μεσουράνησε στο μουσικό στερέωμα, παίζοντας μουσική αλλά και τραγουδώντας, με το ροκ συγκρότημα «Τρύπες» μεταξύ 1984 και 2001. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με πλήθος καλλιτεχνικά σχήματα, δίνοντας αδιάλειπτα μέχρι και σήμερα το «παρών» επί σκηνής. Ο Αγγελάκας έγραψε τραγούδια και ποιήματα που αγαπήθηκαν ή διαβάστηκαν με θέρμη από το κοινό και τώρα έρχεται να μας εκπλήξει με ένα διαλογικό πεζό, που τιτλοφορείται «Ο μεγάλος μαθητής και ο μικρός δάσκαλος» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη με σκίτσα του Γιώργου Κόφτη.

Το βιβλίο στήνει ένα σατιρικό παιχνίδι με τους πάντες και τα πάντα και δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη διδασκαλία και τη μάθηση, όπως μοιάζει να υπονοεί ο τίτλος του.

Τα δύο πρόσωπα που συμμετέχουν στον διάλογο με την ιδιότητα του δασκάλου και του μαθητή εναλλάσσουν κάθε τόσο ανατρεπτικά τους ρόλους τους: Ο δάσκαλος αμφισβητεί ακατάπαυστα τις ιδέες και τις πεποιθήσεις του μαθητή ενώ ο μαθητής δεν αφήνει σε χλωρό κλαρί τα λόγια του δασκάλου του. Πρόκειται για μία πολύ ζωντανή και άμεση ανταλλαγή, έτοιμη να αποκαθηλώσει οτιδήποτε μας περιβάλλει: Την ελληνική κοινωνία που εγκαταλείπεται στην αδιαφορία για οτιδήποτε έχει βάρος και αξία, παραδομένη καθώς είναι στις καθημερινές της ευκολίες, τους καλλιτέχνες που παρασύρονται από τις σειρήνες της οίησης και του κομπασμού, τα μουσικά μας γούστα που πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, αλλά και την αδυναμία των ανθρώπων να ξεχωρίσουν το καλό από το κακό. Όταν κάνουν το κακό, πιστεύουν πως αγαθοεργούν και όταν πάλι συναντούν το καλό, τρέχουν να κρυφτούν σε μία σκοτεινή γωνία και να το αγνοήσουν. Κανένας δεν ξέρει πώς να πατήσει σε ένα τόσο ασταθές έδαφος, αλλά αυτός ακριβώς είναι ο στόχος της σάτιρας: Να μας αποσπάσει από τις ασφάλειες και τις βεβαιότητές μας και να μας φέρει αντιμέτωπους με το κενό που σημαδεύει τη ζωή, τη δική μας και των άλλων.

Τίποτα, βεβαίως, δεν είναι τυχαίο και καμία πορεία δεν γεννιέται από τη μία μέρα στην άλλη. Να θυμίσουμε ότι μετά τη διάλυση του συγκροτήματος «Τρύπες», ο Αγγελάκας έκανε συναυλίες μαζί με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και συμμετείχε στον δίσκο «Βραχνός προφήτης» που κυκλοφόρησε το 2000. Το 2001 έλαβε μέρος στον δίσκο του Γιώργου Χριστιανάκη «Ο θυρωρός», όπου έγραψε τους στίχους και τραγούδησε στο κομμάτι «Κυρία των μέσα μου ανέμων». Έγινε παραγωγός σε τρεις δίσκους άλλων συγκροτημάτων και το 2004 ίδρυσε τη δισκογραφική εταιρεία alltogethernow, που όπως έχει αναφέρει ο ίδιος «είναι μία εταιρεία που δημιουργήσαμε, μαζί με μερικούς φίλους, για να προστατέψουμε το έργο μας και το εσωτερικό μας περιβάλλον» (από το 2004 μέχρι και σήμερα η εταιρεία έχει κυκλοφορήσει έξι δίσκους). Το 2005 ξεκίνησε η συνεργασία με τον τσελίστα Νίκο Βελιώτη στον δίσκο «Οι ανάσες των λύκων». Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε ο δίσκος «Ο Γιάννης Αγγελάκας και οι Επισκέπτες - Από 'δώ και πάνω». Το 2007 κυκλοφορεί ο δεύτερος δίσκος με τον Νίκο Βελιώτη με τίτλο «Πότε θα φτάσουμε εδώ». Στα τέλη του 2007 κυκλοφόρησε ο δίσκος του Ψαραντώνη «Να 'χεν η θάλασσα βουνά», του οποίου την επιμέλεια και την παραγωγή έκανε ο Αγγελάκας. Δύο χρόνια μετά ο Παντελής Βούλγαρης του εμπιστεύεται το sound track για την ταινία «Ψυχή βαθιά».

Ο Αγγελάκας έχει δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές («Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι» και «Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε;»), οι οποίες συνοδεύονται από δικά του σκίτσα. Επίσης, το 2000 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Για την καρδιά ενός κτήνους 1985-2000» με όλους τους στίχους του.

 

Πολιτισμός

Νίκος Σταυρίδης: Η άγνωστη απόπειρα αυτοκτονίας με ένα μπουκάλι ούζο

νίκος σταυρίδης

Ο Νίκος Σταυρίδης υπήρξε σπουδαίος πληθωρικός κωμικός, αν και αδικήθηκε από τους ρόλους και τις ταινίες που συμμετείχε στο τελευταίο διάστημα της μακράς σταδιοδρομίας του, επαναλαμβάνοντας συνεχώς παρόμοιους χαρακτήρες, με τις πολυφορεμένες μούτες του και το βασικότερο με σενάρια που δεν αντέχουν στην κριτική. Παρόλα αυτά, ο Σταυρίδης κέρδισε την αγάπη του κοινού τόσο στο θέατρο όσο και στο σινεμά, με ορισμένες αξιοθαύμαστες ερμηνείες του, ενώ όσοι τον γνώρισαν είχαν να πουν για τον καλοσυνάτο χαρακτήρα του, την απλότητά του, την ευγένειά του.

Η Σάμος είναι γνωστή για τον Πυθαγόρα, τον Επίκουρο και τον Αρίσταρχο, αλλά μπορεί να υπερηφανεύεται και για τον λαοφιλή πρωταγωνιστή και κανονικά φέτος θα έπρεπε να τιμά τα 110 χρόνια από τη γέννησή του. Ο Νίκος Σταυρίδης γεννήθηκε το 1910 στο Βαθύ, πριν την ενσωμάτωση του νησιού στην Ελλάδα, γι’ αυτό δεν γνωρίζουμε και την ακριβή ημερομηνία της γέννησής του.

Από το μπακάλικο της Σάμου στο “Έντεν”

Παιδί πολυμελούς φτωχής οικογένειας, δούλεψε από μικρός στο μπακάλικο του πατέρα του, ενώ έγινε και βοηθός καραγκιοζοπαίχτη και μηχανικού προβολής. Στην Αθήνα ήρθε το 1928, για να ακολουθήσει το όνειρό του, μπουκάροντας στο θέατρο “Έντεν”, στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο Βασίλης Αυλωνίτης, κερδίζοντας και τον πρώτο του μικρό ρόλο στο έργο “Λοβιτούρα”.

Απόπειρα αυτοκτονίας με ένα μπουκάλι ούζο

Ωστόσο, η συνέχεια δεν ήταν αυτή που είχε ονειρευτεί. Κι αυτό διότι δεν έρχονταν προτάσεις για δουλειά, ενώ οι απορρίψεις και τα αρνητικά σχόλια τον πίκραιναν και είχαν αρχίσει να τον απογοητεύουν βαθιά. Η μοναδική πρόταση που δέχθηκε από το θέατρο “Έντεν” να παίξει δίπλα στην Κούλα Γκιουζέπε αποδείχθηκε καταστροφική εισπρακτικά. Έτσι, πήρε την απόφαση να ανέβει στην Ακρόπολη, μαζί με ένα μπουκάλι ούζο, για να αυτοκτονήσει. Όμως, το ούζο λειτούργησε όπως ένα σούρουπο σε ειδυλλιακό ακρογιάλι, νικώντας κατά κράτος τους δαίμονες που τον είχαν κυριεύσει, προσφέροντάς του ακόμη μια ευκαιρία, που την άρπαξε από τα μαλλιά, για να αποδείξει το πηγαίο ταλέντο του.

Τη δεκαετία του ‘40 και αφού πρώτα είχε πολεμήσει στα βουνά τις Αλβανίας, γνώρισε την επιτυχία, κάνοντας και το δικό του θίασο, ενώ συνεργάστηκε και με τα μεγάλα ονόματα της εποχής, όπως τον Τάκη Μηλιάδη και την Άννα Σκιαδά.

“Έλα στο Θείο”

 

 

Το 1950 πέρασε στον τότε ανερχόμενο ελληνικό κινηματογράφο, πρωταγωνιστώντας στην γλυκύτατη κωμική ηθογραφία “Έλα στο Θείο” του Νίκου Τσιφόρου, στην οποία είναι εκπληκτικός στο ρόλο του χαραμοφάη ανιψιού που θέλει να κληρονομήσει τον μεγαλομπακάλη θείο. Το 1953 θα ακολουθήσει η τεράστια επιτυχία “Η Ωραία των Αθηνών” με την Γεωργία Βασιλειάδου, τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Βασίλη Αυλωνίτη, τη Σμαρούλα Γιούλη και τη Σπεράντζα Βρανά, πετυχαίνοντας ένα μικρό θρίαμβο ως “Κοσμάς Χλες” και μπαίνοντας ανάμεσα στους μεγάλους κωμικούς της εποχής.

Θριαμβευτική πορεία

 

 

Μια δεκαετία μετά την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση, το 1960, θα πρωταγωνιστήσει στη μεγαλύτερη ίσως επιτυχία του, στα “Κίτρινα Γάντια” του Αλέκου Σακελλάριου ως αθεράπευτος ζηλιάρης, αν και ο Γιάννης Γκιωνάκης του κλέβει τη δόξα ως “Μπρίλης”. Το 1961 θα παίξει σε τέσσερις ταινίες και ανάμεσά τους στην κωμωδία “Φτωχαδάκια και Λεφτάδες” του Ορέστη Λάσκου (σενάριο Νίκου Τσιφόρου) στο ρόλο ενός ξεπεσμένου αριστοκράτη που συναγωνίζεται τον Μίμη Φωτόπουλο, έναν νεόπλουτο μεγαλοψαρά, για τα μάτια της Σμαρούλας Γιούλη. Μπριλάντε εμφάνιση, που κερδίζει τον γίγαντα Φωτόπουλο στις εντυπώσεις, αλλά δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε σε ανάλογους ρόλους στο μέλλον.

Μπαίνοντας στη μανιέρα

Τον επόμενο χρόνο, παίζοντας σε έξι ταινίες, άρχισε να μπαίνει στους χαρακτήρες του παράξενου νευρικού ηλικιωμένου (άλλωστε όπως πολλοί πρωταγωνιστές της γενιάς του ξεκίνησε το σινεμά σε μεγάλη ηλικία), ζητώντας του να επαναλαμβάνει συνεχώς τους ίδιους χαρακτήρες και έχοντας μπροστά του σχετικά καλογραμμένα σενάρια. Ανάμεσα στις ταινίες που έπαιξε το 1962 είναι και οι κωμωδίες “Ο Γαμπρός μου ο Δικηγόρος”, “Ο Σταμάτης και ο Γρηγόρης”, φυσικά στο ρόλο του νευρικού Γρηγόρη και “Κορόιδο Γαμπρέ”, σε μία πετυχημένη υποκριτική κόντρα με τον Αυλωνίτη.

“Τρίτη και 13”

 

 

Το 1963 θα παίξει ίσως στην τελευταία αξιόλογη πετυχημένη ταινία της σταδιοδρομίας του, στο φιλμ του Ορέστη Λάσκου “Τρίτη και 13” στο ρόλο ενός αρρωστημένου προληπτικού, που θεωρεί ότι η τύχη του οφείλεται στον γουρλή Γιάννη Γκιωνάκη. Βεβαίως θα ακολουθήσουν και κάποια άλλα συμπαθητικά φιλμ, όπως “Κόσμος και Κοσμάκης” ή “Ο Εξυπνάκιας” και “Ευτυχώς Τρελάθηκα”. Η τελευταία του ταινία, το 1979 ήταν σημαδιακή: Ο τίτλος ήταν “Πως Καταντήσαμε Σωτήρη”...

Πρέπει ωστόσο να αναφερθεί ότι όλα αυτά τα χρόνια θριάμβευε στο θέατρο και μάλιστα με τον τίτλο του “σωτήρα”, καθώς μπορούσε να αναστήσει παραστάσεις που πήγαιναν κατά διαόλου.

Το τελευταίο διάστημα της ζωής του επέστρεψε στη Σάμο, αφήνοντας ακόμη και τη μεγάλη του αγάπη, τον Ολυμπιακό. Πέθανε στις 12 Δεκεμβρίου του 1987 και μετά από δυο ημέρες κηδεύτηκε στο Κοιμητήριο της Κηφισιάς. Αφήνοντας μία ευχάριστη κεφάτη εικόνα, ενός ανθρώπου που έκρυβε μέσα του τις πίκρες και τις μεγάλες δυσκολίες που γνώρισε στη ζωή του.

πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ