Οικονομία

Να χαρακτηριστούν "κρίσιμες υποδομές" τα κέντρα δεδομένων, ζητά η Ένωση τους

διαδίκτυο ειδήσεις

Με επιστολές προς μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά και προς τους επικεφαλής των κυβερνήσεων στα κράτη-μέλη, η ένωση επιχειρήσεων λειτουργίας κέντρων δεδομένων (European Union Data Center Association, EUDCA) ζητεί οι εγκαταστάσεις τους να χαρακτηρισθούν κρίσιμες υποδομές. Τα κέντρα δεδομένων (data centers), παρά τον κρίσιμο ρόλο που επιτελούν σήμερα στη λειτουργία της ψηφιακής οικονομίας, δεν αποτελούν κρίσιμες εθνικές υποδομές στη βάση της οδηγίας 2016/1148 (Network and Information Systems, NIS) αλλά και του νόμου 4577/2018 που ενσωματώνει τη σχετική οδηγία στο εθνικό θεσμικό πλαίσιο.

Οι επιστολές της EUDCA απεστάλησαν στην αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μαργκρέτε Βεστάγκερ, στον επίτροπο εσωτερικής αγοράς Τιερί Μπρετόν, στους πρέσβεις όλων των χωρών-μελών της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένου του πρέσβη της Ελλάδας στην Ε.Ε. Ιωάννη Βράιλα. Σε εθνικό επίπεδο, η επιστολή έχει αποσταλεί στον πρωθυπουργό Κυρ. Μητσοτάκη, στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μ. Χρυσοχοΐδη και στον υφυπουργό Πολιτικής Προστασίας Γ. Χαρδαλιά, στον υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης Κυρ. Πιερρακάκη και τον γενικό γραμματέα Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΓΓΤΤ) Α. Τζωρτζακάκη. Αντίστοιχες επιστολές έχουν αποσταλεί στους ηγέτες άλλων κρατών-μελών της Ε.Ε. από τους εθνικούς συνδέσμους επιχειρήσεων.

Μέσω της επιστολής η EUDCA ζητεί κατά τη διάρκεια κάθε είδους πανδημίας, να εξαιρούνται από τα μέτρα περιορισμού της κίνησης όσοι εργάζονται στα data centers ή/και των προμηθευτών υλικών που διασφαλίζουν την απρόσκοπτη λειτουργία των κέντρων τους. Επίσης, ζητεί τα κράτη-μέλη να αντιμετωπίζουν τις υποδομές υποστήριξης της λειτουργίας του Διαδικτύου, των υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους, φύλαξης δεδομένων και άλλων πληροφοριακών συστημάτων ως κρίσιμες εθνικές υποδομές και τέλος τα κράτη-μέλη να διατηρούν τις παρεχόμενες υπηρεσίες (π.χ. σχολεία, δημόσιες μεταφορές κ.λπ.) για τα μέλη των οικογενειών όσων εργάζονται σε κέντρα δεδομένων όσο διαρκεί η κρίση.

«Τα ιδιωτικά κέντρα δεδομένων, παρόλο που ο ρόλος τους υποβαθμίζεται, είναι κρίσιμα στην ψηφιακή υποδομή. Προσφέρουν συνεγκατάσταση, ενέργεια, διασύνδεση, ψύξη, φυσική και ψηφιακή ασφάλεια στα δεδομένα των Ευρωπαίων πολιτών και ευρωπαϊκών επιχειρήσεων», αναφέρει η επιστολή του προέδρου της EUDCA, Απόστολου Κάκκου, προς τους επιτρόπους της Ε.Ε. και τον Ελληνα πρωθυπουργό. «Η συνεχής (24x7) λειτουργία των κέντρων δεδομένων», συνεχίζει η σχετική επιστολή, «είναι κρίσιμη για τη διασφάλιση των πιο υψηλών προτύπων στη λειτουργία του τομέα περίθαλψης υγείας και της ψηφιακής οικονομίας».

Σύμφωνα με τον κ. Κάκκο, επικεφαλής του μεγαλύτερου «ουδέτερου» κέντρου δεδομένων στη χώρα μας, Lamda Hellix, η διανυόμενη πανδημική κρίση ανέδειξε το ζήτημα, καθώς σήμερα σχεδόν το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας έχει μεταφερθεί στα ηλεκτρονικά δίκτυα. Στο data center της εταιρείας του, όπως αναφέρει, φιλοξενείται το 80% των ηλεκτρονικών καταστημάτων που λειτουργούν στη χώρα μας. Επίσης, το ίδιο data center αποτελεί ένα από τα λιγοστά σημεία εντός της επικράτειας, στο οποίο «ανταλλάσσουν» τηλεπικοινωνιακή κίνηση εγχώριοι και διεθνείς τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι. Μεταξύ αυτών ο ΟΤΕ, η Vodafone, η Wind, η Telefonica, η PCCW, η China Telecom, η ΤΙ Sparkle κ.ά.

Ταυτόχρονα η Lamda Hellix αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αποθήκες δεδομένων, όπου σε αυτήν διατηρούν αυθεντικά ή/και αντίγραφα αρχείο μεγάλοι δημόσιοι οργανισμοί και επιχειρήσεις από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Στη χώρα μας λειτουργούν δύο τέτοια «ουδέτερα» κέντρα δεδομένων, της Lamda Hellix και της TI Sparkle (πρώην MedNautilus). «Τα data centers είτε είναι ιδιόκτητα, π.χ. της Alpha Bank, είτε παρόχων υπηρεσιών, π.χ. Lamda Hellix, απέδειξαν στην πανδημία αυτή ότι είναι 100% κρίσιμα όχι μόνο για την ψηφιακή οικονομία αλλά και για το σύνολο της οικονομίας μιας χώρας», λέει ο κ. Κάκκος.

Καθημερινή

Οικονομία

Ισχυρή αύξηση στις εξαγωγές τροφίμων

 εξαγωγές

Το Ισραήλ είναι γνωστό πως είναι μια χώρα με ξηρό κλίμα, υψηλές θερμοκρασίες και όχι εύφορη γη. Με ουσιαστική επένδυση και έρευνα κατάφερε να μετατρέψει την άνυδρη γη του σε έναν από τους πιο παραγωγικούς τόπους και πρωτοπορεί σε οπωροκηπευτικά προϊόντα, όπως η ντομάτα. Η παραγωγικότητα της γης είναι 7.300 ευρώ ανά εκτάριο, όταν στην Ελλάδα είναι 2.500 ευρώ ανά εκτάριο, ενώ στην Ολλανδία, μια εξαιρετικά εύφορη χώρα, η παραγωγικότητα της γης είναι 8.500 ευρώ/εκτάριο.

Η γειτονική Ιταλία εξάγει ελαιόλαδο το οποίο είναι 100% τυποποιημένο. Αντιθέτως, μόνο το 27% του ελαιολάδου που εξάγει η Ελλάδα είναι τυποποιημένο, ενώ το 73% εξάγεται χύμα στην Ιταλία, η οποία το επανεξάγει τυποποιημένο και καρπώνεται φυσικά την υπεραξία.
Εάν η Ελλάδα ακολουθούσε αυτά και άλλα πολλά παραδείγματα, ο αγροτοδιατροφικός της τομέας θα μπορούσε, σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, να έχει όφελος 13 δισ. ευρώ σε όρους προστιθέμενης αξίας, με την ανάπτυξη και την εξωστρέφεια να είναι συνεχής και όχι συγκυριακή, συνέπεια άλλων παραγόντων, όπως η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας ή η πανδημία. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Σύμφωνα με τη μελέτη της ΕΤΕ, εάν αξιοποιηθούν κατάλληλα τόσο οι διαθέσιμοι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, ύψους 31 δισ. ευρώ, όσο και η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) με πόρους 19,2 δισ. ευρώ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αγροδιατροφικός τομέας εμφάνισε εντυπωσιακή ανθεκτικότητα το 2020, σημειώνοντας οριακή άνοδο κύκλου εργασιών, έναντι πτώσης 14% για τη λοιπή βιομηχανία. Βασικό στήριγμα του κλάδου ήταν η αύξηση εξαγωγών, η οποία έφτασε το 11% για τα τρόφιμα ποτά, έναντι 3% για το σύνολο των προϊόντων, αύξηση η οποία χαρακτηρίστηκε από το μεγάλο εύρος τόσο ως προς τα εξαγόμενα προϊόντα (με φρούτα – λαχανικά και γαλακτοκομικά να ξεχωρίζουν), όσο και ως προς τους προορισμούς. Επιπλέον, στη διάρκεια της χρηματοοικονομικής κρίσης, και συγκεκριμένα την περίοδο 2009-2020, οι εξαγωγές τροφίμων κατέγραψαν μεν αύξηση 60%, ωστόσο η αύξηση αυτή στην ουσία απλώς αντιστάθμισε την πτώση της εγχώριας κατανάλωσης.

Συγκεκριμένα, οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών προσέγγισαν σε αξία τα 6 δισ. ευρώ το 2020 έναντι 3,7 δισ. ευρώ το 2010, έναντι αύξησης 50% στις λοιπές εξαγωγές την ίδια περίοδο. Η εντυπωσιακή αυτή αύξηση των εξαγωγών συνοδεύτηκε από άνοδο των μεριδίων αγοράς των ελληνικών τροφίμων στο εξωτερικό. Ειδικότερα, οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων έφτασαν το 2020 να καλύπτουν το 1,4% των ευρωπαϊκών εξαγωγών από 1,2% το 2019 και το 0,5% των παγκόσμιων εξαγωγών από 0,4% το 2019.

Οι βασικές διαρθρωτικές αδυναμίες που επιβραδύνουν την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα και στην ουσία περιορίζουν και τη δυναμική της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών είναι οι ακόλουθες:

• Μικρό μέγεθος αγροτικών μονάδων (6,6 εκτάρια κατά μέσον όρο έναντι 15,2 εκτάρια κατά μέσον όρο στην Ευρώπη) το οποίο δεν ευνοεί οικονομίες κλίμακας και αυξάνει το κόστος παραγωγής.

• Χαμηλή χρήση έρευνας και ανάπτυξης (0,5% της προστιθέμενης αξίας έναντι 1,8% στην Ευρώπη).

• Χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης: λιγότερο από το 7% των αγροτών στην Ελλάδα έχει τουλάχιστον βασική εκπαίδευση έναντι 32% στην Ευρώπη και 62% στη Μεσόγειο.

• Χαμηλός βαθμός τυποποίησης: 20% χαμηλότερα από την Ευρώπη και 66% χαμηλότερα από τη Μεσόγειο, κάτι που κρατάει χαμηλά τις τιμές.

• Υστέρηση στην αξιοποίηση συνεταιριστικών σχημάτων: 17% της αγροτικής παραγωγής έναντι 42% στη Μεσόγειο και 39% στην Ευρώπη.

Διαβάστε επίσης:

ΑΑΔΕ: Επτά λουκέτα για φοροδιαφυγή στη Μύκονο

Πληρωμές: Τι καταβάλλεται στους δικαιούχους από 2 - 6 Αυγούστου