Κόσμος

Uber: Σχεδόν 6.000 σεξουαλικές επιθέσεις καταγγέλθηκαν από πελάτες και οδηγούς

uber.jpg

Η Uber αποκάλυψε ότι το 2017 και το 2018 καταγγέλθηκαν από πρόσωπα που χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες της, οδηγούς της και τρίτους στις ΗΠΑ σχεδόν 6.000 σεξουαλικές επιθέσεις, με έκθεσή της για ζητήματα ασφάλειας που έδωσε στη δημοσιότητα την Πέμπτη.

Ο όμιλος, που παρέχει υπηρεσίες μεταφοράς προσώπων με ιδιωτικά αυτοκίνητα και ταξί κατέγραψε 235 βιασμούς πέρυσι.

Οι άλλες επιθέσεις σεξουαλικής φύσης μοιράζονται σε διάφορες κατηγορίες, από σωματικές επαφές ή απόπειρες σωματικών επαφών ή διείσδυσης σε ερωτογενείς ή μη ερωτογενείς περιοχές. Η Uber καταμετρά 3.000 «μη συναινετικές σωματικές επαφές με γεννητικά όργανα» τη διετία.

Τα συμβάντα αυτά αφορούν «το 0,00002% των διαδρομών», διαβεβαιώνει η εταιρεία, όμως «μολονότι πολύ σπάνιες, καθεμιά από αυτές τις αναφορές έχει πίσω της ένα πρόσωπο που βίωσε μια πολύ οδυνηρή εμπειρία. Ακόμη και μόνο μία αναφορά θα ήταν μία περισσότερη από όσες θα θέλαμε» να ληφθούν.

Είναι η πρώτη φορά που η Uber δημοσιοποίησε τέτοια έκθεση, την ώρα που η βασική ανταγωνίστριά της στις ΗΠΑ, η Lyft, βρίσκεται υπό εντεινόμενη πίεση εξαιτίας του πολλαπλασιασμού των καταγγελιών γυναικών που χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες της ότι υπέστησαν σεξουαλικές επιθέσεις.

Την Τετάρτη, 20 γυναίκες προσέφυγαν στη δικαιοσύνη στο Σαν Φρανσίσκο εναντίον της Lyft για σεξουαλικές επιθέσεις ή βιασμούς που υπέστησαν μέσα σε αυτοκίνητα οδηγών που εργάζονται για λογαριασμό της καλιφορνέζικης εταιρείας. Οι προσφυγές αυτές προστέθηκαν σε άλλες 14 που υποβλήθηκαν τον Σεπτέμβριο.

Το πόσες είναι οι νομικές διαδικασίες αυτής της φύσης είναι άγνωστο, όμως οι προσφυγές οδήγησαν τις δύο μεγαλύτερες εταιρείες αυτού του τομέα να λάβουν μέτρα για να εγγυώνται την ασφάλεια των επιβατών τους.

Η Uber και η Lyft έκαναν έτσι πολύ πιο δύσκολη την υφαρπαγή ταυτότητας των οδηγών, ενίσχυσε τους ελέγχους για να εντοπίζει αν κάποιος υποψήφιος οδηγός έχει ποινικό μητρώο και πρόσθεσαν ένα κουμπί που επιτρέπει να στείλουν μήνυμα στην εταιρεία αν προκύψει πρόβλημα κατά τη διάρκεια της διαδρομής.

Μέτρα που οι δικηγόροι των θυμάτων χαρακτηρίζουν αναποτελεσματικά.

Προτείνουν τη συστηματική καταγραφή των διαδρομών ώστε οι οδηγοί να αισθάνονται πως επιτηρούνται, καλύτερο συντονισμό με τις αρχές σε περίπτωση τέτοιου συμβάντος και πιο διεξοδικές διαδικασίες επαλήθευσης του παρελθόντος των οδηγών.

Η έκθεση της Uber αποκαλύπτει επίσης ότι 107 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους συνεπεία τροχαίων δυστυχημάτων το 2017 και το 2018 σε διαδρομές που είχαν παραγγελθεί μέσω της εφαρμογής της.

Εξάλλου 19 πρόσωπα σκοτώθηκαν σε επιθέσεις που συνδέονταν με τις διαδρομές της Uber την τελευταία διετία: 8 επιβάτες, 7 οδηγοί, 4 διερχόμενοι.

Οι αριθμοί πάντως παραμένουν συγκριτικά μικροί με δεδομένο ότι μόνο το 2018 έγιναν περίπου 1,3 δισεκ. διαδρομές, ενώ το 2018 σημειώθηκε πτώση κατά 16% στις κατηγορίες των πιο σοβαρών σεξουαλικών επιθέσεων που καταγγέλθηκαν σε σχέση με το 2017, ενώ σχεδόν στις μισές περιπτώσεις, οι καταγγελίες αφορούσαν στην πραγματικότητα επιβάτες, όχι οδηγούς της Uber.

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Κόσμος

ΗΠΑ: 54χρονος έχασε τα δάχτυλά του εξαιτίας του κορωνοϊού

ΗΠΑ: 54χρονος έχασε τα δάχτυλά του εξαιτίας του κορωνοϊού

Τυχερός που ζει λέει πως νιώθει ένας άνδρας από την Καλιφόρνια, μετά από δύο μήνες νοσηλείας, δίνοντας μάχη με τον κορωνοϊό. Από τη μάχη όμως αυτή, δεν βγήκε αλώβητος, καθώς έπρεπε να του ακρωτηριάσουν αρκετά από τα δάχτυλά του.

Ο 54χρονος Γκρεγκ Γκάρφιλντ, από το Studio City, νόσησε με κορωνοϊό, μετά από ένα ταξίδι για σκι με φίλους του, τον Φεβρουάριο στην Ιταλία. Η κατάστασή του χειροτέρευε ολοένα και περισσότερο μέχρι που έφτασε στο σημείο που έπρεπε να εισαχθεί σε νοσοκομείο. Ο Γκάρφιλντ ονομάστηκε «Ασθενής μηδέν» του ιατρικού κέντρου και του δόθηκε μόνο 1% πιθανότητα επιβίωσης.

Μετά από μια μακρά, επίπονη μάχη, συμπεριλαμβανομένων 31 ημερών σε αναπνευστήρα και 64 ημερών στο νοσοκομείο, ο Γκάρφιλντ τελικά μπόρεσε να περπατήσει και να πάει σπίτι. Ωστόσο, λόγω εκτεταμένης βλάβης στους ιστούς και τους μυς που είχε νεκρώσει τα δάχτυλά του, ένας χειρουργός του είπε ότι μερικά από αυτά θα έπρεπε να ακρωτηριαστούν.

Μιλώντας στη DailyMail, ο Γκάρφιλντ, λέει ότι θέλει να ξέρουν οι άλλοι, πως η κατάστασή του δεν είναι τυχαία και ότι αυτό που συνέβη σε αυτόν θα μπορούσε να συμβεί στον οποιονδήποτε.

Πώς κόλλησε κορωνοϊό

Ο 54χρονος και οι 12 φίλοι του πήγαν σε ένα ταξίδι για σκι 12 ημερών στη Val Gardena της Ιταλίας - 120 μίλια από τη Βενετία - από τις 20 Φεβρουαρίου έως την 1η Μαρτίου.

Μετά από περίπου πέντε ημέρες, έκανε χαμηλό πυρετό, είχε βήχα και ένιωθε κόπωση, αλλά υπέθεσε ότι είχε μόνο την κοινή γρίπη.

Περίπου εκείνη την περίοδο, στις 21 Φερβρουαρίου, διαγνώστηκε ο πρώτος Ιταλός ασθενής με COVID-19 στο Νοσοκομείο Codogno, Lodi, στη βόρεια Ιταλία.

«Η [σύντροφός μου] AJ με κάλεσε ακριβώς εκείνη την εποχή: «Ξέρεις αυτό το πράγμα που ονομάζεται κορωνοϊός; Είναι στη βόρεια Ιταλία αυτή τη στιγμή. Πού είσαι;». «Κι εγώ της απάντησα, “είμαι στη βόρεια Ιταλία», θυμάται ο Γκάρφιλντ.

Τότε, υπήρχαν μόνο περίπου 15 περιπτώσεις κορωνοϊού στις ΗΠΑ. Αλλά ο Γκάρφιλντ δεν ανησυχούσε. Ήταν σε εξωτερικούς χώρους, σε ένα χιονοδρομικό κέντρο και η πόλη στην οποία βρισκόταν δεν ήταν ευνοϊκή για ένα μεγάλο πάρτι. Στην πραγματικότητα, και τα 13 άτομα στο ταξίδι κόλλησαν την COVID-19.

Όταν ο Γκάρφιλντ επέστρεψε, μπήκε σε καραντίνα στο σπίτι. Προσωπικό ασθενοφόρου με προστατευτικό εξοπλισμό κατέληξε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι είναι θετικός στον ιό.

Στάλθηκε πίσω στο σπίτι για καραντίνα για 14 ημερών, αλλά η κατάστασή του επιδεινώθηκε. Είχε σοβαρό βήχα, κόπωση και δεν μπορούσε να αναπνεύσει σωστά. Επίσης δεν είχε φάει για αρκετές μέρες, λόγω απώλειας όρεξης.

«Ασθενής μηδέν»

Αφού ένας φίλος του γιατρός, έκανε κάποιες κλήσεις, ο Γκάρφιλντ έγινε δεκτός στο Ιατρικό Κέντρο Providence Saint Joseph στο Burbank, όπου έγινε γνωστός ως «ασθενής μηδέν», επειδή ήταν ο πρώτος ασθενής με κορωνοϊό που έγινε δεκτός. Ο Γκάρφιλντ έφτασε στο νοσοκομείο στις 5 Μαρτίου.

«Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι ήταν να κοιτάζω τη νοσοκόμα στη ΜΕΘ και να της λέω: “Φοβάμαι. Δεν θέλω να πεθάνω”, ανέφερε ο Γκάρφιλντ. «Και με κοίταξε και είπε: “Σας υπόσχομαι, δεν θα το κάνετε”»

Ο Γκάρφιλντ βρισκόταν σε αναπνευστήρα για 31 ημέρες. Είχε μια σειρά από προβλήματα υγείας κατά τη διάρκεια της 64ήμερης παραμονής του στο νοσοκομείο, συμπεριλαμβανομένης της νεφρικής ανεπάρκειας που τον άφησε σε 24ωρη αιμοκάθαρση, κατεστραμμένο ήπαρ, πνευμονική εμβολή, λοίμωξη από MRSA και σήψη.

Μετά από περίπου τη 12η ημέρα, οι γιατροί είπαν στην AJ και την αδερφή του Γκάρφιλντ, Στέφανι, ότι η κυκλοφορία του αίματος δεν έφτανε στα χέρια και τα δάχτυλά του και ότι έγιναν μαύρα.

Ήταν επίσης δύο μέρες μακριά από την τοποθέτηση του σε μηχανή εξωσωματικής μεμβράνης οξυγόνωσης (ECMO), η οποία αντλεί και οξυγονώνει το αίμα ενός ασθενούς έξω από το σώμα, το οποίο επιτρέπει στην καρδιά και τους πνεύμονες να ξεκουραστούν.

Οι γιατροί του έδωσαν 1% πιθανότητα να επιβιώσει

Οι γιατροί του έδωσαν μια πιθανότητα να επιβιώσει, μόλις 1%. Αλλά ευτυχώς τους διέψευσε και τα κατάφερε. Μετά από λίγες μέρες, ο Γκάρφιλντ μεταφέρθηκε στον πέμπτο όροφο για αποκατάσταση, κατά την οποία έμαθε πώς να μασάει πάλι, να καταπίνει, να μιλά και να περπατά ξανά.

«Ο νευρολόγος μου με κοίταξε και είπε: “Είσαι ένα θαύμα. Ιατρικά, δεν πρέπει να είσαι εδώ», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Γκάρφιλντ, ο οποίος δήλωσε ότι είχε θετική σκέψη όλο αυτό το διάστημα.