Η ένδειξη «0.0%» σε μια μπύρα ή άλλο ποτό δεν εγγυάται πάντοτε την απόλυτη απουσία αλκοόλ. Η ταχύτατη ανάπτυξη της αγοράς των μη αλκοολούχων προϊόντων έχει ανοίξει συζήτηση για τις διαφορές ανάμεσα στους όρους «χωρίς αλκοόλ», «μη αλκοολούχο» και «0.0%», καθώς ορισμένα προϊόντα μπορεί να περιέχουν ελάχιστες ποσότητες αλκοόλ.
Το θέμα έχει φτάσει και στα δικαστήρια των ΗΠΑ, με καταναλωτές να υποστηρίζουν ότι παραπλανήθηκαν από τη σχετική σήμανση. Από την πλευρά της βιομηχανίας, εκπρόσωποι ζητούν πιο ακριβείς διατυπώσεις και αποφυγή ισχυρισμών που δημιουργούν την εντύπωση πλήρους απουσίας αλκοόλ.
«Όταν πιστεύεις ότι ένα ποτό δεν έχει καθόλου αλκοόλ και ανακαλύπτεις ότι περιέχει έστω και ελάχιστο, είναι λογικό να εκπλαγείς», δηλώνει στη WSJ ο Μάρκος Σαλαζάρ, διευθύνων σύμβουλος της Ένωσης Μη Αλκοολούχων Ποτών (ANBA).
Οι ανησυχίες των καταναλωτών
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για εγκύους, άτομα με ιστορικό εξάρτησης και ασθενείς με προβλήματα στο ήπαρ. Σε συζήτηση στο Reddit, γυναίκες που είναι έγκυες ή προσπαθούν να συλλάβουν ανέφεραν διαφορετικές οδηγίες από τους γιατρούς τους σχετικά με την κατανάλωση τέτοιων προϊόντων.
Ανάλογο προβληματισμό έχει και ο 36χρονος Τιμ Σαβόι, ο οποίος υποβλήθηκε το 2022 σε μεταμόσχευση ήπατος εξαιτίας κίρρωσης που συνδεόταν με την κατανάλωση αλκοόλ. Περίπου έναν χρόνο αργότερα άρχισε να καταναλώνει μη αλκοολούχα μπύρα, περίπου ένα με δύο μπουκάλια την ημέρα. Οι γιατροί του έχουν επισημάνει την παρουσία πιθανών ιχνών αλκοόλ και τη σημασία της συνολικής ποσότητας. Ο ίδιος θεωρεί την επιλογή αυτή σαφώς καλύτερη από την κανονική μπύρα και οι εξετάσεις του δείχνουν ότι το ήπαρ του λειτουργεί φυσιολογικά. «Αν αυτό αλλάξει, θα επανεκτιμήσω αμέσως την κατάσταση», λέει.
Γιατί μπορεί να υπάρχει αλκοόλ
Οι παραγωγοί ακολουθούν διαφορετικές μεθόδους. Κάποιοι δεν χρησιμοποιούν καθόλου ζύμωση, ενώ άλλοι περιορίζουν τη διαδικασία, αραιώνουν το προϊόν ή αφαιρούν το αλκοόλ μέσω τεχνικών όπως η απόσταξη υπό κενό και το φιλτράρισμα. Παρά τις διαδικασίες αυτές, μικρές ποσότητες μπορεί να παραμένουν. Η πλήρης απομάκρυνσή τους απαιτεί πρόσθετη και ακριβή επεξεργασία, η οποία, σύμφωνα με ορισμένους παραγωγούς, μπορεί να επηρεάσει τη γεύση.
Ο Μπιλ Σούφελτ, συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος μεγάλης αμερικανικής εταιρείας του κλάδου, υπολογίζει ότι το κόστος για την επίτευξη του απόλυτου 0.0% αποτελεί σημαντικό εμπόδιο. Η εταιρεία του αναγράφει ότι τα προϊόντα της περιέχουν κάτω από 0,5% αλκοόλ, όπως επιτρέπει η νομοθεσία, ενώ υποστηρίζει ότι οι περισσότεροι καταναλωτές δεν θεωρούν τη διαφορά αυτή σημαντική. Στελέχη του κλάδου σημειώνουν επίσης ότι αρκετοί αγοραστές μη αλκοολούχων ποτών συνεχίζουν να καταναλώνουν κανονικό αλκοόλ και ότι ίχνη αλκοόλ υπάρχουν φυσικά και σε τρόφιμα όπως το ψωμί και οι ώριμες μπανάνες.
Η διαμάχη για την ορολογία
Η αγορά συνεχίζει να αναπτύσσεται δυναμικά. Σύμφωνα με τη NielsenIQ, οι πωλήσεις μη αλκοολούχων μπύρων, κρασιών και άλλων ποτών στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 14% στο 12μηνο έως τις 18 Ιουλίου, ενώ οι πωλήσεις μη αλκοολούχας μπύρας έφτασαν σχεδόν τα 235 εκατ. δολάρια στο τρίμηνο έως τις 27 Ιουνίου. Οι αμερικανικοί κανονισμοί διαχωρίζουν τους σχετικούς όρους: τα προϊόντα που χαρακτηρίζονται «χωρίς αλκοόλ» δεν πρέπει να περιέχουν αλκοόλ, ενώ όσα περιέχουν κάτω από 0,5% κατ’ όγκο χαρακτηρίζονται «μη αλκοολούχα». Ωστόσο, ορισμένες εταιρείες χρησιμοποιούν παράλληλα εκφράσεις όπως «0% αλκοόλ» ή «zero-proof», διευκρινίζοντας στα ψιλά γράμματα ότι μπορεί να υπάρχουν ίχνη.
Η ANBA συστήνει στα μέλη της να αποφεύγουν τον όρο «μηδενικό αλκοόλ» όταν υπάρχει έστω και ελάχιστη ποσότητα. «Συνιστούμε τον όρο “μη αλκοολούχο”, επειδή δεν θέλουμε να προκαλείται σύγχυση στους καταναλωτές», αναφέρει ο Σαλαζάρ. Η υπόθεση έχει οδηγήσει και σε δικαστικές διαμάχες. Το 2021 κατατέθηκε στη Λουιζιάνα αγωγή κατά της Heineken USA, με τον ισχυρισμό ότι η Heineken 0.0 παρουσιαζόταν ως προϊόν χωρίς αλκοόλ, ενώ περιείχε λιγότερο από 0,03%. Η υπόθεση έκλεισε με εξωδικαστικό συμβιβασμό το 2022. Η εταιρεία έχει υποστηρίξει ότι η σύνθεση του προϊόντος είχε εγκριθεί από την TTB ως «χωρίς αλκοόλ» και δεν έχει μεταβληθεί από το λανσάρισμά του το 2017.
Υπάρχει πραγματικά «απόλυτο μηδέν»;
Ορισμένες μεγάλες εταιρείες υποστηρίζουν ότι έχουν καταφέρει να φτάσουν στο 0.0%. Μία εταιρεία που παράγει κοκτέιλ και άλλα μη αλκοολούχα ποτά ανακοίνωσε ότι μείωσε την περιεκτικότητα των προϊόντων της από 0,4% σε 0,0%, αφού έρευνα αγοράς έδειξε ότι οι καταναλωτές προβληματίζονταν από την παρουσία ιχνών αλκοόλ. Παρά την ανάπτυξη της κατηγορίας, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι τα επιστημονικά δεδομένα για τις επιπτώσεις των συγκεκριμένων ποτών παραμένουν περιορισμένα. Η ερευνήτρια της Ιατρικής Σχολής του Stanford Μόλι Μπόουντρινγκ αναφέρει ότι γνωρίζει μόνο μία τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή, η οποία χρηματοδοτήθηκε από τη βιομηχανία αλκοόλ και έδειξε ότι τα μη αλκοολούχα υποκατάστατα μπορούν να περιορίσουν τη συνολική κατανάλωση αλκοόλ σε βαρείς πότες.
Το Αμερικανικό Κολλέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων τονίζει ότι δεν υπάρχει ασφαλής ποσότητα αλκοόλ κατά την εγκυμοσύνη, ενώ η Αμερικανική Εταιρεία Μελέτης Ηπατικών Νοσημάτων συστήνει πλήρη αποφυγή ακόμη και των μη αλκοολούχων ποτών από άτομα με ηπατικές παθήσεις. «Το ζήτημα παραμένει ανοιχτό για όσους αγοράζουν αυτά τα προϊόντα», καταλήγει η Μπόουντρινγκ.
Διαβάστε επίσης
Νετανιάχου: Θα ολοκληρώσουμε την αποστολή της ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος
Κτηματομεσίτης ο επιβάτης πτήσης που τον έδεσαν με μονωτική ταινία