Ψήφισμα που ζητά τον περιορισμό των πολεμικών εξουσιών του προέδρου των ΗΠΑ έναντι του Ιράν ενέκρινε η Βουλή των Αντιπροσώπων, σε μια κίνηση με ισχυρό πολιτικό συμβολισμό απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ και τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τη σύγκρουση.
Το ψήφισμα εγκρίθηκε με 215 ψήφους υπέρ και 208 κατά, χάρη και στη στήριξη τεσσάρων Ρεπουμπλικάνων βουλευτών, οι οποίοι διαφοροποιήθηκαν από τη γραμμή του κόμματός τους. Ωστόσο, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα έχει πρακτικό αντίκτυπο, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος διαθέτει το δικαίωμα άσκησης βέτο.
Το κείμενο προβλέπει ότι «το Κογκρέσο διατάσσει τον πρόεδρο να αποσύρει τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ από τις εχθροπραξίες εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν», επιχειρώντας να επαναβεβαιώσει τον συνταγματικό ρόλο του νομοθετικού σώματος στις αποφάσεις που αφορούν τη χρήση στρατιωτικής ισχύος.
Μετά την ψηφοφορία, μέλη των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής χαιρέτισαν το αποτέλεσμα, κάνοντας λόγο για ένα «ισχυρό και αναμφίβολο μήνυμα» προς τον πρόεδρο Τραμπ εκ μέρους των Αμερικανών πολιτών. «Είναι καιρός να λάβει τέλος αυτός ο παράνομος και βαθιά αντιδημοφιλής πόλεμος», ανέφεραν σε ανακοίνωσή τους.
Παρόμοιο ψήφισμα έχει ήδη περάσει ένα κρίσιμο διαδικαστικό στάδιο στη Γερουσία από τα τέλη Μαΐου, ενώ η τελική ψηφοφορία στην Άνω Βουλή ενδέχεται να πραγματοποιηθεί εντός των επόμενων ημερών.
Ακόμη όμως και στην περίπτωση που το μέτρο εγκριθεί και από τα δύο σώματα του Κογκρέσου και ολοκληρωθεί η διαδικασία ενοποίησης των κειμένων, θεωρείται δεδομένο ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα ασκήσει το προεδρικό βέτο, μπλοκάροντας την εφαρμογή του.
Για να παρακαμφθεί ένα τέτοιο βέτο, θα απαιτούνταν νέες ψηφοφορίες τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, με πλειοψηφία δύο τρίτων σε κάθε σώμα. Με βάση τη σημερινή κομματική σύνθεση του αμερικανικού Κογκρέσου, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θεωρείται αριθμητικά ανέφικτο.
Υπέρ του ψηφίσματος τάχθηκαν, πέραν των Δημοκρατικών, και οι Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές Τόμας Μάσσι, Μπράιαν Φιτζπάτρικ, Τομ Μπάρετ και Γουόρεν Ντέιβιντσον, οι οποίοι επέλεξαν να υπερβούν τις κομματικές γραμμές και να στηρίξουν την πρωτοβουλία.
Βάσει του αμερικανικού Συντάγματος, μόνο το Κογκρέσο διαθέτει την εξουσία να κηρύσσει πόλεμο. Ωστόσο, η διάταξη αυτή έχει επανειλημμένα παρακαμφθεί τις τελευταίες δεκαετίες, με διαδοχικές κυβερνήσεις να προχωρούν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου. Οι Δημοκρατικοί υποστηρίζουν ότι το ψήφισμα αποσκοπεί ακριβώς στην επαναφορά της συνταγματικής ισορροπίας μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας σε ζητήματα πολέμου και εξωτερικής πολιτικής.