«Διώξαμε τους Έλληνες και τώρα παίζουμε τα τραγούδια τους». Η φράση αυτή, ειπωμένη από τα χείλη των σημερινών Τούρκων κατοίκων της Ίμβρου και της Τενέδου, συμπυκνώνει με τον πιο αφοπλιστικό τρόπο το ιστορικό παράδοξο που βιώνουν τα δύο νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου.
Δεκαετίες μετά τη μεθοδευμένη απομάκρυνση του γηγενούς ελληνικού στοιχείου, η απουσία των Ρωμιών έχει μετατραπεί σε μια βαριά, σχεδόν ενοχική νοσταλγία, η οποία εκφράζεται μέσα από την αναβίωση των ήχων, των γεύσεων και των παραδόσεων που κάποτε επιχειρήθηκε να σβηστούν από τον χάρτη.
Το χρονικό ενός προδιαγεγραμμένου ξεριζωμού
Η μοίρα της Ίμβρου και της Τενέδου σφραγίστηκε με τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923. Αν και το άρθρο 14 προέβλεπε ένα σαφές καθεστώς αυτονομίας, με εγγυήσεις για την προστασία της τοπικής αυτοδιοίκησης, της περιουσίας και της ελληνικής εκπαίδευσης, η πραγματικότητα αποδείχθηκε τελείως διαφορετική.
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε ουσιαστικά το 1964. Με πρόσχημα το Κυπριακό, η Άγκυρα έθεσε σε εφαρμογή το «Πρόγραμμα Διάλυσης» (Eritme Programı). Μέσα σε λίγα χρόνια, τα ελληνικά σχολεία έκλεισαν, οι εύφορες αγροτικές εκτάσεις απαλλοτριώθηκαν βίαια και, το κυριότερο, στην Ίμβρο ιδρύθηκαν ανοιχτές αγροτικές φυλακές βαρυποινιτών.
Eρειπωμένα σπίτια στο χωριό Σχοινούδι της Ίμβρου (φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Στρατής Μπαλάσκας)
Η τρομοκράτηση του πληθυσμού ήταν άμεση και αποτελεσματική. Χιλιάδες Ίμβριοι και Τενέδιοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες, παίρνοντας μαζί τους μόνο λίγα ρούχα και τις αναμνήσεις τους.
Ίμβρος - Η σπίθα της επιστροφής
Σήμερα, η Ίμβρος (Gökçeada) παρουσιάζει μια εικόνα συγκρατημένης αισιοδοξίας. Μετά από δεκαετίες σιωπής, η ελληνική λαλιά ακούγεται ξανά στα σοκάκια των χωριών. Το 2013 αποτέλεσε έτος-ορόσημο με την επαναλειτουργία του πρώτου ελληνικού σχολείου, ενώ σήμερα λειτουργούν πλήρως δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο.
Νέες οικογένειες, παιδιά και εγγόνια των ξεριζωμένων, επέστρεψαν για να ζήσουν μόνιμα στο νησί, αναζωογονώντας χωριά όπως το Σχοινούδι, τα Αγρίδια και η Παναγία.
Κάθε Αύγουστο, στα πανηγύρια του Δεκαπενταύγουστου, το νησί βουλιάζει από κόσμο. Οι παλιοί ιδιοκτήτες ανταμώνουν με τους νέους κατοίκους και οι τουρκικές αρχές παρακολουθούν μια πολιτισμική αναγέννηση που δεν μπορεί πλέον να ανακοπεί.
Τένεδος - Η μνήμη που σβήνει στις μουσειακές προθήκες
Στην Τένεδο (Bozcaada), η κατάσταση είναι πολύ πιο δραματική και η μελαγχολία διάχυτη. Στο νησί έχουν απομείνει μόλις 15 ηλικιωμένοι Έλληνες, οι οποίοι αποτελούν τους τελευταίους θεματοφύλακες μιας μακράς ιστορίας. Εδώ, η ελληνικότητα δεν επιβιώνει μέσα από τις φωνές των παιδιών στις σχολικές αυλές, αλλά μέσα από τις προσπάθειες φωτισμένων ανθρώπων.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του τοπικού μουσείου που ίδρυσε ο Χακάν Γκιουρουνέι.
Μέσα από παλιές φωτογραφίες, προσωπικά αντικείμενα, έγγραφα και εμπορικές ταμπέλες, το μουσείο αυτό προσπαθεί να διασώσει την ταυτότητα της παλιάς Τενέδου.
Οι σημερινοί Τούρκοι κάτοικοι, στην πλειονότητά τους μετανάστες από την ανατολική Τουρκία ή αστοί από την Κωνσταντινούπολη, αναγνωρίζουν ότι η γοητεία, η αρχιτεκτονική και η οινοποιητική παράδοση του νησιού οφείλονται αποκλειστικά στους Ρωμιούς που εκδιώχθηκαν.
Η ειρωνεία της Ιστορίας
Το οδοιπορικό των διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων στα δύο νησιά έφερε στο φως μια βαθιά αλήθεια: Ο πολιτισμός δεν ξεριζώνεται τόσο εύκολα όσο οι άνθρωποι. Τα ελληνικά τραγούδια που ακούγονται σήμερα στις ταβέρνες των νησιών, τα αναπαλαιωμένα πέτρινα σπίτια που μετατρέπονται σε ξενώνες και η τουριστική προβολή που βασίζεται στο «αιγαιοπελαγίτικο χρώμα» αποτελούν την απόλυτη ιστορική δικαίωση των Ελλήνων.
Η Ίμβρος και η Τένεδος δεν είναι πια μόνο τόποι μνήμης και θλίψης. Είναι ζωντανά παραδείγματα του πώς η ιστορία εκδικείται εκείνους που προσπάθησαν να επιβάλουν τη μονοφωνία σε τόπους που γεννήθηκαν για να είναι κοιτίδες συνύπαρξης.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Τουρκία: Η πίστη νίκησε τα εμπόδια για τα "Εννιάμερα» της Παναγίας" (βίντεο)
"Καμπανάκι" για την κρητική αμπελουργία – «Χάθηκε» το 70% της παραγωγής στο Ηράκλειο