Επιστήμη

Έρευνα: Η ιδιοκτησία σκύλου ωφελεί στην ψυχική ανάπτυξη και κοινωνικοποίηση του παιδιού

σκύλος-παιδί

Τα μικρά παιδιά που ζουν σε σπίτια τα οποία διαθέτουν κατοικίδια σκυλιά έχουν καλύτερη κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη και συμπεριφορά, σε σχέση με παιδιά, η οικογένεια των οποίων δεν έχει σκύλο, σύμφωνα με μία νέα αυστραλιανή επιστημονική έρευνα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την αναπληρώτρια καθηγήτρια Χέιλι Κρίστιαν του Πανεπιστημίου της Δυτικής Αυστραλίας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο παιδιατρικό περιοδικό «Pediatric Research», μελέτησαν στο πλαίσιο της μελέτης PLAYCE (Play Spaces and Environments for Children's Physical Activity) 1.646 νοικοκυριά -εκ των οποίων τα 686 (42%) είχαν σκύλο- όπου ζούσαν παιδιά ηλικίας δύο έως πέντε ετών.

Διαπιστώθηκε ότι όσα παιδιά ζούσαν σε σπίτι με σκύλο ήταν 23% λιγότερο πιθανό να έχουν δυσκολίες στη συναισθηματική έκφραση και στις κοινωνικές επαφές τους, σε σχέση με τα παιδιά χωρίς κατοικίδιο στην οικογένειά τους. Επίσης, τα παιδιά με σκύλο είχαν 30% μικρότερη πιθανότητα αντικοινωνικής συμπεριφοράς, 40% μικρότερη πιθανότητα προβλημάτων στις σχέσεις τους με άλλα παιδιά, καθώς επίσης 34% μεγαλύτερη πιθανότητα να επιδεικνύουν θετικές συμπεριφορές, όπως το μοίρασμα με τους άλλους.

Τα παιδιά που συμμετέχουν με την υπόλοιπη οικογένεια τους στις βόλτες με τον σκύλο τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα είναι 36% λιγότερο πιθανό να εμφανίσουν κακή κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη. Επίσης, τα παιδιά που παίζουν με τον οικογενειακό σκύλο τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα είναι 74% πιο πιθανό να έχουν θετική και αλληλέγγυα συμπεριφορά προς τους άλλους.

«Μολονότι περιμέναμε ότι η κατοχή ενός σκύλου θα παρείχε ορισμένα οφέλη για τα μικρά παιδιά, εκπλαγήκαμε που βρήκαμε ότι ακόμη και η απλή παρουσία ενός οικογενειακού σκύλου σχετίζεται με τόσες πολλές θετικές συμπεριφορές και συναισθήματα», δήλωσε η δρ Κρίστιαν. «Τα ευρήματα μας δείχνουν ότι η ιδιοκτησία σκύλου μπορεί να ωφελήσει την ανάπτυξη των παιδιών και την ψυχική ισορροπία τους, κάτι που, όπως εικάζουμε, πιθανώς οφείλεται στον δεσμό που αναπτύσσεται ανάμεσα στα παιδιά και στα σκυλιά», πρόσθεσε.

Επιστήμη

Καθηγητής Χρηστάκης: Το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού θα κολλήσει κορωνοϊό

κορωνοϊός εργασία

Τουλάχιστον το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού των 7,6 δισεκατομμυρίων ανθρώπων θα αρρωστήσουν από τον κορωνοϊό SARS-CoV-2 και εκατομμύρια ασθενείς θα πεθάνουν, εκτιμά ο γνωστός Ελληνοαμερικανός καθηγητής του Πανεπιστημίου Γέιλ, Νικόλας Χρηστάκης, σε άρθρο του στον «Economist» σχετικά με τις ιδιαιτερότητες και τους κινδύνους της Covid-19.

Όπως αναφέρει ο καθηγητής Χριστάκης, «έχουμε μπροστά μας έναν μακρύ και θλιβερό δρόμο. Γι' αυτό, καλά θα κάνουμε να αντιδράσουμε σοφά». Σημειώνει ότι «υπάρχει μία φυσική τάση για εφησυχασμό», ιδίως από τη στιγμή που «ο ίδιος ο ιός είναι τόσο ασυνεπής, όσον αφορά ποιον μολύνει, ποιον αρρωσταίνει και ποιον σκοτώνει».

Ο καθηγητής τονίζει ότι «η εστίαση της προσοχής μόνο στα περιστατικά υπερμετάδοσης είναι απίθανο να αποδειχθεί αποτελεσματική για να σταματήσει η επιδημία. Χρειάζεται ένα ευρύτερο "δίχτυ", με περισσότερα τεστ και εντατική ιχνηλάτηση επαφών». Ζητά, επίσης, να δοθεί μεγάλη προσοχή στο τεράστιο ποσοστό των ασυμπτωματικών ανθρώπων, οι οποίοι μεταδίδουν τον ιό, κάτι που, όπως λέει, απαιτεί εκτεταμένους διαγνωστικούς ελέγχους και γρήγορη -αν όχι άμεση- εξαγωγή αποτελεσμάτων των τεστ.

Όπως επισημαίνει, «μολονότι μερικοί άνθρωποι αντιστέκονται στη χρήση μάσκας, ίσως τελικά συνειδητοποιήσουν ότι αυτό είναι προτιμότερο από το να κλείσει η οικονομία ή να μετριούνται πτώματα». Μέχρι να βρεθεί και να καταστεί ευρέως διαθέσιμο ένα αποτελεσματικό εμβόλιο, δεν υπάρχει άλλη λύση από το «να ελαχιστοποιηθούν οι κοινωνικές επαφές, να κρατηθούν οι φυσικές αποστάσεις, να γίνονται πολλά τεστ και, ναι, να φοράμε μάσκες», υποστηρίζει.

Ο κ. Χρηστάκης, ειδικός σε θέματα κοινωνιών, δικτύων και επιδημιολογίας, συγγραφέας ήδη γνωστών βιβλίων μεταφρασμένων και στα ελληνικά («Συνδεδεμένοι» και «Προσχέδιο: Οι εξελικτικές ρίζες της καλής κοινωνίας»), έχει έτοιμο το νέο βιβλίο του «Το τόξο του Απόλλωνα: Η βαθιά και διαρκής επίπτωση του κορονοϊού στον τρόπο ζωής μας», το οποίο θα κυκλοφορήσει στο εξωτερικό τον Οκτώβριο.

Όπως εξηγεί στον Economist, «τα διακριτά χαρακτηριστικά του ιού πίσω από την πανδημία Covid-19 σημαίνουν ότι αναπόδραστα θα μολύνει ένα μεγάλο ποσοστό του κόσμου, προτού η πανδημία ολοκληρώσει την πορεία της». Δεν πρόκειται μόνο για το κατά πόσο οι υγειονομικές αρχές και οι κυβερνήσεις αντιδρούν σωστά (πράγμα που παίζει ρόλο), αλλά επίσης για την επιδημιολογία του ίδιου του νέου ιού, ο οποίος είναι πολύ πιο μεταδοτικός σε σχέση με τον προηγούμενο SARS-CoV-1.

Ο καθηγητής υπογραμμίζει ότι στην περίπτωση του SARS το 2003 μολύνθηκαν μόνο 8.422 άνθρωποι παγκοσμίως και πέθαναν 916, πριν ο ιός τεθεί υπό έλεγχο μέσα σε οκτώ μήνες. Η θνητότητα του SARS-CoV-1 ήταν περίπου 11% (δηλαδή πέθαινε ο ένας στους δέκα άρρωστους), πολύ μεγαλύτερη από ό,τι τώρα του SARS-CoV-2 που εκτιμάται στο 0,5% έως 1,2%. Δηλαδή, ο προηγούμενος συγγενικός κορωνοϊός ήταν δέκα φορές πιο θανατηφόρος από τον τωρινό. Όμως, ακριβώς αυτή η φονικότητα βοήθησε παραδόξως στον έλεγχο της εξάπλωσης του SARS και επίσης εξηγεί εν μέρει γιατί ο τρομερός ιός Έμπολα, που σκοτώνει έως το 80-90% των αρρώστων, δεν έχει ξεφύγει από την Αφρική (τουλάχιστον μέχρι στιγμής… ).

Μολονότι η Covid-19 δεν σκοτώνει αναλογικά τόσους ασθενείς, τελικά είναι πιο επικίνδυνη επειδή εξαπλώνεται πολύ εύκολα, σε ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού, άρα συνολικά σκοτώνει πολύ περισσότερους ανθρώπους, όπως αναφέρει ο κ. ο Χρηστάκης. Επειδή ίσως ακόμη και οι μισοί που κολλάνε τον νέο ιό είναι ασυμπτωματικοί, ενώ πολλοί άλλοι έχουν ήπια συμπτώματα τύπου κρυολογήματος ή γρίπης, τόσο οι πολίτες όσο και οι πολιτικοί μπορεί να πάρουν την κατάσταση λιγότερο στα σοβαρά, πράγμα που διευκολύνει την εξάπλωση της πανδημίας.

Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, όπως σημειώνει, επειδή ακόμη και στους συμπτωματικούς ο ιός μεταδίδεται προτού καν τα συμπτώματα εμφανιστούν. Η περίοδος επώασης (ανάμεσα στην αρχική λοίμωξη και στην εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων) διαρκεί από δύο έως 14 ημέρες και κατά μέσο όρο επτά ημέρες. Από την άλλη, υπάρχει η λεγόμενη «λανθάνουσα περίοδος» του κορωνοϊού, ανάμεσα στη στιγμή της έναρξης της λοίμωξης και έως τότε που μπορεί κανείς να κολλήσει άλλους. Η περίοδος επώασης είναι μεγαλύτερη από τη λανθάνουσα στην περίπτωση του νέου ιού, κάτι που διευκολύνει επίσης τη μετάδοσή του. Ο τυπικός ασθενής με Covid-19 χρειάζεται περίπου επτά ημέρες για να εκδηλώσει συμπτώματα, αλλά μπορεί ήδη να μεταδίδει τη νόσο για δύο έως τέσσερις ημέρες πριν τα πρώτα συμπτώματα. Μάλιστα, μία έως δύο ημέρες πριν την εμφάνιση των συμπτωμάτων είναι η πιο μολυσματική φάση για έναν φορέα του ιού.