Η σχέση των πολιτών με τη Δικαιοσύνηαποτελεί θεμελιώδη παράγοντα θεσμικής συνοχής σε κάθε κράτος δικαίου. Η κοινωνική εμπιστοσύνη προς το δικαιοδοτικό σύστημα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την έκδοση δικαστικών αποφάσεων, αλλά και από τον βαθμό στον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι ο νόμος εφαρμόζεται με συνέπεια, προβλεψιμότητα και ουσιαστική ισονομία. Όταν η εμπιστοσύνη αυτή αποδυναμώνεται, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στο νομικό επίπεδο, αλλά επεκτείνονται στη συνολική λειτουργία των θεσμών και της κοινωνικής συνοχής.
Στο πλαίσιο αυτό, η δημόσια συζήτηση γύρω από το ποινικό σύστημα επανέρχεται συχνά στο ζήτημα της πραγματικής έκτισης των ποινών, ιδίως στις περιπτώσεις πολυετών ή ισόβιων καθείρξεων. Η απόσταση ανάμεσα στην ποινή που επιβάλλεται δικαστικά και στον χρόνο πραγματικής έκτισης της ποινής αποτελεί αντικείμενο έντονου δημόσιου προβληματισμού, κυρίως όταν η κοινωνία αδυνατεί να κατανοήσει πλήρως τις θεσμικές και νομικές προϋποθέσεις που διέπουν την υφ’ όρον απόλυση ή άλλες ευεργετικές διατάξεις.
Η ισόβια κάθειρξη συνιστά την αυστηρότερη ποινική κύρωση σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος που έχει απορρίψει οριστικά τη θανατική ποινή.
Για τον λόγο αυτό, η ποινή οφείλει να διατηρεί ουσιαστικό περιεχόμενο όχι μόνο σε νομικό αλλά και σε συμβολικό επίπεδο, ώστε να μην αποδυναμώνεται η αξιοπιστία του ποινικού συστήματος στη συλλογική συνείδηση. Η αποτελεσματικότητα της ποινικής δικαιοσύνης δεν κρίνεται αποκλειστικά από τη θεσμική της συγκρότηση, αλλά και από την κοινωνική πρόσληψη της συνέπειας και της αναλογικότητας των κυρώσεων.
Παράλληλα, σε ένα ανθρωποκεντρικό νομικό σύστημα, ο σωφρονιστικός χαρακτήρας της ποινής και η δυνατότητα κοινωνικής επανένταξης του κρατουμένου αποτελούν θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου και των διεθνών εγγυήσεων προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η επιείκεια υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις δεν αντιστρατεύεται την έννοια της δικαιοσύνης· αντίθετα, εντάσσεται στον πυρήνα ενός ώριμου και δημοκρατικού νομικού πολιτισμού.
Το κρίσιμο ζήτημα αφορά, συνεπώς, τη διατήρηση της θεσμικής ισορροπίας. Όταν η επιείκεια εκλαμβάνεται κοινωνικά ως συστηματική και προβλέψιμη κατάληξη, ενδέχεται να αποδυναμωθεί η πεποίθηση περί βεβαιότητας της έννομης τάξης και της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων. Η αντίληψη αυτή, ανεξαρτήτως του αν ανταποκρίνεται πλήρως στη νομική πραγματικότητα, επηρεάζει ουσιωδώς την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλούν οι περιπτώσεις υποτροπής, κατά τις οποίες άτομα που έχουν ήδη καταδικαστεί και εκτίσει ποινές για συγκεκριμένες μορφές παραβατικής συμπεριφοράς επανέρχονται κατ’ επανάληψη στην τέλεση παρόμοιων αδικημάτων. Στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτει εύλογα το ερώτημα κατά πόσο το υφιστάμενο πλαίσιο αποφυλάκισης και επανένταξης επιτυγχάνει αποτελεσματικά τον σωφρονιστικό του σκοπό ή αν απαιτείται αυστηρότερη αξιολόγηση της επικινδυνότητας και της πιθανότητας υποτροπής. Η προστασία του κοινωνικού συνόλου από επαναλαμβανόμενες εγκληματικές συμπεριφορές αποτελεί επίσης θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας, η οποία οφείλει να εξισορροπείται με τις αρχές του κράτους δικαίου και της αναλογικότητας των ποινών.
Ο νόμος δεν επιτελεί μόνο κατασταλική λειτουργία, αλλά και παιδαγωγική. Μέσω της εφαρμογής του διαμορφώνονται κοινωνικές αντιλήψεις σχετικά με τα όρια της επιτρεπτής συμπεριφοράς, την έννοια της ευθύνης και τις συνέπειες της παραβατικότητας. Ιδίως οι νεότερες γενιές αξιολογούν όχι μόνο το τυπικό περιεχόμενο της νομοθεσίας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτή εφαρμόζεται στην πράξη.
Υπό το πρίσμα αυτό, κάθε νομοθετική ή εφαρμοστική παρέμβαση που επηρεάζει το ποινικό σύστημα οφείλει να εξετάζεται με ιδιαίτερη θεσμική προσοχή. Η υπέρμετρη αυστηρότητα ενδέχεται να οδηγήσει σε λογικές ποινικού αυταρχισμού, ενώ η υπερβολική επιείκεια μπορεί να ενισχύσει την κοινωνική αίσθηση σχετικοποίησης ακόμη και σοβαρών εγκληματικών πράξεων.
Η συζήτηση γύρω από τις ποινές και την έκτισή τους απαιτεί, επομένως, θεσμική νηφαλιότητα, επιστημονική τεκμηρίωση και αποφυγή τόσο της επικοινωνιακής πλειοδοσίας αυστηρότητας όσο και των αφηρημένων προσεγγίσεων που αγνοούν την κοινωνική διάσταση του δικαίου. Η αναζήτηση ισορροπίας μεταξύ σωφρονισμού, προστασίας της κοινωνίας και διατήρησης του κοινού περί δικαίου αισθήματος παραμένει διαρκές ζητούμενο για κάθε δημοκρατική πολιτεία.
Διότι, τελικά, η εμπιστοσύνη προς τη Δικαιοσύνη οικοδομείται όχι μόνο μέσω των δικαστικών αποφάσεων, αλλά και μέσω της διαρκούς πεποίθησης ότι ο νόμος εφαρμόζεται με σαφήνεια, αναλογικότητα και ίση μεταχείριση απέναντι σε όλους τους πολίτες.
*Ο Γιώργος Κορναράκης είναι Καθηγητής, Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του ekriti.gr
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Τραγωδία στην Κέρκυρα, νεκρός 53χρονος μοτοσικλετιστής σε τροχαίο