Αφιερωματα

Σαν σήμερα το 1849 πεθαίνει ο Φρίντερικ Σοπέν

screen_shot_2013-09-10_at_11.40.42_p.m.png.jpg

Φρίντερικ Σοπέν, ο συνεσταλμένος πιανίστας που άλλαξε την κλασική μουσική, αλλά μισούσε τα κονσέρτα. Γιατί κρατούσε μια χούφτα χώμα από την Πολωνία...

Το κοινό είχε ένα παράπονο για τον Φρίντερικ Σοπέν: παραήταν ήσυχος.
Το πιάνο του δεν πλημμύριζε την αίθουσα με τον ήχο του και οι συγκρατημένες του συνθέσεις χάνοντας στους μεγάλους χώρους.
Οι χαμηλοί τόνοι ταίριαζαν στην προσωπικότητά του. Σε μια εποχή πληθωρικών συνθετών όπως ο Λιστ και ο Μπερλιόζ, ο Σοπέν ξεχώριζε λόγω της συστολής του. Δεν είχε αρκετή φιλοδοξία για να οργανώσει περιοδείες και να αυτοπροωθείται. 
Δεν είχε αρκετή γοητεία για να εμπνέει υστερική αφοσίωση σε θαυμαστές. 
Δεν είχε αρκετή τόλμη για να γίνει διάσημος. Όμως, ό,τι του έλειπε σε υπεροψία το είχε με το παραπάνω σε ταλέντο. Λίγοι τον είχαν ακούσει να παίζει, όμως όσοι τον άκουγαν συγκλονίζονταν από το λεπτό και εκφραστικό ύφος του.

Μόνο λίγο χώμα, χώμα πολωνικό
Ο Φρίντερικ ήταν το δεύτερο παιδί κι ο μοναχογιός του Νίκολας Σοπέν και της γυναίκας του, Ζιστίνα Κριζανόφσκα. 
Η οικογένεια μετοίκησε στη Βαρσοβία εξαιτίας της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Νίκολας δίδασκε γαλλικά στο Λύκειο της Βαρσοβίας κι είχε μια πανσιόν για φοιτητές.
 

(Φρίντερικ Σοπέν)

Η μεγαλύτερη αδελφή του Φρίντερικ, η Λουντβίκα, ήταν η πρώτη του δασκάλα πιάνου. Αμέσως φάνηκε το ταλέντο του. Σε ηλικία εφτά ετών έδωσε το πρώτο του κονσέρτο. Μετά από λίγα χρόνια σπουδών στο Ωδείο της Βαρσοβίας, ο Σοπέν κατάλαβε με θλίψη ότι η πατρίδα του παρείχε λίγες ευκαιρίες για έναν επαγγελματία μουσικό. Δεν ήθελε να φύγει, αλλά η πολιτική κατάσταση στη χώρα του ήταν ασταθής, καθώς ένα εθνικό πολωνικό κίνημα απαιτούσε ανεξαρτησία από τη Ρωσία. 

Ο Σοπέν άφησε τη Βαρσοβία για τη Δυτική Ευρώπη στις αρχές Νοεμβρίου του 1830, παίρνοντας μαζί του μια χούφτα πολωνικό χώμα σε μια χρυσή κούπα. Τον ίδιο μήνα, τα πολωνικά στρατεύματα στασίασαν κι ο τεράστιος ρωσικός στρατός τα συνέτριψε. Ο Σοπέν ανησυχούσε για την οικογένειά του και ένιωθε ενοχές που δεν επέστρεφε για να στηρίξει την πατρίδα του.
Έφτασε στο Παρίσι τον Σεπτέμβριο του 1831, χωρίς να ξέρει για πόσο θα έμενε στη Γαλλία. 
Ήταν γόνιμη περίοδος. Έπιασε φιλίες με τους συνθέτες Μέντελσον, Λιστ και Μπερλιόζ, με τους συγγραφείς Ονορέ ντε Μπαλζάκ και Βίκτορα Ουγκό, καθώς και με τον ζωγράφο Ευγένιο Ντελακρουά.

Για να παρουσιαστεί στο παρισινό κοινό, οργάνωσε ένα κονσέρτο τον Φεβρουάριο του 1832. Η αίθουσα γέμισε μόλις κατά το ένα τρίτο, αλλά οι κριτικοί δήλωσαν ότι η βραδιά ήταν αξέχαστη. 
Κάποιος επαίνεσε το “κομψό, αβίαστο και γεμάτο χάρη” ύφος του μουσικού, αν και παραπονέθηκε γιατί οι τόνοι του Σοπέν στο πιάνο παραήταν χαμηλοί και δεν ακούγονταν εύκολα.
Ένας άλλος βιρτουόζος θα συνέχιζε την επιτυχία του επαναλαμβάνοντας τα ίδια. Ο Σόπεν, όχι!
Το να ετοιμάζει κονσέρτα ήταν πονοκέφαλος και προτιμούσε να μην μπαίνει στον κόπο. Τελικά, έπαιξε δημόσια λιγότερες από τριάντα φορές. Ακόμη κι όταν έκλεινε κονσέρτα, συχνά αρρώσταινε και δεν μπορούσε να ανέβει στη σκηνή.
Σε όλη τη δεκαετία του 1830, περνούσε κρίσεις “βρογχίτιδας” ή “γρίπης” που τον έκαναν να βήχει και να χάνει τις δυνάμεις του. Πίστευε ότι είχε αδύναμο οργανισμό. Χωρίς έσοδα από κονσέρτα, προσπαθούσε να ζήσει πουλώντας παρτιτούρες και δίνοντας μαθήματα πιάνου. Και τα δύο όμως, ήταν κάθε άλλο παρά επικερδή, με αποτέλεσμα να φυτοζωεί.

Παρηγοριά στον έρωτα

Πηγαίνοντας σ’ ένα γερμανικό θέρετρο για να συναντήσει τους γονείς του, το 1835, ερωτεύτηκε τη Μαρία Βοτζίνσκα, κόρη οικογενειακών φίλων από τη Βαρσοβία. Τον επόμενο χρόνο της έκανε πρόταση γάμου.
Η Μαρία δέχτηκε, αλλά η μητέρα της επέμεινε ότι η δημόσια ανακοίνωση έπρεπε να αναβληθεί μέχρι να δώσει τη συγκατάθεσή του ο πατέρας της από την Πολωνία. Περίμεναν για εβδομάδες, κατόπιν για μήνες. Μετά από έναν και πλέον χρόνο, η μητέρα της Μαρίας πληροφόρησε τον Σοπέν ότι η σχέση έχει τελειώσει.
Εκείνος πήρε τα γράμματα της Μαρίας, τα έδεσε με μια κορδέλα κι έγραψε στο φάκελο “Moja bieda”: “Η Θλίψη μου”.
 

(Σοπέν και Σαντ)

Μια πολύ διαφορετική γυναίκα μετρίασε το πλήγμα. Το 1837 ο Λιστ σύστησε στον Σοπέν την Αρμαντίν Ορόρ Λουσίλ Ντιπέν, βαρόνη Ντιντεβάν, γνωστότερη ως Ζορζ Σαντ, μητέρα δύο παιδιών. Ήδη γνωστή για τα πρώτο-φεμινιστικά της μυθιστορήματα, η Σαντ ήταν μια διαβόητη μορφή που φορούσε παντελόνια και κάπνιζε πούρα.
Στην αρχή, ο Σοπέν την αντιπάθησε και έγραψε σ’ ένα φίλο: “Τι απαίσια γυναίκα η Σαντ! Άραγε είναι στ’ αλήθεια γυναίκα; Τείνω να αμφιβάλλω”.
Όταν όμως την ξανασυνάντησε, πολλούς μήνες αργότερα, η αντιπάθεια έγινε επιθυμία. Η Σαντ ανταποκρίθηκε και τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά, εκτός από ένα πρόβλημα: είχε εραστή έναν θεατρικό συγγραφέα ονόματι Φελισιέν Μαλφίγ, ο οποίος πήρε άσχημα την απόρριψη και περιφερόταν στο πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι του Σοπέν, μ’ ένα πιστόλι.
Το ζευγάρι αποφάσισε να φύγει απ’ την πόλη. Εγκαταστάθηκαν στη Μαγιόρκα, προσδοκώντας μάλλον έναν μεσογειακό παράδεισο. 
Όμως, οι συντηρητικοί ντόπιοι αποδοκίμαζαν το ανύπαντρο ζευγάρι, ιδίως την ήδη παντρεμένη Σαντ με τα παντελόνια της. Η έπαυλη στην εξοχή μπορεί να ήταν θαυμάσια το καλοκαίρι, αλλά με τις φθινοπωρινές βροχές έγινε υγρή και μίζερη. Έπειτα ο Σοπέν άρχισε να φτύνει αίμα. Ο οικοδεσπότης κατάλαβε ότι δεν έπασχε από κρυολόγημα, βρογχίτιδα ή γρίπη, αλλά από φυματίωση και τον ανάγκασε να φύγει αμέσως.
Η Σαντ έψαξε για καταφύγιο και τέλος βρήκε ένα εγκαταλελειμμένο μοναστήρι. Μαζί με τα δύο παιδιά της Σαντ και μια υπηρέτρια, υπέμειναν τις πρωτόγονες συνθήκες στα σκοτεινά, υγρά κελιά, που προορίζονταν για μοναχούς κι όχι για εραστές σε διακοπές. 
Τον Φεβρουάριο, ο Σοπέν ήταν τόσο άρρωστος που μετά βίας περπατούσε. Επέστρεψαν στη Γαλλία μ’ ένα πλοιάριο που μετέφερε γουρούνια.

Το πιασες το υπονοούμενο;
 

(Η Σαντ σε μεγαλύτερη ηλικία)

Ο Σοπέν χρειάστηκε να μείνει κλινήρης για μήνες στη Μασσαλία, προκειμένου να αναρρώσει αρκετά για να επιστρέψει στο Παρίσι. Το ζευγάρι δεν έκανε άλλες εξωτικές διακοπές. Το χειμώνα τον περνούσαν σε συγκοινωνούντα διαμερίσματα στο Παρίσι και το καλοκαίρι στο εξοχικό της Σαντ. Εκείνες της μεγάλες, ήρεμες μέρες ο Σοπέν έγραψε κάποιες από τις καλύτερες συνθέσεις του. Για κάμποσα χρόνια, η Σαντ ντάντευε τον Σοπέν και φρόντιζε την υγεία του, αλλά τελικά η αφοσίωσή της άρχισε να φθίνει. Αντί να του ζητήσει ευθέως να χωρίσουν, έγραψε ένα μυθιστόρημα, το “Λουκρητία Φλοριάνι”, όπου ένας χαρακτήρας βασισμένος στην ίδια έχει έναν εραστή με τα χαρακτηριστικά του Σοπέν.
Η σχέση τελειώνει όταν η ενάρετη Λουκρητία, που η πνευματικής της ευγένεια συνοδεύεται από υπέρλαμπρη ομορφιά, διώχνει τον παρανοϊκά ζηλιάρη, παρασιτικό πρίγκιπα Κάρολ. Οι φίλοι του Σοπέν εξοργίστηκαν, αλλά ο ίδιος απλώς επαίνεσε τη Σαντ για τη θαυμάσια δημιουργικότητά της.

Αφού οι νύξεις της απέτυχαν, η Σαντ επέστρεψε στον κατασκευαστή το μεγάλο πιάνο που χρησιμοποιούσε στο εξοχικό της. Κι έτσι τελείωσαν όλα.
 

(Τζέιν Στέρλινγκ )

Πιο άρρωστος από ποτέ, ο Σοπέν πέρασε μια νέα κρίση, καθώς ξεσπούσαν πολιτικές ταραχές στη Γαλλία. Δεν αντιστάθηκε σε μια πρόσκληση για την Αγγλία, μολονότι τον εκνεύριζε η οικοδέσποινά του, μια ακατάβλητη τραγουδίστρια, η Τζέιν Στέρλινγκ. Τον Απρίλιο του 1948 πήγε στο Λονδίνο.
Η Στέρλινγκ τον έμπλεξε σ’ έναν κυκεώνα κοινωνικών υποχρεώσεων, χωρίς να παίρνει είδηση ούτε πόσο αποκαμωμένο έμοιαζε το είδωλο της, ούτε το αίμα που έφτυνε στο μαντήλι του. Ίσως η αρρώστια έφταιγε για την αποτυχία του στο Λονδίνο. Δίχως να το βάζει κάτω, η Στέρλινγκ τον έσυρε στη Σκωτία, όπου ο Σοπέν ξεπάγιασε, μένοντας σε υγρούς πύργους με κακή θέρμανση.
Ταυτόχρονα, προσπάθησε να διαψεύσει τις φήμες ότι θα παντρευόταν τη Στέρλινγκ: όχι μόνο δεν του άρεσε, αλλά η φυσική του κατάσταση απαγόρευε το γάμο. Καθώς είπε σ’ ένα φίλο: “Πιο κοντά σε φέρετρο είμαι παρά σε νυφική παστάδα”.
 
Εις τους αιώνες των αιώνων

Το ταξίδι στην Αγγλία τελείωσε το φθινόπωρο του 1848, όταν ο Σοπέν επιτέλους γλίτωσε από τη Στέρλινγκ, που είχε καταλήξει να του διαβάζει τη Βίβλο επί ώρες, προσπαθώντας να τον προσηλυτίσει στον Καλβινισμό. Έφτασε στο Παρίσι απελπιστικά αδύναμος. Κάποιοι φίλοι του βρήκαν σπίτι και ειδοποίησαν την αδελφή του να έρθει στη Γαλλία.

Ο Σοπέν πέθανε νωρίς το πρωί της 17ης Οκτωβρίου 1849. 
Οι φίλοι του φρόντισαν να παιχτεί στην κηδεία το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ κι ενώ κατέβαινε στη γη το φέρετρο, έριξαν στον τάφο την κούπα με το πολωνικό χώμα που είχε πάντα μαζί του....

 

Κόσμος

Τραγωδία: Ξεψύχησε ασθενής Covid αφού πρώτα τον έδιωξαν απο 18 νοσοκομεία

Ινδία κορωνοϊός

οκ έχει προκαλέσει στην κοινή γνώμη της Ινδίας η καταγγελία ότι ένας 52χρονος με συμπτώματα κορωνοϊού βρήκε τραγικό θάνατο, αφού προηγουμένως τον έδιωξαν 18 νοσοκομεία, όπου είχε σπεύσει ζητώντας βοήθεια!

Οι Αρχές στην πόλη Μπανγκαλόρ της νότιας Ινδίας, που θρηνεί σχεδόν 18.000 νεκρούς από την πανδημία του φονικού κορωνοϊού διέταξαν έρευνα εις βάρος εννέα νοσοκομείων για τον θάνατο του 52χρονου Μπαγουαρλάλ Σουτζάνι, που άφησε την τελευταία του πνοή στα σκαλοπάτια ενός εξ’ αυτών. Ο αδελφός του, Ντινές, προσπάθησε απεγνωσμένα να τον σώσει, όταν άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα της Covid-19 και τον μετέφερε με σκούτερ σε νοσοκομείο σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων από το σπίτι τους. «Τους είπα ότι είχε πέσει ο σφυγμός του, ότι δυσκολευόταν να ανασάνει κι ότι έκανε εμετό. Τον πήραν μέσα, του έβγαλαν ακτινογραφία και στη συνέχεια βγήκαν έξω μ’ ένα χαρτί που έγραφε κάτι στα αγγλικά και με παρακάλεσαν να τον πάρω από εκεί», δήλωσε, σύμφωνα με το BBC. Οι υπεύθυνοι του νοσοκομείου αρνήθηκαν ότι το προσωπικό δεν δέχθηκε να προσφέρει στο θύμα τις πρώτες βοήθειες.

Ο Ντινές είπε ότι βρήκε ένα ασθενοφόρο και πήγε τον αδελφό του σε άλλο νοσοκομείο, όπου και πάλι τους έδιωξε, κάτι που επαναλήφθηκε πολλές φορές τις επόμενες ώρες όχι μόνον σε ιδιωτικές κλινικές, αλλά και σε κρατικά νοσοκομεία. «Μας έδιωχναν μόλις φθάναμε στην είσοδο», είπε. Γιος του θύματος είπε σε τοπική εφημερίδα ότι επισκέφθηκαν συνολικά 18 νοσοκομεία και τηλεφώνησαν σε άλλα 32 καλύπτοντας απόσταση περίπου 120 χλμ στην πόλη, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η περίπτωση του 52χρονου φαίνεται ότι δεν είναι η μοναδική στην Ινδία. Τοπικά Μμε αναφέρουν ότι πολλοί άνθρωποι με συμπτώματα του κορωνοϊού πέθαναν επειδή αρνήθηκαν να τους δεχθούν αρκετά νοσοκομεία.

Μέρος του προβλήματος φαίνεται πως είναι η αύξηση των κρουσμάτων στη νοτιοδυτική πολιτεία της Καρνατάκα, όπου είχε καταγραφεί και ο πρώτος θάνατος από τον κορωνοϊό στην Ινδία. Στην πολιτεία αυτή, πρωτεύουσα της οποίας είναι η Μπανγκαλόρ, είχε αναχαιτίσει την εξάπλωση της πανδημίας, αλλά από τα τέλη Μαϊου, όταν άρχισαν να χαλαρώνουν τα περιοριστικά μέτρα στη χώρα, αυξήθηκαν τα κρούσματα και μέχρι την 1η Ιουλίου είχαν καταγραφεί 253 θάνατοι, ενώ τα κρούσματα στην Μπανγκαλόρ είχαν εκτοξευθεί από 18 σε 732 με τα νοσοκομεία να «γονατίζουν» από τη συρροή ασθενών και τις τοπικές Αρχές να προσπαθούν να εξασφαλίσουν άλλες 7.000 με 7.500 κλίνες από τον ιδιωτικό τομέα.

Πηγή: iefimerida.gr