Πολιτική

Καμμένος: Η Τουρκία δεν πρέπει να ξεχνά ότι ηττήθηκε το 1821

καμμένος

Ένα ακόμη μήνυμα προς την Τουρκία και ειδικότερα στον ηγέτη της γειτονικής χώρας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, θέλησε να στείλει ο υπουργός Άμυνας Πάνος Καμμένος, με αφορμή την επίσκεψή του στην Αρμενία.

Ο κ. Καμμένος, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου, δήλωσε ότι η Τουρκία με τις ενέργειές της απομακρύνεται από την Ευρώπη και πρόσθεσε ότι οι γείτονες δεν πρέπει να ξεχνούν ότι την εποχή που επικαλούνται, γνώρισαν την ήττα από τον ελληνικό λαό, στην Επανάσταση του 1821.

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας στο πλαίσιο του ταξιδιού του στην Αρμενία, επισκέφθηκε τη διεθνή έκθεση όπλων και αμυντικής τεχνολογίας «ArmHiTec 2018». Στη συνέχεια συναντήθηκε με τον Υπουργό Άμυνας της Αρμενίας Vigen Sargsyan.

Στις δηλώσεις του υποστήριξε: 
«Με μεγάλη χαρά βρίσκομαι και πάλι στο Ερεβάν. Επισκέφθηκα τη διεθνή έκθεση όπλων και αμυντικής τεχνολογίας «ArmHiTec» και πραγματικά εντυπωσιάστηκα. Η έκθεση εξελίσσεται σε σημαντικό γεγονός στον τομέα της στρατιωτικής τεχνολογίας με μεγάλη προοπτική. Θα ήθελα να συγχαρώ τους διοργανωτές αυτής της επιτυχούς έκθεσης.

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μου στο Ερεβάν είχα την ευκαιρία να συναντηθώ με τον ομόλογό μου κ. Vigen Sargsyan. Είχαμε μια ευρεία και ειλικρινή ανταλλαγή απόψεων σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος, σε θέματα διμερούς συνεργασίας, αλλά και σχετικά με τις προκλήσεις ασφαλείας και τις εξελίξεις στην περιοχή.

Η Ελλάδα και η Αρμενία ήταν, είναι και θα είναι πάντα μαζί. Έχουμε κοινές αξίες, κοινή ιστορία, κοινά θύματα των δύο μεγάλων γενοκτονιών, του αρμενικού λαού και του ποντιακού ελληνισμού.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις μας έχουν ήδη επιτύχει ένα υψηλό επίπεδο συνεργασίας σε πάρα πολλούς τομείς με σημαντικές δραστηριότητες, μια συνεργασία η οποία χαρακτηρίζεται κυρίως από υψηλή ποιοτική διάσταση που επιτυγχάνεται μέσω συμπράξεων σε τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος.

Τόσο η Αρμενία, όσο και η Ελλάδα, αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις ασφαλείας και απειλές οι οποίες απαιτούν όχι μόνο μια ολοκληρωμένη προσέγγιση και κατανόηση, αλλά ταυτόχρονα και μια ισχυρή πολιτική αποφασιστικότητα προκειμένου να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά.

Αισθάνομαι χαρά και τιμή κάθε φορά που επισκέπτομαι την Αρμενία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε αδελφική χώρα. Οι παραδοσιακοί δεσμοί φιλίας και οι κοινές αξίες που μοιραζόμαστε αποτελούν έναν ισχυρό δεσμό που ενώνει τους λαούς μας και μια πολύτιμη κληρονομιά για την οποία μπορούμε και οι δύο λαοί να είμαστε υπερήφανοι.

Οι δεσμοί μεταξύ των λαών μας είναι πολύ βαθιά ριζωμένοι στο χρόνο. Είναι ακριβώς αυτοί οι ιστορικοί και παραδοσιακοί δεσμοί που μας φέρνουν πιο κοντά.

Οι μακρόχρονοι αυτοί ιστορικοί δεσμοί σφυρηλατήθηκαν σε περιόδους που τα έθνη μας υπέστησαν διωγμούς.

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι είμαι απόλυτα πεπεισμένος πως την ασφάλεια και των δύο χωρών μας εγγυάται το υψηλό επίπεδο των Ενόπλων Δυνάμεών μας και η αποτελεσματικότητά τους, η οποία αυξάνεται ακόμη περισσότερο μέσω της διεθνούς συνεργασίας, όπως ακριβώς αυτή που έχουν αναπτύξει οι δύο φίλες χώρες μας.

Ενημερώθηκα από τον Εξοχότατο κ. Υπουργό για την κατάσταση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ και επιθυμία μας είναι πολύ σύντομα να βρεθεί μία ειρηνική λύση με σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου».

Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου, ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας είπε:

«Πρέπει να καταλάβουν όλοι οι γείτονες ότι η Ελλάδα και η Αρμενία θέλουν να ζήσουν ειρηνικά. Κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να ζούμε ειρηνικά, αλλά είμαστε πάντα έτοιμοι να υπερασπιστούμε την κυριαρχία μας και το διεθνές δίκαιο.

Ευχή μας είναι η Τουρκία να γίνει ευρωπαϊκή χώρα με σεβασμό του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ευχή μας είναι να δούμε την Τουρκία να προσεγγίζει τις ευρωπαϊκές αξίες, αλλά φοβάμαι ότι με τις τελευταίες δηλώσεις του προέδρου Ερντογάν και τις αναφορές στα όνειρα της μεγάλης οθωμανικής αυτοκρατορίας, η Τουρκία απομακρύνεται από την Ευρώπη, από το διεθνές δίκαιο και τη διεθνή κοινότητα.

Θα συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να εξηγήσουμε στην Τουρκία ότι θέλουμε την ειρήνη, αλλά πρέπει να της θυμίσουμε ότι σε πολλές στιγμές της ιστορίας της - και ιδίως τις στιγμές της ιστορίας που έχουν κατά νου, της μεγάλης οθωμανικής αυτοκρατορίας - ηττήθηκε, όπως το 1821 στην Ελλάδα».

Πολιτική

ΣΥΡΙΖΑ: Πρόταση νόμου για τα υπερχρεωμένα κόμματα

ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτικη Συμμαχια

Τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων και ιδίως το φαινόμενο του υπέρογκου τραπεζικού δανεισμού που ορισμένα εξ αυτών έχουν συσσωρεύσεια ποτελεί μία μείζονα πρόκληση προς το κοινό περί δικαίου αίσθημα, καθώς δημιουργείται στους πολίτες η πεποίθηση ότι τα κόμματα – και ιδίως εκείνα που κυβέρνησαν καθ’ όλη την περίοδο από τη μεταπολίτευση έως και την έναρξη της οικονομικής κρίσης – βρίσκονται υπεράνω νόμου και υποχρεώσεων και μπορούν να λαμβάνουν «δανεικά και αγύριστα». Αυτό αναφέρει μεταξύ άλλων, η  πρόταση νόμου της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία - «Οικονομική εξυγίανση των πολιτικών κομμάτων», που υπογράφουν ο Αλέξης Τσίπρας και ο Λευτέρης Αβραμάκης.

Συγκεκριμένα, η πρόταση αναφέρει:

Τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων και ιδίως το φαινόμενο του υπέρογκου τραπεζικού δανεισμού που ορισμένα εξ αυτών έχουν συσσωρεύσει αποτελεί ένα διαρκές πρόβλημα για τη δημοκρατία και τη λειτουργία της, αφού νοθεύει τον πολιτικό ανταγωνισμό, δημιουργώντας συνθήκες ανισοτιμίας μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, αλλά κυρίως υπονομεύει την ανεξαρτησία των υπερχρεωμένων κομμάτων. Την ίδια στιγμή αποτελεί μία μείζονα πρόκληση προς το κοινό περί δικαίου αίσθημα, καθώς δημιουργείται στους πολίτες η πεποίθηση ότι τα κόμματα – και ιδίως εκείνα που κυβέρνησαν καθ’ όλη την περίοδο από τη μεταπολίτευση έως και την έναρξη της οικονομικής κρίσης – βρίσκονται υπεράνω νόμου και υποχρεώσεων και μπορούν να λαμβάνουν «δανεικά και αγύριστα», σε αντίθεση με τους ίδιους που αντιμετωπίζουν διαρκώς πλέον τον κίνδυνο της υπερχρέωσης και της πτώχευσης.

Οι επί το αυστηρότερο αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο για τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων που υιοθετήθηκαν την προηγούμενη δεκαετία και ειδικά την περίοδο 2016-2018 συνέβαλαν καθοριστικά στην εφεξής εξυγίανση της οικονομικής λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων, ωστόσο παραμένει ενεργό και άλυτο το πρόβλημα της συσσώρευσης χρεών από την προηγούμενη περίοδο από συγκεκριμένα κόμματα.

Με δεδομένη τη θέση που επιφυλάσσει το ελληνικό Σύνταγμα στα πολιτικά κόμματα και τον θεμελιώδη ρόλο τους στη λειτουργία του σύγχρονου δημοκρατικού πολιτεύματος, τα κόμματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως οποιαδήποτε ιδιωτική δραστηριότητα ή «επιχείρηση», αλλά κάθε ρύθμιση για την οικονομική τους εξυγίανση οφείλει να διασφαλίζει ταυτόχρονα τη βιωσιμότητά τους. Ωστόσο, αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καταλήγει σε ένα ιδιότυπο καθεστώς δανειακής ασυλίας και στην παραπομπή της αποπληρωμής του συσσωρευμένου χρέους στις καλένδες.

Μέχρι σήμερα, ο νομοθέτης έκανε την επιλογή να δώσει στα πολιτικά κόμματα το περιθώριο να εξυγιάνουν με δική τους πρωτοβουλία και σε συνεργασία με τις τράπεζες τα οικονομικά τους και να διευθετήσουν τα χρέη τους. Πρόκειται για κάτι που έκαναν πράγματι αρκετά κόμματα, όχι όμως και εκείνα που είχαν τη μερίδα του λέοντος στον τραπεζικό δανεισμό, τα οποία εξακολουθούν να αυξάνουν ανεξέλεγκτα τις δανειακές τους υποχρεώσεις.

Βάσει των ανωτέρω, καθίσταται αναγκαία η νομοθετική παρέμβαση προκειμένου να αυστηροποιηθεί ακόμη περισσότερο το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο και κυρίως να διασφαλιστεί ότι τα πολιτικά κόμματα και τα στελέχη τους θα φροντίσουν σοβαρά και συστηματικά για την απομείωση και τελικά την εξόφληση των συσσωρευμένων χρεών τους.

Με το πρώτο άρθρο της προτεινόμενης ρύθμισης, μειώνεται το ποσοστό της συνολικής ετήσιας κρατικής χρηματοδότησης το οποίο είναι βάσει του νόμου 3023/2002 (Α’ 146), όπως ισχύει, ανεκχώρητο έναντι απαιτήσεων από δανειακές συμβάσεις από πενήντα τοις εκατό (50%) που ήταν μέχρι σήμερα σε εικοσιπέντε τοις εκατό (25%).

Με τη ρύθμιση αυτή εξασφαλίζεται αφ’ ενός η διαφύλαξη ενός ελάχιστου τμήματος της κρατικής χρηματοδότησης προκειμένου να καλύπτεται η στοιχειώδης λειτουργία ενός κόμματος, σύμφωνα και με τη λογική του άρθρου 29 του Συντάγματος για την κρατική χρηματοδότηση των κομμάτων, αφ’ ετέρου η διοχέτευση ενός μεγαλύτερου τμήματος αυτής προς την εξόφληση συσσωρευμένων τραπεζικών χρεών, με στόχο την επιτάχυνσή της.

Με το δεύτερο άρθρο της προτεινόμενης ρύθμισης προβλέπεται η παρακράτηση ποσοστού σαράντα τοις εκατό (40%) της βουλευτικής αποζημίωσης των μελών των κοινοβουλευτικών ομάδων για την εξόφληση απαιτήσεων έναντι των οικείων πολιτικών κομμάτων, εφ’ όσον αυτά είναι υπερχρεωμένα. Για τους σκοπούς της διάταξης αυτής ένα κόμμα λογίζεται ως υπερχρεωμένο όταν το σύνολο των μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων δανειακών υποχρεώσεών του σύμφωνα με τον ετήσιο ισολογισμό του υπερβαίνει το δεκαπλάσιο της συνολικής κρατικής χρηματοδότησης που έλαβε κατά το ίδιο έτος, εξαιρουμένης τυχόν εκλογικής χρηματοδότησης.

Η προτεινόμενη διάταξη υπαγορεύεται όχι μόνο από την ανάγκη εξεύρεσης πόρων για την εξόφληση των συσσωρευμένων χρεών πολιτικών κομμάτων, αλλά και προκειμένου να συνδέσει τον κομματικό οργανισμό και τις λειτουργίες του με την εξωτερική έκφρασή του, που είναι κατ’ εξοχήν η κοινοβουλευτική. Οι βουλευτές ενός κόμματος δεν είναι δυνατόν να το εκπροσωπούν θεσμικά και στη δημόσια σφαίρα, χωρίς να αναλαμβάνουν ένα ελάχιστο καθήκον αλληλεγγύης προς το κόμμα τους, πολύ περισσότερο που στις σύγχρονες κομματικές δημοκρατίες η ανάδειξη των αντιπροσώπων του λαού προϋποθέτει την ένταξή τους σε κάποιο κόμμα και τους συνδυασμούς του. Το ποσοστό παρακράτησης που επιλέγεται διασφαλίζει ώστε τα κοινοβουλευτικά στελέχη να μη συναινούν ούτε να ανέχονται τάσεις υπερχρέωσης του κόμματός τους, ενώ ταυτόχρονα το εναπομένον επιτρέπει την κάλυψη των δαπανών που σχετίζονται με τις ανάγκες άσκησης του λειτουργήματος των βουλευτών.

 

Διαβάστε επίσης:

Βουλή: Στην Ολομέλεια προς ψήφιση το εργασιακό νομοσχέδιο

Τσίπρας: Η ΝΔ είναι ένα χρεοκοπημένο κόμμα και ο κ. Μητσοτάκης στρατηγικός κακοπληρωτής