Οικονομία

Πόσα και που πληρώνουμε με κάρτες

πιστωτικές κάρτες

Οι εκτιμήσεις για τη συναλλακτική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της πανδημίας και των τριών lockdown το 2020 επιβεβαιώνονται, σύμφωνα με στοιχεία παρουσιάσεων από φορείς και τραπεζικά ιδρύματα το τελευταίο διάστημα. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε το Capital.gr προκύπτει ότι αύξηση των συναλλαγών με πλαστικό χρήμα είτε για αγορές σε καταστήματα είτε μέσω ηλεκτρονικού εμπορίου. Όμως, η μέση αξία συναλλαγών εμφανίζεται μειωμένη σε σχέση με το 2019. 

Μικρά ποσά με κάρτες, μεγάλα με μετρητά

Όπως ανέφεραν στελέχη της αγοράς, κατά τη διάρκεια του 2020 και της πανδημίας κυριάρχησαν οι ανέπαφες συναλλαγές, δηλαδή για ποσά μέχρι 50 ευρώ. Η χρήση καρτών ήταν κυρίαρχη για μικρές συναλλαγές, όπως διόδια, περίπτερα, κλπ. Σε αυτό συνέβαλε, τουλάχιστον κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας ο φόβος για μετάδοση του ιού μέσω των μετρητών. Αυτό, όμως, δεν χαρακτήρισε όλη τη χρονιά, καθώς στοιχεία από την Τράπεζα της Ελλάδος δείχνουν ότι το ρευστό εκτός τραπεζικού συστήματος αυξήθηκε το 2020 κατά 3,3 δισ. ευρώ. Μελέτη της ΕΚΤ και εκτιμήσεις στελεχών της αγοράς συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η αύξηση των μετρητών κατά την πανδημία και τα lockdown προήλθε από αβεβαιότητα, αλλά και από μία "γκρίζα αγορά” λόγω κλειστών καταστημάτων (πώληση προϊόντων με κατεβασμένα ρολά), καταχρηστικές συμπεριφορές με τα μέτρα στήριξης (μη έκδοση αποδείξεων για να σημειωθεί μείωση τζίρου) κ.α. Έτσι, οι αγορές μικρής αξίας γίνονταν συνήθως με κάρτες και μάλιστα με χρεωστικές και ανέπαφα, ενώ μεγαλύτερα ποσά πληρώνονταν με μετρητά ή μέσω ebanking. 

Πλαστικό χρήμα

H συνολική αξία των συναλλαγών με κάρτες το 2020 παρουσίασε αύξηση 13% και ανήλθε σε 34 δισ. ευρώ από 30 δισ. ευρώ το 2019. Η άνοδος αυτή προέκυψε παρά τη μείωση της αξίας της μέσης συναλλαγής σε 32,2 ευρώ από 34,4 ευρώ το 2019. Όμως, ο αριθμός συναλλαγών αυξήθηκε κατά 26% (από 0,9 δισ. σε 1,1 δισ. συναλλαγές) το 2021. Για το λόγο αυτό παρατηρήθηκε τελικά η συνολική αύξηση του τζίρου με κάρτες, παρά τη μείωση της μέσης αξίας της συναλλαγής.

Σε ό,τι αφορά στο ηλεκτρονικό εμπόριο, αυτό συνέχισε την ανοδική πορεία και οι συνολικές αγορές μέσω ecommerce εφτασε τα 4 δισ. ευρώ από 3,6 δισ. το 2019.

Όσον αφορά στις προτιμήσεις των καταναλωτών, αυτές επιβεβαιώνουν τη συνεχή μείωση της χρήσης πιστωτικών καρτών και των ΑΤΜ, σε όφελος των χρεωστικών καρτών και των ανέπαφων συναλλαγών.

Η συμμετοχή των πιστωτικών καρτών στις αγορές σε καταστήματα και ηλεκτρονικό εμπόριο μειώθηκε το 2020 στο 16% από 20% το 2019 και από 50% το 2015.. Οι αναλήψεις μετρητών σε όρους αξίας από ATM μειώθηκαν κατά 4%. Οι ανέπαφες συναλλαγές σημείωσαν εκρηκτική άνοδο και από 73% (ποσοστό ανέπαφων στο σύνολο του πλήθους των συναλλαγών σε φυσικά τερματικά το 2019) έφτασαν στο 92% στα τέλη του. Η συμμετοχή των ανέπαφων συναλλαγών διατηρείται στα ίδια επίπεδα ακόμα και σήμερα, σύμφωνα με πηγές τραπεζών και εμπόρων.

Διαβάστε επίσης:

Οι πληρωμές από e-ΕΦΚΑ και ΟΑΕΔ από 14-18 Ιουνίου

Γιώργος Μπάλτας: Η οικονομία χρειάζεται επώνυμη παραγωγή

Οικονομία

Ολλανδία – Σκληρός ανταγωνισμός για τη φέτα και το ελληνικό γιαούρτι

φέτα

Το εμπορικό ισοζύγιο γαλακτοκομικών προϊόντων Ελλάδας- Ολλανδίας είναι ιδιαιτέρως αρνητικό για τη χώρα μας, ωστόσο όμως η Ολλανδία είναι ένας αρκετά σημαντικός πελάτης για τις ελληνικές εξαγωγές φέτας, ενώ οι επανεξαγωγές φέτας από την Ολλανδία είναι περίπου πέντε φορές υψηλότερές από τις εισαγωγές της.

Αυτό σημειώνεται σε έρευνα του γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της πρεσβείας μας στη Χάγη με τίτλο «Η αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων στην Ολλανδία».

Όπως προκύπτει από την έκθεση, το εμπορικό ισοζύγιο γαλακτοκομικών προϊόντων Ελλάδας- Ολλανδίας είναι ιδιαιτέρως αρνητικό για την χώρα μας, σε αντίθεση από ό,τι συμβαίνει λ.χ. με το εμπορικό μας ισοζύγιο γαλακτοκομικών προϊόντων με τη Γερμανία: το τελευταίο είναι μεν αρνητικό για τη χώρα μας αλλά με μικρή απόκλιση, καθώς οι εξαγωγές και εισαγωγές τυροκομικών προϊόντων μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας είναι μάλλον σε ισορροπία.

Για την Ολλανδία, όμως, τα σημαντικότερα εισαγόμενα ελληνικά γαλακτοκομικά προϊόντα είναι η φέτα και το γιαούρτι. Σημειώνεται ότι η Ολλανδία είναι ένας αρκετά σημαντικός πελάτης για τις ελληνικές εξαγωγές φέτας, ενώ οι επανεξαγωγές φέτας από την Ολλανδία είναι περίπου πέντε φορές υψηλότερές από τις εισαγωγές της. Οι επανεξαγωγές φέτας της Ολλανδίας κατευθύνονται σχεδόν στο σύνολό τους προς τη Γερμανία.

Άλλα εισαγόμενα είδη τυριού από την Ελλάδα στην Ολλανδία, εκτός της φέτας, είναι το κεφαλοτύρι, η γκούντα, η κεφαλογραβιέρα και το κασέρι.

Συμφώνα με τη βάση δεδομένων «TradeMap», η Ολλανδία ήταν η 10η σημαντικότερη χώρα για την εξαγωγή τυριών από την Ελλάδα το 2020.

Οι ολλανδικές εισαγωγές τυριών από την Ελλάδα ανήλθαν σε 12 εκατ. ευρώ το 2020, γεγονός που σημαίνει αύξηση κατά 27,5% σε σύγκριση με το 2019. Από τη βάση δεδομένων TradeMap φαίνεται ότι το ελληνικό μερίδιο των ολλανδικών εισαγωγών τυριών και στάρπης (σ.σ. τυρόπηγμα) ήταν περίπου 0,98% το 2020.

Ποσοστό περίπου 75%-80% των εισαγωγών τυριών από την Ελλάδα είναι φέτα. Συγκριμένα, το 2020 εισήχθησαν 2.121,9 τόνοι τυριού από την Ελλάδα, εκ των οποίων οι 1.586,8 τόνοι ήταν φέτα. Η Ολλανδία επίσης εισάγει μεγάλες ποσότητες φέτας από γειτονικές χώρες όπως η Γερμανία, το Βέλγιο και η Δανία.

Ένα αρκετά αξιοσημείωτο συμπέρασμα, όπως υπογραμμίζεται, είναι ότι η επανεισαγόμενη από άλλες χώρες φέτα στην Ολλανδία είναι φθηνότερη από τη φέτα που εισάγεται απευθείας από την Ελλάδα. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει τη μείωση του μεριδίου φέτας που εισάγεται απευθείας από την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Λόγω πιθανών πλεονεκτημάτων οικονομίας κλίμακας, η φέτα εισάγεται επίσης σε μεγάλες ποσότητες μέσω της Γερμανίας.

Σε ό,τι αφορά στις εισαγωγές της Ελλάδας από Ολλανδία, η Ολλανδία είναι ο δεύτερος προμηθευτής γαλακτοκομικών προϊόντων για την Ελλάδα.

Τα σημαντικότερα τυριά που εισάγουμε από τη συγκεκριμένη χώρα περιλαμβάνουν τα Gouda και Edam.

Προοπτικές

Παρά την ευρεία διαθεσιμότητα της ελληνικής φέτας στην Ολλανδία, τα ελληνικά τυριά έχουν ακόμα πολύ έδαφος για να κερδίσουν.

Δεδομένης της εικόνας της ελληνικής φέτας ως ενός υγιεινού προϊόντος σε συνδυασμό με την τάση προς πιο υγιεινή διατροφή στην Ολλανδία, η ζήτηση φέτας θα μπορέσει να αυξηθεί περαιτέρω μέσα στα επόμενα χρόνια.

Επιπλέον, σύμφωνα με την Ολλανδική Στατιστική Υπηρεσία, η Ολλανδία πραγματοποιεί όλο και περισσότερες εισαγωγές από την Ελλάδα. Μάλιστα στην κατηγορία “τρόφιμα”, η αξία των εισαγωγών από την Ελλάδα είναι σχεδόν διπλάσια σε σύγκριση με πριν από δεκαπέντε έτη. Το 2020, τα ελληνικά προϊόντα στον τομέα τροφίμων σημείωσαν ρεκόρ εξαγωγών προς την Ολλανδία φθάνοντας σχεδόν στα 160 εκατ., εκ των οποίων τα γαλακτοκομικά προϊόντα ήσαν αξίας 17 εκατ. ευρώ. Πιο συγκριμένα, οι εισαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων από την Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 183% από το 2012 έως το 2020.

Ένα βασικό πρόβλημα εν γένει για τους Έλληνες παραγωγούς/εξαγωγείς είναι η δυσκολία τους να ανταποκριθούν στα μεγάλα μεγέθη της πολύ ανταγωνιστικής ολλανδικής αγοράς. Είναι συνεπώς αναγκαίο οι Έλληνες παραγωγοί/εξαγωγείς γαλακτοκομικών προϊόντων να έχουν υπόψη ότι ιδιαίτερα τα ολλανδικά σούπερ μάρκετ απαιτούν μεγάλες ποσότητες ενός προϊόντος και συνέπεια στους χρόνους παράδοσης. Λόγω των προαναφερθέντων, είναι σημαντικό για τους Έλληνες παραγωγούς/επιχειρηματίες του κλάδου να δημιουργήσουν μια κατάλληλη στρατηγική για την είσοδο στη χώρα.

Λόγω της υψηλής ποιότητας των ελληνικών γαλακτοκομικών προϊόντων και, παράλληλα, του βαθμού στον οποίο είναι προσιτά λόγω τιμής, τα ελληνικά προϊόντα θα μπορέσουν να αποκτήσουν έναν πιο σημαντικό ρόλο στην αγορά «delicatessen» και «premium products» (λ.χ. εξειδικευμένα καταστήματα τυριών). Επίσης, τα βιολογικά τυριά θα μπορέσουν να βρουν χώρο σε καταστήματα βιολογικών προϊόντων . Οι πελάτες βιολογικών καταστημάτων γενικά έχουν μεγαλύτερη προθυμία να πληρώσουν για την ποιότητα ενός προϊόντος. Σημειώνεται πάντως ότι, επί του παρόντος, το μερίδιο αγοράς των βιολογικών προϊόντων στην Ολλανδία δεν έχει φτάσει στο ύψος του μεριδίου γειτονικών χωρών όπως η Γερμανία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Φορολοταρία: Έρχονται σαρωτικές αλλαγές – «Στο παιχνίδι» και οι χάρτινες αποδείξεις

Νέο Εξοικονομώ: Τα νέα κριτήρια επιδότησης και η έμφαση στα φτωχά νοικοκυριά

20 εκατ. ευρώ σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα και κανάλια για τις επιπτώσεις της πανδημίας