H Eυρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται να κρατήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στη συνεδρίαση της επόμενης Πέμπτης, περιμένοντας περισσότερα στοιχεία για τις δευτερογενείς επιπτώσεις στον πληθωρισμό από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την εκτίναξη στις τιμές των καυσίμων.
Το μήνυμα που έστειλαν τόσο η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, όσο και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της τις τελευταίες ημέρες είναι ότι μία αύξηση των επιτοκίων θα ήταν δικαιολογημένη μόνο αν αυξηθούν ευρύτερα οι τιμές προϊόντων και υπηρεσιών και οι πληθωριστικές προσδοκίες επιχειρήσεων και καταναλωτών.
Τα στοιχεία της Eurostat για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη τον Μάρτιο, πρώτο μήνα του πολέμου, έδειξαν μία σημαντική αύξηση στο 2,6% σε ετήσια βάση από 1,9% τον Φεβρουάριο, αλλά η εξέλιξη αυτή οφειλόταν αποκλειστικά στις τιμές της ενέργειας. Αντίθετα, οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων, των υπηρεσιών και των μη ενεργειακών βιομηχανικών προϊόντων επιβραδύνθηκαν, με αποτέλεσμα ο δομικός πληθωρισμός - που δεν λαμβάνει υπόψη τις τιμές ενέργειας και των νωπών τροφίμων - να μειωθεί στο 2,2% από 2,3% τον Φεβρουάριο.
Για τον Απρίλιο, όταν πιθανόν θα έχει φανεί περισσότερο ο αντίκτυπος από τις τιμές των καυσίμων, τα στοιχεία θα ανακοινωθούν από την Eurostat την ερχόμενη Πέμπτη το μεσημέρι, όταν θα συνεδριάζει το Δ.Σ. της ΕΚΤ. Τα στοιχεία αυτά θα αξιολογηθούν από την ΕΚΤ, αλλά μόνο αν δείχνουν μία μεγάλη αύξηση του δομικού πληθωρισμού θα μπορούσαν να ανατρέψουν την εικόνα και να οδηγήσουν σε απόφαση για αύξηση των επιτοκίων.
Την Πέμπτη θα ανακοινωθεί επίσης από την Eurostat και η πρώτη εκτίμηση για το ΑΕΠ της Ευρωζώνης το α' τρίμηνο του 2026, η οποία θα αξιολογηθεί επίσης από τους αξιωματούχους της ΕΚΤ καθώς θα δείχνει τον αντίκτυπο από τον πόλεμο στην ανάπτυξη της οικονομίας τον Μάρτιο.
Οι έρευνες οικονομικής συγκυρίας για τον Απρίλιο έδειξαν σημαντική μείωση της οικονομικής δραστηριότητας στον τομέα των υπηρεσιών καθώς το αυξημένο κόστος ενέργειας περιόρισε τη ζήτηση των καταναλωτών. Η εξέλιξη αυτή ήταν αναμενόμενη και αποτελεί ένα ανάχωμα στα όποια σχέδια γενικότερων αυξήσεων στις τιμές, σε αντίθεση με την ενεργειακή κρίση του 2022 όταν η ρευστότητα των νοικοκυριών ήταν υψηλή μετά την πανδημία και η διάθεσή τους για αυξημένη κατανάλωση διευκόλυνε τις αυξήσεις τιμών από τις επιχειρήσεις.
Διαβάστε επίσης:
Κεντρικές τράπεζες: Στάση αναμονής για τα επιτόκια στη σκιά του πολέμου