Η τροχιά του euribor 12μήνου επαναφέρει στο προσκήνιο το σενάριο νέων αυξήσεων επιτοκίων από την ΕΚΤ έως το τέλος του έτους, με το βασικό επιτόκιο να ενδέχεται να φτάσει στο 2,75% από το 2% που βρίσκεται σήμερα. Αν και το ενδεχόμενο τριών αυξήσεων θεωρείται από πολλούς υπερβολικό, αντικατοπτρίζει το αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο και κυρίως τις πληθωριστικές πιέσεις που έχουν ήδη επανεμφανιστεί, ανατρέποντας τις προσδοκίες για σταθεροποίηση ή και μείωση των επιτοκίων που κυριαρχούσαν μέχρι πρόσφατα, παρά την πρόσφατη εκεχειρία. Οι προσδοκίες, βέβαια, που έχει όλος ο πλανήτης είναι η ειρήνευση μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών, ειδικά μετά την πρόσφατη εκεχειρία μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών.
Από τη σταθεροποίηση στην επαναφορά της ανόδου
Η αλλαγή κλίματος αποτυπώνεται ήδη στην αγορά χρήματος, με το euribor τριμήνου να έχει κινηθεί ανοδικά από το 1,9% στις αρχές Φεβρουαρίου στο 2,13%, ενώ παράλληλα διευρύνονται και τα spreads των κρατικών ομολόγων, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού των τραπεζών. Η εμπειρία από το 2022, όταν η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προκάλεσε ενεργειακό σοκ και εκτόξευσε το euribor από αρνητικά επίπεδα στο 3,9% μέσα σε λίγους μήνες, λειτουργεί ως υπενθύμιση για το πόσο ευάλωτη είναι η ευρωπαϊκή οικονομία σε εξωγενείς κρίσεις.
Πίεση σε δάνεια και δόσεις από τις αυξήσεις
Οι επιπτώσεις αρχίζουν να περνούν σταδιακά στην πραγματική οικονομία, καθώς οι δόσεις των δανείων αναπροσαρμόζονται ήδη από τον τρέχοντα μήνα. Η επιβάρυνση αφορά κυρίως τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, τα οποία συνδέονται με το euribor ενός ή τριών μηνών, επηρεάζοντας άμεσα τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά.
Την ίδια στιγμή, οι πληθωριστικές πιέσεις και η επιβράδυνση των εκτιμήσεων για την ανάπτυξη δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τη συνέχεια των επενδύσεων και τη ζήτηση για νέα δάνεια, ιδιαίτερα στον κλάδο της κατοικίας, όπου οι τράπεζες είχαν εντείνει τη δραστηριότητά τους.
Ταμείο Ανάκαμψης: Το πρώτο μεγάλο τεστ για τις τράπεζες
Καθοριστικό ρόλο για την πορεία της πιστωτικής επέκτασης αναμένεται να παίξουν οι χρηματοδοτήσεις μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Η επίσπευση της προθεσμίας για την υπογραφή συμβάσεων από τα τέλη Αυγούστου στα τέλη Μαΐου δημιουργεί έντονη κινητικότητα στην αγορά, καθώς οι τράπεζες καλούνται να ολοκληρώσουν σε πολύ στενό χρονικό πλαίσιο συμφωνίες με επιχειρήσεις που έχουν ήδη καταθέσει επενδυτικά σχέδια.
Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι θα λειτουργήσει ως «φίλτρο», με πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις —ιδίως από τον τουρισμό και τη βιομηχανία— να μένουν εκτός, αδυνατώντας να προχωρήσουν εγκαίρως. Παράλληλα, η επιτάχυνση της διαδικασίας συνδέεται με την ανάγκη αποφυγής δημοσιονομικών επιβαρύνσεων άνω των 300 εκατ. ευρώ, σε περίπτωση μη υλοποίησης δεσμεύσεων.
Αυξημένη ζήτηση με ημερομηνία λήξης
Παρά τη γενικευμένη αβεβαιότητα, η ζήτηση για δανεισμό παραμένει αυξημένη, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Οι τράπεζες επιχειρούν να εντάξουν όσο το δυνατόν περισσότερα έργα πριν τη λήξη της προθεσμίας, ωστόσο θεωρείται δεδομένο ότι ένα σημαντικό μέρος αιτήσεων —κυρίως από μικρομεσαίες επιχειρήσεις— δεν θα ικανοποιηθεί.
Η δυναμική αυτή εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί για ένα ακόμη δίμηνο, μέχρι να ξεκαθαρίσει το γεωπολιτικό τοπίο στη Μέση Ανατολή, το οποίο θα καθορίσει και το βάθος των επιπτώσεων στην οικονομία.
Στα νοικοκυριά, η ήδη συγκρατημένη ζήτηση για στεγαστικά δάνεια επιβαρύνεται περαιτέρω από την αβεβαιότητα. Κρίσιμος παράγοντας θα είναι η στάση των τραπεζών απέναντι στα σταθερά επιτόκια, τα οποία προς το παρόν παραμένουν σε σχετικά ελκυστικά επίπεδα — περίπου 3,8% με 3,9% για δεκαετή διάρκεια και κοντά στο 3,5% για πενταετή.
Αντίθετα, τα παλαιά στεγαστικά δάνεια, καθώς και τα δάνεια του προγράμματος «Σπίτι μου», παραμένουν συνδεδεμένα με κυμαινόμενο επιτόκιο. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου προγράμματος, η επιδότηση κατά 50% συγκρατεί το τελικό κόστος κοντά στο 1,9%, περιορίζοντας τις επιπτώσεις για τους δανειολήπτες.
Η διάρκεια αποπληρωμής παίζει επίσης σημαντικό ρόλο, καθώς όσοι βρίσκονται κοντά στην ολοκλήρωση του δανείου επηρεάζονται λιγότερο από τις διακυμάνσεις των επιτοκίων, σε αντίθεση με όσους βρίσκονται στα πρώτα χρόνια αποπληρωμής.
Διαβάστε επίσης:
Ποιοι κλάδοι δίνουν μισθούς πάνω από 2.000 ευρώ
Πετρέλαιο και φυσικό αέριο: Η Ευρώπη στο στόχαστρο μετά την Ασία με φόντο την «εύθραυστη» εκεχειρία