Οι αναταράξεις που προκαλεί ο πόλεμος κατά του Ιράν στις αγορές ενέργειας και λιπασμάτων αρχίζουν ήδη να μεταφέρονται στην παγκόσμια αγροτική παραγωγή και στις τιμές των τροφίμων, δημιουργώντας ένα σύνθετο και δυνητικά εκρηκτικό σκηνικό για την επισιτιστική ασφάλεια διεθνώς.
Η κρίση επηρεάζει τα συστήματα τροφίμων μέσω δύο βασικών μηχανισμών, της εκτίναξης των τιμών ενέργειας και της παράλληλης αύξησης του κόστους των λιπασμάτων, που επιβαρύνεται τόσο από τις ενεργειακές τιμές όσο και από τους περιορισμούς στις εξαγωγές μέσω των Στενών του Ορμούζ, υπογραμμίζει το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών που εδρεύει στην Ουάσιγκτον (Center for Strategic and International Studies).
Η άνοδος των τιμών ενέργειας επηρεάζει άμεσα το κόστος τροφίμων, καθώς η ενέργεια αποτελεί βασικό συντελεστή σε κάθε στάδιο της παραγωγικής αλυσίδας, από τα τρακτέρ και τα αρδευτικά συστήματα μέχρι τη μεταφορά και την ψύξη των προϊόντων.
Τα αυξημένα κόστη για παραγωγούς, μεταφορείς και λιανεμπόρους μετακυλίονται τελικά στους καταναλωτές. Παράλληλα, όταν αυξάνονται οι τιμές των ορυκτών καυσίμων, ενισχύεται η ζήτηση για εναλλακτικές μορφές ενέργειας, όπως τα βιοκαύσιμα. Αυτό οδηγεί σε μετατόπιση καλλιεργειών – καλαμπόκι, ζάχαρη και σόγια – από την παραγωγή τροφίμων στην παραγωγή ενέργειας.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), βασικής πρώτης ύλης για τα αζωτούχα λιπάσματα, αυξάνει το κόστος παραγωγής λιπασμάτων όπως η αμμωνία και η ουρία, ενώ το ακριβότερο πετρέλαιο επιβαρύνει τη μεταφορά και τη διανομή τους.
Υπενθυμίζεται ότι η ουρία είναι το πιο συμπυκνωμένο – στερεό – αζωτούχο λίπασμα (46% άζωτο) στην παγκόσμια γεωργία, που χρησιμοποιείται για την βέλτιστη ανάπτυξη των φυτών και την αύξηση της παραγωγικότητας. Μετατρέπεται σε αμμωνιακή μορφή στο έδαφος σε όλα τα σιτηρά, αραβόσιτο και ελιές – μεταξύ πολλών άλλων εφαρμογών.
Στενά του Ορμούζ: Η κρίσιμη χοάνη της παγκόσμιας αγοράς
Πριν από τον πόλεμο, ένα τεράστιο ποσοστό της παγκόσμιας αγοράς λιπασμάτων διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ, περίπου 20% – 30% των εξαγωγών, συμπεριλαμβανομένου του 23% της αμμωνίας και του 34% της ουρίας.
Από το ίδιο πέρασμα διακινούνται επίσης το 20% του παγκόσμιου LNG και περίπου το 45% του θείου, βασικού στοιχείου για τα φωσφορικά λιπάσματα.
Ο περιορισμός της διέλευσης αυτών των προϊόντων, σε συνδυασμό με τις αυξημένες τιμές ενέργειας, έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο του κόστους τόσο των αζωτούχων όσο και των φωσφορικών λιπασμάτων παγκοσμίως.
Πώς αντιδρούν οι αγρότες – αλλαγές στις καλλιέργειες
Οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα έντονες στο βόρειο ημισφαίριο, όπου η εαρινή περίοδος σποράς συμπίπτει με την κορύφωση της ζήτησης για λιπάσματα.
Οι παραγωγοί αντιδρούν με διαφορετικούς τρόπους, καθώς όσοι είχαν προμηθευτεί λιπάσματα πριν από τον πόλεμο συνεχίζουν κανονικά.
Χώρες με αποθέματα, όπως η Κίνα, χρησιμοποιούν εθνικά αποθέματα για να προστατεύσουν τους αγρότες, ενώ άλλοι αναγκάζονται είτε να αγοράσουν σε υψηλές τιμές είτε να περιορίσουν τη χρήση λιπασμάτων.
Αυτό οδηγεί σε μεταβολές στις καλλιεργητικές επιλογές, με μετατόπιση από καλλιέργειες υψηλής έντασης λιπασμάτων, όπως το καλαμπόκι, προς λιγότερο απαιτητικές, όπως η σόγια – εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων.
Επιπτώσεις σε ΗΠΑ και παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι πιέσεις είναι ήδη έντονες σε επίπεδο αγροτικής οικονομίας. Περίπου το 25% των αγροτών δεν έχει ακόμη προμηθευτεί τα απαραίτητα λιπάσματα για τη σεζόν του 2026, γεγονός που αυξάνει το κόστος παραγωγής και απειλεί τη βιωσιμότητα πολλών εκμεταλλεύσεων.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η άνοδος των τιμών ενέργειας αναμένεται να μετακυλιστεί στις τιμές τροφίμων. Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα εκτιμά ότι, εάν οι τιμές πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και η κρίση παραταθεί, έως και 45 εκατομμύρια επιπλέον άνθρωποι μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με οξεία πείνα.
Οι επιπτώσεις ενδέχεται να επεκταθούν και στο νότιο ημισφαίριο, επηρεάζοντας τις καλλιέργειες του τέλους του 2026 και ακόμη και τη σεζόν του 2027, εάν οι υψηλές τιμές διατηρηθούν.
Τα πρώτα δεδομένα: Αυξήσεις και μετατοπίσεις
Τα πρώτα στοιχεία είναι ήδη ανησυχητικά:
- Η τιμή της ουρίας έφτασε τα 693 δολάρια ανά τόνο, αυξημένη κατά 49%
- Στις ΗΠΑ, οι τιμές ουρίας αυξήθηκαν κατά 42% και της αμμωνίας κατά 18,5%
- Η βενζίνη ξεπέρασε τα 4 δολάρια ανά γαλόνι
Παράλληλα, εκτιμάται μείωση 3% στις εκτάσεις καλαμποκιού και σιταριού και αύξηση 4% στη σόγια, δείγμα των πιέσεων που δέχονται οι παραγωγοί.
Οι πολιτικές απαντήσεις – Τι μπορεί να γίνει
Στις ΗΠΑ, η Ουάσινγκτον έχει ήδη ανακοινώσει μέτρα στήριξης των αγροτών, όπως ενίσχυση των βιοκαυσίμων, εγγυήσεις δανείων και χαλάρωση κανονισμών, ωστόσο αυτά δεν αντιμετωπίζουν άμεσα την εκτόξευση των τιμών λιπασμάτων.
Βραχυπρόθεσμα, προτείνονται η μείωση δασμών σε χώρες παραγωγής λιπασμάτων (π.χ. Μαρόκο, Ρωσία) και έλεγχοι για πιθανή χειραγώγηση τιμών.
Μακροπρόθεσμα, προτείνεται η ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής λιπασμάτων και επενδύσεις σε «πράσινη» αμμωνία από ανανεώσιμες πηγές.
Σε επίπεδο καταναλωτών, ενδέχεται να απαιτηθεί ενίσχυση προγραμμάτων επισιτιστικής στήριξης, καθώς ήδη το 13,7% των αμερικανικών νοικοκυριών αντιμετωπίζει επισιτιστική ανασφάλεια.
Μια πιθανή διεθνής λύση: Το «μοντέλο Μαύρης Θάλασσας»
Ο ΟΗΕ εξετάζει τη δημιουργία μηχανισμού αντίστοιχου με τη συμφωνία για τα σιτηρά της Μαύρης Θάλασσας, ώστε να διασφαλιστεί η μεταφορά λιπασμάτων μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Η Πρωτοβουλία Σιτηρών της Μαύρης Θάλασσας ήταν μια συμφωνία με μεσολάβηση του ΟΗΕ και της Τουρκίας, τον Ιούλιο του 2022, για την ασφαλή εξαγωγή ουκρανικών σιτηρών. Στόχευε στην αποτροπή παγκόσμιας επισιτιστικής κρίσης. Η Ρωσία αποχώρησε τον Ιούλιο του 2023, επικαλούμενη μη τήρηση των όρων της για τις δικές της εξαγωγές
Στην παρούσα συγκυρία, η αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου σχεδίου θα εξαρτηθεί από το εύρος των προϊόντων που θα καλύπτει – ουρία, αμμωνία, φωσφορικά, LNG και θείο – αλλά και από τη στάση του Ιράν, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει το πέρασμα ως γεωπολιτικό εργαλείο.
Νέες γεωπολιτικές ισορροπίες
Η κρίση ενισχύει ήδη χώρες όπως η Ρωσία, η οποία βλέπει αυξημένη ζήτηση για τα λιπάσματά της, ενώ το Ιράν φαίνεται να επιτρέπει επιλεκτικά τη διέλευση φορτίων προς χώρες με τις οποίες διατηρεί στενές σχέσεις, όπως η Ινδία και η Κίνα.
Η χρήση της ενέργειας και των τροφίμων ως εργαλείων πίεσης διαμορφώνει ένα νέο γεωπολιτικό τοπίο, όπου η πρόσβαση σε βασικά αγαθά συνδέεται όλο και περισσότερο με πολιτικές επιλογές.
Ένα εύθραυστο μέλλον για τρόφιμα και αγορές
Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: Η διασύνδεση ενέργειας, λιπασμάτων και τροφίμων καθιστά τον πόλεμο στο Ιράν έναν κρίσιμο παράγοντα για την παγκόσμια οικονομία.
Η διάρκεια της σύγκρουσης και η εξέλιξη της κατάστασης στα Στενά του Ορμούζ θα καθορίσουν εάν η σημερινή κρίση θα εξελιχθεί σε μια βαθύτερη επισιτιστική κρίση με παγκόσμιες συνέπειες.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Κρήτη: Κατέρρευσε μπαλκόνι μέσα στη νύχτα - Μεγάλη αναστάτωση (εικόνες)
Κοινωνική κατοικία, ζεστό σπίτι, προσιτό ηλεκτρικό ΙΧ: Τί φέρνει το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο