Επιστήμη

Νέα μελέτη: Φαγητό 527 θερμίδων την ημέρα πετάει ο μέσος άνθρωπος

φαγητό

Το πρόβλημα της σπατάλης των τροφίμων που καταλήγουν στα σκουπίδια χωρίς να καταναλωθούν, είναι πολύ μεγαλύτερο από τις έως τώρα εκτιμήσεις, υποστηρίζει μια νέα ολλανδική επιστημονική μελέτη.

Σύμφωνα με αυτήν ο μέσος άνθρωπος στη Γη πετάει κάθε μέρα φαγητό ισοδύναμο με περίπου 527 θερμίδες. Αν δεν υπήρχε αυτή η σπατάλη, θα μπορούσαν να τραφούν πέντε άνθρωποι, αντί για τέσσερις, από το φαγητό στην κουζίνα ενός μέσου νοικοκυριού.

Η προηγούμενη εκτίμηση από τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) των Ηνωμένων Εθνών ήταν ότι κατά μέσο όρο ένας άνθρωπος πετάει καθημερινά φαγητό 214 θερμίδων. Η νέα υπερδιπλάσια ποσότητα των 527 θερμίδων είναι περίπου το ένα πέμπτο των 2.500 θερμίδων που χρειάζεται ένας μέσος άνθρωπος για να διατηρήσει το βάρος του σε φυσιολογικά επίπεδα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη Μόνικα βαν ντεν Βέρμα του ολλανδικού Πανεπιστημίου του Βαγκενίγκεν, που ανέλυσαν στοιχεία για τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού και έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό PLoS One, σύμφωνα με το BBC και το New Scientist, υπολόγισαν ότι η σπατάλη των τροφίμων αρχίζει όταν οι άνθρωποι ξεπερνούν σε μέση καταναλωτική δαπάνη τα 6,7 δολάρια τη μέρα.

Το 2011 ο FAO είχε εκτιμήσει ότι περίπου το ένα τρίτο των παραγόμενων τροφίμων χάνεται και καταστρέφεται πριν φθάσει στους καταναλωτές ή πετιέται από τους τελευταίους. Η νέα εκτίμηση δείχνει ότι, όσον τουλάχιστον αφορά τα νοικοκυριά, το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί.

«Το πρόβλημα είναι πολύ χειρότερο από όσο νομίζουμε. Πρέπει να αφυπνιστούμε. Ελπίζω ότι η μελέτη μας θα χτυπήσει το καμπανάκι. Η αξία της τροφής πέφτει όσο κανείς γίνεται πλουσιότερος. Όσα περισσότερα έχει κανείς για να φάει, τόσο πιθανότερο είναι να τα πετάξει τελικά», δήλωσε η βαν ντεν Μπος.

Πέρα από τις απώλειες πολύτιμων τροφών που θα μπορούσαν να θρέψουν τους φτωχούς, υπάρχουν και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αφενός όταν επιβαρύνονται οι χωματερές και αφετέρου επειδή επιδεινώνεται η κλιματική αλλαγή, λόγω της υπερβάλλουσας παραγωγής και διακίνησης τροφίμων. Οι τροφές που χάνονται και πετιούνται, ευθύνονται σχεδόν για το 10% των εκπομπών «αερίων του θερμοκηπίου», σύμφωνα με τον ΟΗΕ.

Επιστήμη

Κορωνοϊός: Η ιντερφερόνη δεν βελτιώνει την κατάσταση των νοσηλευομένων ασθενών

ασθενείς με κορωνοϊό

Μία αμερικανική κλινική μελέτη βρήκε ότι η θεραπεία με το ανοσοτροποποιητικό φάρμακο ιντερφερόνη βήτα-1α, σε συνδυασμό με το αντιικό φάρμακο ρεμδεσιβίρη, δεν έχει καλύτερα αποτελέσματα από ό,τι η θεραπεία μόνο με ρεμδεσιβίρη στους νοσηλευόμενους ασθενείς με πνευμονία λόγω Covid-19.

Μάλιστα, στην υπο-ομάδα των ασθενών που χρειάζονται οξυγόνο υψηλής ροής βρέθηκε ότι η εν λόγω ιντερφερόνη σχετίζεται με περισσότερες παρενέργειες και χειρότερη έκβαση της υγείας των ασθενών.

Οι ερευνητές του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας και Λοιμωδών Νόσων (NIAID) των ΗΠΑ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο πνευμονολογικό περιοδικό «The Lancet Respiratory Medicine», πραγματοποίησαν τη μελέτη σε 969 ενήλικες στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες (Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Μεξικό, Σιγκαπούρη). Οι ασθενείς χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: Η μία έλαβε ιντερφερόνη και ρεμδεσιβίρη, ενώ η άλλη ρεμδεσιβίρη και εικονικό φάρμακο (πλασίμπο). Ούτε οι ασθενείς ούτε οι γιατροί ήξεραν σε ποια ομάδα ανήκε κάθε ασθενής.

Τα μολυσμένα κύτταρα φυσιολογικά παράγουν ιντερφερόνες για να βοηθήσουν το ανοσοποιητικό σύστημα να καταπολεμήσει τους παθογόνους μικροοργανισμούς, ιδίως τους ιούς, μετά από μία λοίμωξη. Η ιντερφερόνη βήτα έχει τόσο αντι-ιικές όσο και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Ορισμένες προηγούμενες μελέτες είχαν δώσει ενδείξεις ότι η ιντερφερόνη μπορεί να βοηθήσει και κατά της Covid-19, κάτι που όμως έρχεται να καταρρίψει η νέα κλινική μελέτη.

Η διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη και ελεγχόμενη με ψευδοφάρμακο κλινική δοκιμή με την ονομασία ACTT-3 έδειξε ότι το θεραπευτικό σχήμα ιντερφερόνη beta-1a συν ρεμδεσιβίρη δεν αποφέρει κλινικά οφέλη ανώτερα από τη σκέτη ρεμδεσιβίρη. Ο μέσος χρόνος ανάκαμψης των ασθενών ήταν ίδιος στις δύο ομάδες (πέντε ημέρες), όπως και η πιθανότητα κλινικής βελτίωσής τους μέσα σε διάστημα 15 ημερών.

 

Διαβάστε επίσης:

Ιδρυτές BioNTech: Σε 2-3 χρόνια θα έχουμε εμβόλια κατά του καρκίνου

Ερευνητές βρήκαν τρόπο να οδηγούν τα κουνούπια στην αυτοκτονία

ESPA BANNER