Η αγάπη των Κρητικών για τον ΟΦΗ είναι απολύτως κατανοητή και σεβαστή. Πρόκειται για έναν ιστορικό σύλλογο, βαθιά συνδεδεμένο με το Ηράκλειο και με σημαντική παρουσία στο ελληνικό ποδόσφαιρο και όχι μόνο. Αυτή η σχέση, όμως, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε απαίτηση οπαδικής συμμόρφωσης για όλους τους κατοίκους της Κρήτης.
Κατά καιρούς χρησιμοποιούνται στον οπαδικό λόγο οι χαρακτηρισμοί «γενίτσαροι» και «γκεσταμπίτες» για Κρητικούς που υποστηρίζουν άλλες ομάδες. Οι λέξεις αυτές δεν αποτελούν απλώς πειράγματα της εξέδρας. Μεταφέρουν ιδιαίτερα βαρύ ιστορικό και ηθικό φορτίο.
Ο όρος «γενίτσαρος», όταν χρησιμοποιείται μεταφορικά, υπονοεί τον αποστάτη, τον άνθρωπο που εγκατέλειψε την κοινότητά του και υπηρετεί έναν ξένο σκοπό. Ο χαρακτηρισμός «γκεσταμπίτης» είναι ακόμη βαρύτερος, καθώς παραπέμπει στην πολιτική αστυνομία του ναζιστικού καθεστώτος, η οποία συνδέθηκε με διώξεις, βασανιστήρια, εκτοπίσεις και εγκλήματα. Η χρήση τέτοιων όρων για έναν άνθρωπο απλώς και μόνο επειδή υποστηρίζει διαφορετική ποδοσφαιρική ομάδα είναι αδικαιολόγητη και δυσανάλογη.
Ανάλογη μομφή οφείλει να απευθυνθεί και προς την ΕΠΟ, καθώς και προς κάθε αρμόδιο φορέα που, εφόσον επέτρεψε την είσοδο και την παραμονή τέτοιων προσβλητικών πανό στις εξέδρες του τελικού του Super Cup της 12ης Αυγούστου 2026, παρέλειψε να προστατεύσει τη διοργάνωση από μηνύματα που στιγματίζουν φιλάθλους και καλλιεργούν τον διχασμό.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στους φίλους της ΑΕΚ, ενός συλλόγου που ιδρύθηκε το 1924 από Κωνσταντινουπολίτες πρόσφυγες, μόλις δύο χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, με σκοπό να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη των χαμένων πατρίδων. Όταν χαρακτηρισμοί όπως «γενίτσαροι» και «γκεσταμπίτες» απευθύνονται σε ανθρώπους των οποίων η συλλογική ταυτότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ξεριζωμό, την προσφυγιά και τον δύσκολο αγώνα της κοινωνικής αποδοχής, η προσβολή αποκτά ακόμη βαρύτερο συμβολικό περιεχόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι φίλοι οποιασδήποτε άλλης ομάδας δικαιούνται λιγότερο σεβασμό, σημαίνει όμως, ότι η προσφυγική ιστορία της ΑΕΚ καθιστά ιδιαίτερα ατυχή και προκλητική κάθε απόπειρα να παρουσιαστούν οι οπαδοί της ως ξένο σώμα, προδότες ή συνεργάτες ενός εγκληματικού καθεστώτος. Η ιστορική μνήμη δεν πρέπει να επιστρατεύεται για να χωρίζει τους φιλάθλους, αλλά για να μας υπενθυμίζει πόσο επικίνδυνοι μπορούν να γίνουν ο στιγματισμός και η συλλογική ενοχοποίηση.
Η κρητική ταυτότητα δεν προσδιορίζεται από το χρώμα μιας φανέλας. Δεν απονέμεται ούτε αφαιρείται από κάποιον οπαδικό σύνδεσμο. Ένας Κρητικός μπορεί να αγαπά τον τόπο του, να τιμά την ιστορία και τις παραδόσεις του και ταυτόχρονα να υποστηρίζει τον Παναθηναϊκό, τον Ολυμπιακό, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ, τον Εργοτέλη, τον ΑΟΑΝ ή οποιονδήποτε άλλο σύλλογο. Η επιλογή ομάδας συχνά διαμορφώνεται από την οικογένεια, τις παιδικές εμπειρίες, τις προσωπικές αναμνήσεις ή έναν αθλητή που ενέπνευσε κάποιον. Δεν αποτελεί δήλωση υποταγής ούτε πράξη προδοσίας.
Ασφαλώς μπορεί να γίνει μια σοβαρή συζήτηση για την ανάγκη στήριξης των τοπικών συλλόγων. Μπορούμε να εξετάσουμε γιατί οι μεγαλύτερες ομάδες συγκεντρώνουν οπαδούς σε ολόκληρη την Ελλάδα και πώς αυτή η πραγματικότητα επηρεάζει τα σωματεία της περιφέρειας. Αυτή, όμως, είναι μια συζήτηση που χρειάζεται επιχειρήματα και όχι προσβολές.
Ο ίδιος ο ΟΦΗ δεν έχει ανάγκη από χαρακτηρισμούς για να αποδείξει την αξία του. Η ιστορία, η κοινωνική παρουσία και οι φίλαθλοί του είναι αρκετά ισχυρά στοιχεία. Αντίθετα, όταν η αγάπη για μια ομάδα συνοδεύεται από την απαξίωση όσων επέλεξαν διαφορετικά, η δύναμη του επιχειρήματος περιορίζεται και η ποδοσφαιρική αντιπαλότητα μετατρέπεται σε κοινωνικό διχασμό.
Το ίδιο μέτρο οφείλει, βέβαια, να ισχύει για όλες τις πλευρές. Οι φίλοι των άλλων ομάδων δεν πρέπει να απαντούν με αντίστοιχες ύβρεις ή με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τον ΟΦΗ και τους ανθρώπους του. Ο σεβασμός δεν μπορεί να απαιτείται μονόπλευρα.
Η Κρήτη είναι αρκετά μεγάλη για να χωρά διαφορετικές ομάδες, διαφορετικές απόψεις και διαφορετικές διαδρομές. Κανείς δεν γίνεται λιγότερο Κρητικός εξαιτίας της ομάδας που υποστηρίζει. Και κανείς δεν αγαπά περισσότερο τον τόπο του επειδή προσβάλλει τον διπλανό του.
Το ποδόσφαιρο μπορεί να γεννά πάθος, ένταση και αντιπαλότητα. Δεν χρειάζεται, όμως, να κατασκευάζει «προδότες» και «εχθρούς» εκεί όπου υπάρχουν απλώς άνθρωποι με διαφορετική αθλητική προτίμηση. Η πιο πειστική απάντηση στις υπερβολές δεν είναι μια νέα προσβολή, αλλά η υπενθύμιση ενός απλού κανόνα: σεβασμός στην ομάδα μας, σεβασμός και στην ελευθερία του άλλου.
*Βασίλης Ορφανάκης, ένας Κρητικός φίλαθλος.
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην κατηγορία «Απόψεις» εκφράζουν τον/την συντάκτη/τριά τους και οι θέσεις δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του ekriti.gr
Διαβάστε επίσης
Ηράκλειο: Απάτη από δήθεν υπαλλήλους του ΔΕΔΔΗΕ και θύμα 46χρονη