Αφιερωματα

Κυριακή των Βαΐων: Η θριαμβευτική είσοδος του Ιησού στην Ιερουσαλήμ

kyriakiton_vaion.jpg

Θριαμβευτική είσοδος του Ιησού στην Ιερουσαλήμ, «καθήμενος επί πώλου όνου». «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», αναφωνούσε το πλήθος, που τον υποδέχθηκε με «τα βαΐα των φοινίκων».

Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, μετά το πέρας της πρωινής λειτουργίας, μοιράζονται στους πιστούς φύλλα δάφνης (βάγιες). Σε πολλά μέρη του χριστιανικού κόσμου, αντί για φύλλα δάφνης, μοιράζονται φύλλα ελιάς ή άλλων δέντρων και κλαριά φοινίκων, που είναι σύμφωνο με τα Ευαγγέλια. Η έκφραση «μετά βαΐων και κλάδων», που υποδηλώνει τη θριαμβευτική υποδοχή κάποιου ή κάποιων, έχει αναφορά σε αυτή τη θρησκευτική εορτή.

Το βράδυ στις εκκλησίες ψάλλεται κατ’ οικονομίαν ο όρθρος της Μεγάλης Δευτέρας, όπου τιμάται ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος και γίνεται αναφορά στο γεγονός της ξηρανθείσης συκής.

Ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος ήταν δισέγγονος του Αβραάμ και υιός του Ιακώβ. Ιδιαίτερα αγαπητός στον πατέρα του, φθονήθηκε από τον αδελφό του, έπεσε σε δυσμένεια και πωλήθηκε ως σκλάβος στην Αίγυπτο. Ύστερα από πολλές περιπέτειες, βρίσκεται κάποτε γενικός άρχοντας στην Αυλή του Φαραώ. Θεωρήθηκε από την εκκλησία ως προεικόνιση του Χριστού, αφού πέρασε περιπέτειες, που θυμίζουν ανάλογα το Θείο Μαρτύριο.

Η υμνογραφία της ημέρας είναι αφιερωμένη στον Ιωσήφ και την παραβολή της ξηρανθείσης συκής. Οι δυο πιο γνωστοί ύμνοι, που αποδίδονται στον Ρωμανό τον Μελωδό, είναι το τροπάριο Ιδού ο Νυμφίος και το εξαποστειλάριο Τον νυμφώνα σου βλέπω.

Ευαγγέλιο (Κατά Ματθαίον κα’ 18-43)
Στη διαδρομή προς τα Ιεροσόλυμα, ο Ιησούς επείνασε και αφού είδε μία άκαρπο συκιά μόνο με το φύλλωμά της, την καταράσθηκε και αυτή ξεράθηκε. Οι μαθητές του θαύμασαν το κατόρθωμά του και αυτός τους απάντησε ότι εάν έχουν πίστη όχι μόνο θα κάνουν το ίδιο, αλλά και βουνά θα σηκώσουν.

Έθιμα
Στο χωριό Πετροκέρασα Χαλκιδικής φιλοξενείται κάθε χρόνο (τουλάχιστον από το 1768) τμήμα του Τιμίου Σταυρού που έρχεται από τη Μονή Ξηροποτάμου του Αγίου Όρους. Το Τίμιο Ξύλο φυλάσσεται στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία την Κυριακή των Βαΐων και τη Μεγάλη Δευτέρα, προσελκύοντας πλήθος πιστών. Το έθιμο γίνεται σε ανάμνηση της σωτηρίας του χωριού από θανατηφόρα αρρώστια, πιθανώς πανώλη.
Την Κυριακή των Βαΐων, στην Κέρκυρα, γίνεται η μεγάλη λιτανεία του σκηνώματος του Αγίου Σπυρίδωνα με τη συνοδεία των φιλαρμονικών της πόλης, σε ανάμνηση της απαλλαγής του νησιού από τη φοβερή πανώλη που το 1629 χτύπησε αλύπητα τους Κερκυραίους.
Στα βάγια, που μοιράζονται στην εκκλησία, ο λαός αποδίδει μαγική δύναμη, γι' αυτό τα φυλάσσει στο εικονοστάσι του σπιτιού ως πρόχειρο μέσο κατά της βασκανίας.
Την ημέρα αυτή συνηθίζονται τα βαγιοχτυπήματα, να χτυπά δηλαδή ο ένας τον άλλο με βάγια, στη βάση της αρχέγονης αντίληψης για τη μετάδοση με τον τρόπο αυτό της δύναμης του χλωρού κλαδιού σε αυτόν που δέχεται το χτύπημα.
Παλαιότερα άδονταν κάλαντα και την Κυριακή των Βαίων.

Αφιερωματα

Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο Μάνος Χατζιδάκις

Μάνος Χατζιδάκις

Ο Μάνος Χατζιδάκις έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα πριν από 27 χρόνια, το απόγευμα της 15ης Ιουνίου 1994.

«Αδιαφορώ για τη δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ. Πιστεύω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ’ αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας. Περιφρονώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, τη σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα».

»Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός».

Αυτά έγραφε ο Μάνος Χατζιδάκις του οποίου η μουσική και πνευματική παρακαταθήκη σφραγίζει ακόμα και σήμερα την Ελλάδα.

Γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη, «τη διατηρητέα κι όχι την άλλη, τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες», όπως έλεγε και ο ίδιος.

Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκης Αρβανιτίδου. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζιδάκις με τη μητέρα του και την αδελφή του εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα.

Εν τω μεταξύ, από τα τέσσερά του χρόνια έχει αρχίσει μαθήματα πιάνου με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Παράλληλα διδασκόταν βιολί και ακορντεόν.

Παγοπώλης και φορτοεκφορτωτής

Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, ο Μάνος Χατζιδάκις εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.

Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε.

Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.

Γνωριμία με τον Κουν

Η πρώτη του εμφάνιση στα μουσικά πράγματα της χώρας γίνεται το 1944 με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Η γόνιμη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει 15 χρόνια, με μουσικές για παραστάσεις όπως: «Γυάλινος Κόσμος» (1946), «Αντιγόνη» (1947), «Ματωμένος Γάμος» (1948), «Λεωφορείον ο Πόθος» (1948), «Ο θάνατος του Εμποράκου» (1949) κ.ά.

Εν τω μεταξύ, το 1949 με μια διάλεξη του για το ρεμπέτικο τραγούδι θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική ελληνική αστική κοινωνία.

Από το 1950 αρχίζει να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Ο Μάνος Χατζιδάκις έχει «ντύσει» μουσικά την Ορέστεια, τη Μήδεια, τις Βάκχες, τις Εκκλησιάζουσες, τη Λυσιστράτη, τον Πλούτο, τις Θεσμοφοριάζουσες, τους Βατράχους και τις Όρνιθες.

Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.

 

 

Χατζιδάκις και σινεμά

Μεγάλο κεφάλαιο αποτελούν και οι μουσικές που συνέθεσε για σπουδαίες ταινίες του ελληνικού και του διεθνούς κινηματογράφου. Αναφέρουμε ενδεικτικά την «Κάλπικη Λίρα» (Γ. Τζαβέλλα 1954), τη «Στέλλα» (Μ. Κακογιάννη, 1955), το «Δράκο» (Ν. Κούνδουρου, 1956), το «America-America» (Ελ. Καζάν, 1962), «Sweet Movie» (Ντ. Μακαβέγιεφ, 1974), κ.ά.

Το 1960 κερδίζει το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή», τραγούδι το οποίο θα συμπεριληφθεί στα δέκα εμπορικότερα του 20ού αιώνα.
Ωστόσο, η μουσική του για τον ελληνικό κινηματογράφο και μια σειρά ελαφρών τραγουδιών τού χαρίζει μια «λαϊκότητα ανεπιθύμητη», την οποία δεν θα αποδεχθεί ποτέ και θα τη μάχεται μέχρι το τέλος της ζωής του.

Πνεύμα ανήσυχο, ο Μ. Χατζιδάκις χρηματοδοτεί τον Διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης «Μάνος Χατζιδάκις» του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Δοξιάδη. Το βραβείο απονέμεται στον Ιάννη Ξενάκη, άγνωστο τότε στο ελληνικό κοινό.

Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου ανεβάζει στο Μπρόντγουεϊ με τον Ζιλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τον τίτλο «Illya Darling». Στην Αμερική θα παραμείνει μέχρι το 1972 και η μουσική του αντίληψη θα επηρεαστεί σημαντικά από την pop music.

Αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης είναι ο κύκλος τραγουδιών «Reflections» με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble.

Τo 1972, τον πιο σκοτεινό χρόνο της χούντας, επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», μέσα από το οποίο επιχειρεί να ανοίξει εκφραστικές διόδους στο μουσικό τέλμα της εποχής.

 

 

Η γέννηση του «Τρίτου»

Το 1975 αρχίζει η χρυσή εποχή του «Τρίτου». Γίνεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού «Τρίτο Πρόγραμμα» (1975-81) τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, γίνεται σημείο αναφοράς.

Το 1989-93 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων με μαέστρο τον Χατζιδάκι έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου με Έλληνες και ξένους σολίστ.

Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν διαρκώς παρών στην ελληνική δισκογραφία, με δεκάδες δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: Ο Κύκλος με την Κιμωλία (1956), Παραμύθι χωρίς Όνομα (1959), Πασχαλιές μέσα απ' τη νεκρή γη (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), Μυθολογία (1965), Καπετάν Μιχάλης (1966), Τα Λειτουργικά (1971), Αθανασία (1975), Τα Παράλογα (1976), Σκοτεινή Μητέρα (1985), Τα Τραγούδια της Αμαρτίας (1992) κ.ά.

Μοναδικός, ιδιοφυής και αεικίνητος, ο Μάνος Χατζιδάκις «έφυγε» από κοντά μας στις 15 Ιουνίου 1994.

 

Ειδήσεις σήμερα

Πανελλήνιες 2021 ΕΠΑΛ – Νέα Ελληνικά: Αυτό είναι το θέμα που "έπεσε" στην Έκθεση

Πορτοφόλι βρέθηκε μετά από… 46 χρόνια και επεστράφη στην ιδιοκτήτρια του!

e-Παράβολο: Σε λειτουργία η νέα εφαρμογή στο gov.gr