Αφιερωματα

Δίκη των Αεροπόρων: Πώς ενορχηστρώθηκε η σκευωρία του 1952

diki_aeroporon.jpg

«Υπόθεση των Αεροπόρων», ή «Δίκη των Αεροπόρων» ονομάστηκε μια σκευωρία του 1952 εις βάρος της τότε Βασιλικής Αεροπορίας, που συντάραξε τα πολιτικά δρώμενα της Ελλάδας.
Στελέχη της Πολεμικής Αεροπορίας, αλλά και πολίτες, κατηγορήθηκαν για δολιοφθορά και κομμουνιστική συνωμοσία με τη δίκη για την πολύκροτη αυτή υπόθεση να ξεκινά σαν σήμερα το 1952.

Στόχος της σκευωρίας αυτής ήταν να παρουσιαστεί η ηγεσία της Αεροπορίας ως έχουσα κομμουνιστικές πεποιθήσεις, με συνέπεια αφενός την απομάκρυνση και δίωξη εξεχόντων στελεχών του και αφετέρου τη δημιουργία πολιτικής αστάθειας στην τότε κυβέρνηση του στρατηγού Πλαστήρα.

Δημιουργός της σκευωρίας εκείνης ήταν ο μετέπειτα υποπτέραρχος Αντώνιος Σκαρμαλιωράκης και η ομάδα του, που την εποχή εκείνη υπηρετούσε στο Α2 του ΓΕΑ. Ο Α. Σκαρμαλιωράκης εμφανίσθηκε αργότερα στο προσκήνιο, στις 21 Απριλίου 1967, στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών, ως στέλεχος αυτής.

Τελικά, τα άτομα που διώχθηκαν αμνηστεύτηκαν από την κυβέρνηση Καραμανλή το 1955.

Η αφορμή

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1951 στη Σχολή Ικάρων συνέβη ένα ατύχημα σε εκπαιδευτικό αεροπλάνο τύπου Χάρβαρντ. Λίγες μέρες αργότερα, σε αίθουσα της σχολής βρέθηκε γραμμένο στον τοίχο σύνθημα υπέρ του ΚΚΕ. Τα γεγονότα αυτά συσχετίζονται και στις 30 Δεκεμβρίου ο αρχηγός του ΓΕΑ αντιπτέραρχος Εμμανουήλ Κελαϊδής διατάσσει ένορκο προανάκριση για «ενδείξεις δολιοφθοράς σε πολεμικό αεροσκάφος της Σχολής Αεροπορίας».

Την εποχή εκείνη η Ελλάδα απείχε δύο χρόνια από το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου. Τη χώρα κυβερνούσαν αδύναμες και βραχύβιες κυβερνήσεις του Κέντρου, με επικεφαλής, εναλλάξ, τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Νικόλαο Πλαστήρα, υπό την υψηλή εποπτεία της Αμερικανικής Αποστολής. Ο στρατός ήταν πανίσχυρος και αποτελούσε πόλο εξουσίας.

Στους κόλπους του δρούσε η μυστική οργάνωση ΙΔΕΑ («Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών»), που αποτέλεσε χρόνια αργότερα τη «μαγιά» του Πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου. Πρώτο θέμα στην επικαιρότητα ήταν η δίκη και η καταδίκη σε θάνατο του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του για κατασκοπεία υπέρ του παράνομου ΚΚΕ. Το σκηνικό ήταν κατάλληλο για κάποιους ακραίους αντικομμουνιστικούς κύκλους να ξεκαθαρίσουν τις σχέσεις τους με τα φιλελεύθερα στοιχεία της Αεροπορίας.

Οι ανακρίσεις, τα βασανιστήρια και η πολύκροτη δίκη

Στις αρχές του 1952 άρχισαν οι ανακρίσεις και σύντομα στα μπουντρούμια του Αερονομείου Παλαιού Φαλήρου βρέθηκαν οι πρώτοι κατηγορούμενοι, οκτώ αξιωματικοί (αντισμήναρχος ε.α. Θεοφάνης Μεταξάς, σμηναγοί Ηλίας Παναγουλάκης και Ελευθέριος Ζαφειρόπουλος, υποσμηναγοί Γεώργιος Θεοδωρίδης και Γεώργιος Μαδεμλής, επισμηναγός Νικόλαος Δόντζογλου και ανθυποσμηναγός Παναγιώτης Λεμπέσης), εφτά υπαξιωματικοί και πέντε ιδιώτες. Οι κατηγορούμενοι υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια και ομολόγησαν την ενοχή τους στη δολιοφθορά του αεροπλάνου. Ένας εκ των κατηγορουμένων, ο καθηγητής μαθηματικών Χρήστος Δαδαλής, δεν άντεξε και πέθανε από τα βασανιστήρια.

Ο Νίκος Ακριβογιάννης

Οι εμπνευστές της σκευωρίας έπρεπε να αποδείξουν και τη σχέση των κατηγορουμένων με το ΚΚΕ. Στρατολόγησαν τον Ίκαρο Νίκο Ακριβογιάννη και τον έστειλαν στις 7 Απριλίου 1952 στην Αλβανία για δήθεν εθνική αποστολή με την ιδιότητα του φυγάδα κομμουνιστή. Στη συνέχεια τον κατέδωσαν στις αλβανικές αρχές, ως διπλό πράκτορα. Ο Ακριβογιάννης καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 15 Απριλίου 1953.

Στις 16 Απριλίου 1952 η υπόθεση των αεροπόρων, που μέχρι εκείνη τη στιγμή καλύπτεται από πέπλο σιωπής, έρχεται στην επιφάνεια από τον δεξιό Τύπο, που κατακλύζεται από πληθώρα δημοσιευμάτων «για την ανακαλυφθείσα κομμουνιστική δράση στην Αεροπορία». Πιο ευφάνταστες γραφίδες κάνουν λόγο και για καταρρίψεις αεροσκαφών από τους συνωμότες.

Στις 10 Ιουλίου 1952 εκδίδεται το παραπεμπτικό βούλευμα, με το οποίο οδηγούνται στο εδώλιο του Αεροδικείου 19 άτομα. Κατά το βούλευμα, οι κατηγορούμενοι είχαν συμπήξει οργάνωση, που δρούσε από το 1950 και εκτελούσε εντολές της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Η «Δίκη των Αεροπόρων» άρχισε στις 22 Αυγούστου 1952 και ολοκληρώθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου. Μάταια οι κατηγορούμενοι αξιωματικοί επέσειαν στους Αεροδίκες τα μετάλλια και τα παράσημα, που είχαν λάβει στα πεδία των μαχών. Το δικαστήριο πείσθηκε για την ενοχή τους και επέβαλε την ποινή του θανάτου στον σμηναγό Παναγουλάκη και τον υποσμηναγό Θεοδωρίδη. Σε τέσσερις κατηγορουμένους επέβαλε ισόβια, σε δύο εικοσαετή κάθειρξη, σε δύο δεκαετή κάθειρξη, ενώ οι υπόλοιποι κηρύχθηκαν αθώοι.

Η αποκάλυψη της σκευωρίας και η δικαίωση

Το Μάρτιο του 1953 η υπόθεση έφτασε στο Ανώτατο Αναθεωρητικό Δικαστήριο, που ύστερα από μερικές συνεδριάσεις ανέβαλε τη δίκη «λόγω σημαντικών αιτίων και για κρείσσονες αποδείξεις». Τη χώρα τώρα κυβερνούσε ο νικητής του Εμφυλίου Αλέξανδρος Παπάγος, έχοντας κερδίσει δια περιπάτου τις εκλογές. Στις 30 Σεπτεμβρίου άρχισε η δίκη στο Αναθεωρητικό και ολοκληρώθηκε στις 28 Νοεμβρίου 1953, με δέκα κατηγορουμένους. Η ατμόσφαιρα αυτή τη φορά ήταν φανερά διαφορετική. Όλα τα στοιχεία πείθουν ότι πρόκειται για σκευωρία.

Παρόλα αυτά, οι δικαστές δέχονται την ύπαρξη συνωμοσίας και επιβάλλουν ελαφρύτερες ποινές στους κατηγορουμένους. Δύο καταδικάζονται σε ισόβια, έξι σε ποινές πρόσκαιρης κάθειρξης και δύο αθωώνονται.

Ο φάκελος της υπόθεσης των αεροπόρων έκλεισε οριστικά τον Νοέμβριο του 1955, όταν η κυβέρνηση Καραμανλή χορήγησε αμνηστία στους καταδικασθέντες, αλλά και στους σκευωρούς, πολλοί από τους οποίους υπηρέτησαν πιστά την Απριλιανή Χούντα. Όταν χρόνια αργότερα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συναντήθηκε μ’ έναν από τους αμνηστευθέντες αξιωματικούς, τον συμπατριώτη του από τις Σέρρες Γεώργιο Μαδεμλή, του είπε ότι γνώριζε ότι «είναι αθώοι».

Αφιερωματα

Κώστας Βουτσάς: Η ζωή και το έργο ενός αιώνιου έφηβου

Κώστας Βουτσάς

Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της Τετάρτης, σε ηλικία 88 ετών, ο μεγάλος Έλληνας κωμικός Κώστας Βουτσάς, ο οποίος νοσηλευόταν στη ΜΕΘ του νοσοκομείου "Αττικόν" από τις 7 Φεβρουαρίου 

Η ζωή και το έργο του Κώστα Βουτσά

Ο Κώστας Βουτσάς γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1931 στην Αθήνα (Βύρωνας) από προσφυγική οικογένεια και μεγάλωσε στην Θεσσαλονίκη λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων του πατέρα του. Το επώνυμο της οικογένειάς του ήταν Σαββόπουλος, επικράτησε όμως το Βουτσάς λόγω της επαγγελματικής ιδιότητας του παππού του (βουτσάς= αυτός που κατασκευάζει βουτσιά, δηλαδή βαρέλια).

Από μικρός είχε το σαράκι του ηθοποιού και μεγαλώνοντας γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου Θεσσαλονίκης. Στην Θεσσαλονίκη έκανε και τις πρώτες του θεατρικές εμφανίσεις με τοπικούς και στην συνέχεια με περιοδεύοντες θιάσους. Στον κινηματογράφο ντεμπουτάρισε το 1953 στην κωμωδία του Γιώργου Λαζαρίδη «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται».

 

 

Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση

Στα τέλη της δεκαετίας του ’ 50, εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, ύστερα από πρόταση της γνωστής πρωταγωνίστριας της εποχής Καλής Καλό για να εμφανιστεί μαζί της στο θέατρο «Περοκέ». Εκεί τον είδε ο Αλέκος Σακελλάριος και του έδωσε έναν μικρό ρόλο στην ταινία του « Η κυρά μας η μαμμή» (1958), που αποτέλεσε το διαβατήριο για την ένταξή του στην Φίνος Φιλμ.

Το 1961, είναι η χρονιά της καταξίωσης για τον Κώστα Βουτσά. Εμφανίστηκε σε δύο ταινίες της Φίνος Φιλμ, «Η Αλίκη στο Ναυτικό» του Αλέκου Σακελλάριου και «Ο Σκληρός Άνδρας», του Γιάννη Δαλιανίδη, ο οποίος του εμπιστεύτηκε ένα κωμικό ρόλο στην κατά τ’ άλλα επόμενη δραματική ταινία του «Ο Κατήφορος», που άρχισε να προβάλλεται στα τέλη της ίδιας χρονιάς. Η ταινία όχι μόνο έσπασε ταμεία, αλλά απογείωσε τις καριέρες των πρωταγωνιστών της Ζωής Λάσκαρη, Νίκου Κούρκουλου και φυσικά του Κώστα Βουτσά, ενώ καθιέρωσε τον Γιάννη Δαλιανίδη ως ένα από τους εμπορικότερους σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου.

Τα επόμενα χρόνια πρωταγωνίστησε σε αξέχαστες κωμωδίες, πραγματοποιώντας σπουδαίες ερμηνείες. Οι ατάκες του άφησαν εποχή («Έχω και κότερο πάμε μια βόλτα;», «Κααατίνα σαλααμάκι») και οι καρπαζιές του στον Αλέκο Τζανετάκο και τον Σωτήρη Τζεβελέκο δημιούργησαν σχολή.

 

 

Κάποιοι από τους ρόλους του, που μένουν αξέχαστοι είναι ο μικροαστός στο «Ανθρωπάκι», ο νιόπαντρος στη «Νύχτα Γάμου», ο τεμπέλης γιος στη «Χαρτοπαίχτρα», ο λαϊκός ποδοσφαιριστής στο «Μια Κυρία στα Μπουζούκια», ο μικροαπατεώνας στον «Γόη», ο γιαλαντζί Άραβας στο «Ξυπόλητος Πρίγκηψ» και ο Ράμογλου με το κότερο, στο «Κορίτσια για Φίλημα».

 

 

Στα μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη, άφησε τη σφραγίδα του σε δύο τραγούδια, το «Φσσστ, μπόινγκ!» («Κάτι να καίει») και το «Αψού, γείτσες!» ( «Κορίτσια για φίλημα»).

Θέατρο, τηλεόραση και βιντεοταινίες

Την δεκαετία του ’80 έπαιξε σε βιντεοταινίες, αλλά πέρασε και στην αντίπερα όχθη του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, όπως και ο Θανάσης Βέγγος, ερμηνεύοντας πιο απαιτητικούς ρόλους σε ταινίες του σκηνοθέτη Βασίλη Βαφέα. Ξεχωρίζει ο ρόλος του μικροαστού λογιστή στην κοινωνική ταινία του Βαφέα «Ο Έρωτας του Οδυσσέα», για την οποίον τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1984. Η ταινία εκπροσώπησε την Ελλάδα στο «Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών» του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών το 1985 και ένα χρόνο αργότερα μεταδόθηκε ως μίνι σειρά από την ΕΡΤ.

Στην τηλεόραση πρωτοεμφανίστηκε το 1973 με την σειρά του Κώστα Πρετεντέρη «Ονειροπαρμένος» (ΕΡΤ), που ήταν μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες εκείνων των χρόνων.Συνέχισε με δημοφιλείς σειρές, όπως «Το Ημερολόγιο ενός Θυρωρού» (ΥΕΝΕΔ, 1979), και «Ο Ανδροκλής και τα Λιοντάρια του» (ΕΡΤ, 1985).

Παράλληλα, ξεδίπλωσε το κωμικό του ταλέντο σε όλα τα είδη του θεάτρου – πρόζα, επιθεώρηση, μιούζικαλ. Ενδεικτικά, έπαιξε σε κωμωδίες του Νίκου Τσιφόρου («Αγάπη μου Παλιόγρια», που γυρίστηκε και επιτυχημένη ταινία με τον ίδιο και την Ξένια Καλογεροπούλου, «Οι Απάνω και οι Κάτω»), του Κώστα Πρετεντέρη (« Ο νονός μου ο διάβολος», «Ο καπετάν Κώστας στο Πόρτο-Λιμπερτά») του Ασημάκη Γιαλαμά (Μπαμπά, ποιός είναι ο μπαμπάς μου;»), αλλά σε έργα των Μολιέρου «Ο Αρχοντοχωριάτης» και Ντάριο Φο («Όποιος κλέβει ένα πόδι κερδίζει στην αγάπη»). Ο Κώστας Βουτσάς έπαιξε, επίσης, σε κωμωδίες του Αριστοφάνη («Θεσμοφοριάζουσες», «Σφήκες», «Όρνιθες») με μεγάλη επιτυχία και με κοσμοσυρροή στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.

Λάτρης του ωραίου φύλου ο Κώστας Βουτσάς είχε νυμφευτεί τέσσερις φορές. Ο πρώτος του γάμος ήταν με την ηθοποιό και χορεύτρια Έρρικα Μπρόγιερ, με την οποία απέκτησε μια κόρη, την Σάντρα. Ακολούθησε ένας δεύτερος γάμος με την επιχειρηματία Θεανώ Παπασπύρου, με την οποία απέκτησε δύο κόρες, την Θεοδώρα και την Νικολέτα, ένας τρίτος με την ηθοποιό Εύη Καραγιάννη και τέλος ο τέταρτος με την κατά 39 χρόνια μικρότερή του ηθοποιό Αλίκη Κατσαβού με την οποία έχει αποκτήσει ένα γιο, τον Φοίβο.

Θετός γιος του είναι ο ηθοποιός Άνθιμος Ανανιάδης, γιος της Εύης Καραγιάννη από προηγούμενο γάμο της.