Οι εμβοές φαίνεται ότι συνδέονται με διαφορετικούς τρόπους λειτουργίας του εγκεφάλου, ανάλογα με το αν βρίσκονται σε πρώιμη ή χρόνια φάση, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη σε ανθρώπους που δεν παρουσίαζαν προβλήματα στις συνηθισμένες δοκιμασίες ακοής.
Οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι όταν οι εμβοές έχουν εμφανιστεί πρόσφατα, ο εγκέφαλος βρίσκεται σε μια πιο «ασταθή» κατάσταση, με αυξημένες διαφορές στη συνεργασία των περιοχών που φιλτράρουν τις πληροφορίες, κατευθύνουν την προσοχή και συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων.
Με την πάροδο του χρόνου, στις επίμονες εμβοές, φαίνεται να αναπτύσσονται πιο σταθερά μοτίβα νευρικής λειτουργίας, κάτι που πιθανόν σχετίζεται με την προσπάθεια του εγκεφάλου να προσαρμοστεί στη συνεχή παρουσία του ήχου.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό iScience και επιχειρεί να φωτίσει όσα συμβαίνουν στον εγκέφαλο όταν ένας παροδικός ήχος εξελίσσεται σε μακροχρόνια κατάσταση.
Ήχοι χωρίς εξωτερική πηγή
Οι εμβοές γίνονται αντιληπτές ως βουητό, σφύριγμα ή άλλος θόρυβος στο ένα ή και στα δύο αυτιά ή μέσα στο κεφάλι, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος ήχος στο περιβάλλον. Εκτιμάται ότι επηρεάζουν περίπου το 10% έως 15% των ενηλίκων παγκοσμίως, αν και η ένταση και οι επιπτώσεις τους διαφέρουν σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Συχνά συνδέονται με απώλεια ακοής, γεγονός που δυσκολεύει τους επιστήμονες να διακρίνουν εάν οι μεταβολές που παρατηρούν στον εγκέφαλο οφείλονται στις ίδιες τις εμβοές ή στη μειωμένη ακουστική ικανότητα.
Η νέα έρευνα επικεντρώθηκε σε ανθρώπους με φυσιολογικές επιδόσεις στις καθιερωμένες ακοολογικές εξετάσεις. Οι επιστήμονες επισημαίνουν, πάντως, ότι ένα φυσιολογικό ακοόγραμμα δεν αποκλείει λεπτότερες βλάβες, όπως απώλεια συνδέσεων μεταξύ κυττάρων του έσω ωτός και ακουστικών νευρικών ινών ή μείωση της ακοής σε πολύ υψηλές συχνότητες που δεν περιλαμβάνονται πάντοτε στον τυπικό έλεγχο.
Τρεις ομάδες και ηλεκτροεγκεφαλογράφημα
Στη μελέτη συμμετείχαν 45 άτομα, τα οποία χωρίστηκαν σε τρεις ισάριθμες ομάδες. Η πρώτη περιλάμβανε συμμετέχοντες με εμβοές διάρκειας μικρότερης των έξι μηνών, η δεύτερη άτομα με χρόνια εμβοή και η τρίτη υγιείς συμμετέχοντες χωρίς τη διαταραχή.
Η ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου καταγράφηκε με ηλεκτροεγκεφαλογράφημα 64 καναλιών. Οι ερευνητές εξέτασαν τέσσερις λεγόμενες μικροκαταστάσεις του EEG, δηλαδή σύντομα και επαναλαμβανόμενα μοτίβα δραστηριότητας που συνδέονται με διαφορετικά εγκεφαλικά δίκτυα.
Ακολούθησε δυναμική ανάλυση της λειτουργικής συνδεσιμότητας, ώστε να μελετηθεί όχι μόνο ποια σημεία του εγκεφάλου ενεργοποιούνται, αλλά και πώς αλλάζει με την πάροδο του χρόνου η επικοινωνία ανάμεσά τους.
Υπερεπαγρύπνηση στο αρχικό στάδιο
Στα άτομα με πρόσφατη εμφάνιση εμβοών καταγράφηκε αυξημένη ενεργοποίηση του δικτύου που εντοπίζει και αξιολογεί σημαντικά ή δυνητικά απειλητικά ερεθίσματα. Την ίδια στιγμή, μειωμένη εμφανίστηκε η δραστηριότητα του δικτύου εκτελεστικού ελέγχου, το οποίο υποστηρίζει την προσοχή, τον γνωστικό έλεγχο και τη λήψη αποφάσεων.
Το πρότυπο αυτό παραπέμπει σε μια κατάσταση αυξημένης επαγρύπνησης, κατά την οποία ο εγκέφαλος ενδέχεται να αποδίδει υπερβολική σημασία στον εσωτερικό ήχο και να δυσκολεύεται να αποσπάσει την προσοχή του από αυτόν.
Στη χρόνια φάση παρατηρήθηκε διαφορετική εικόνα. Η εναλλαγή μεταξύ των δικτύων ήταν περισσότερο ισορροπημένη και η δραστηριότητα παρουσίαζε μεγαλύτερη σταθερότητα, με μετατοπίσεις προς χαμηλότερες συχνότητες σε ακουστικά και εκτελεστικά δίκτυα.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι μεταβολές αυτές μπορεί να αντανακλούν μια αντισταθμιστική αναδιοργάνωση του εγκεφάλου, καθώς επιχειρεί να προσαρμοστεί στη συνεχή παρουσία των εμβοών. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο ήχος υποχωρεί ή ότι η κατάσταση παύει να επιβαρύνει τον ασθενή.
Η συμβατική, στατική ανάλυση της εγκεφαλικής συνδεσιμότητας δεν εντόπισε ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των ομάδων. Οι αποκλίσεις έγιναν ορατές μόνο όταν οι επιστήμονες εξέτασαν τις γρήγορες μεταβολές των εγκεφαλικών δικτύων μέσα στον χρόνο.
Το εύρημα υποδηλώνει ότι τα νευρωνικά χαρακτηριστικά των εμβοών πιθανόν να μην είναι μόνιμα και σταθερά, αλλά να εμφανίζονται μέσα από σύντομες και διαρκώς μεταβαλλόμενες καταστάσεις.
Στο μέλλον, τέτοια πρότυπα θα μπορούσαν να διερευνηθούν ως βιοδείκτες για τη διάκριση μεταξύ πρόσφατων και χρόνιων εμβοών και ενδεχομένως για την καλύτερη προσαρμογή της θεραπευτικής αντιμετώπισης.
Προς το παρόν, όμως, τα αποτελέσματα δεν αποτελούν διαγνωστικό εργαλείο. Η μελέτη ήταν μικρή, με μόλις 15 άτομα σε κάθε ομάδα, και απαιτείται επιβεβαίωση των ευρημάτων σε μεγαλύτερους πληθυσμούς και με παρακολούθηση των ίδιων ασθενών καθώς η πάθηση εξελίσσεται.
*Με πληροφορίες από ygeia-news.com.
Διαβάστε επίσης
Αντιηλιακά: Σταματήστε να ξοδεύετε χρήματα - Η τζάμπα λύση που προτείνουν οι γιατροί!