Τεχνολογία

Η SpaceX έθεσε σε τροχιά τους πρώτους 60 δορυφόρους για το παγκόσμιο δίκτυο Internet

spacex

Η εταιρεία Space X του Ίλον Μασκ έκανε ένα ακόμη βήμα για την εξ ουρανού παροχή φθηνού ευρυζωνικού διαδικτύου οπουδήποτε στον κόσμο, εκτοξεύοντας με ένα πύραυλο Falcon 9 άλλους 60 μικρούς δορυφόρους Starlink, οι οποίοι τέθηκαν σε τροχιά γύρω από τη Γη.

Πρόκειται για τη δεύτερη «φουρνιά» τέτοιων δορυφόρων (η πρώτη από επίσης 60 είχε εκτοξευθεί φέτος το Μάιο), στους οποίους θα προστεθούν και πολλοί άλλοι στο μέλλον, ώστε να απαρτίσουν ένα μεγάλο δίκτυο γύρω από τον πλανήτη μας.

Η δεύτερη εκτόξευση έγινε από το Ακρωτήριο Κανάβεραλ στη Φλόριντα και ήταν η τέταρτη πτήση για τον συγκεκριμένο επαναχρησιμοποιούμενο πύραυλο. Ήταν μάλιστα η πρώτη φορά που ο ίδιος Falcon 9 πέταξε πάνω από τρεις φορές (οι πύραυλοι αυτοί έχουν σχεδιασθεί για να κάνουν έως δέκα ταξίδια).

Καθώς σήμερα η παροχή του Ίντερνετ γίνεται είτε μέσω επίγειων ασύρματων σταθμών είτε μέσω υπόγειων καλωδίων, πολλές απομακρυσμένες περιοχές σε όλο τον κόσμο συνεχίζουν να μην είναι online. Η εναλλακτική λύση του σημερινού δορυφορικού διαδικτύου συνήθως είναι δαπανηρή, αλλά και παρέχει χαμηλές ταχύτητες. Η Space Χ θέλει να το αλλάξει αυτό, δημιουργώντας ένα μεγάλο διεθνές δορυφορικό δίκτυο που θα παρέχει φθηνό και γρήγορο Ίντερνετ οπουδήποτε.

Οι δορυφόροι Starlink θα περιφέρονται σε πολύ χαμηλότερο ύψος πάνω από τη Γη (350 έως 550 χιλιόμετρα), από ό,τι οι σημερινοί δορυφόροι Ίντερνετ, πράγμα που -σύμφωνα με τον Μασκ- θα επιτρέψει την παροχή αξιόπιστης online πρόσβασης σε υψηλές ταχύτητες και χωρίς μεγάλο κόστος.

Εκτός από την Space X, που ελπίζει να αρχίσει να προσφέρει δορυφορική ευρυζωνική πρόσβαση στις ΗΠΑ έως τα μέσα του 2020, και άλλες εταιρείες (One Web, TeleSat, Amazon κ.α.) έχουν παρόμοια σχέδια για εξ ουρανού παροχή διαδικτύου στις μάζες μέσω μικροδορυφόρων χαμηλής τροχιάς.

Όλα αυτά ασφαλώς θα χαροποιήσουν τους απανταχού χρήστες διαδικτύου, αλλά όχι τους αστρονόμους. Πολλοί αστρονόμοι, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, δηλώνουν ολοένα πιο ανήσυχοι ότι σε λίγο καιρό ο ουρανός θα είναι αγνώριστος με τόσο συνωστισμό λαμπερών δορυφόρων. Το αποτέλεσμα θα είναι να μην μπορούν να κάνουν την δουλειά τους, δηλαδή παρατηρήσεις του νυχτερινού ουρανού, καθώς πολλοί δορυφόροι θα λάμπουν σαν αστέρια και οι αστρονόμοι θα είναι δύσκολο να τα ξεχωρίσουν ανάμεσα τους.

Ο Μασκ προσπαθεί να καθησυχάσει την αστρονομική κοινότητα, υποσχόμενος να μειώσει την ανακλαστικότητα των δορυφόρων του και διαβεβαιώνοντας ότι επ’ ουδενί δεν θέλει να μπει εμπόδιο στην επιστημονική έρευνα, ιδίως την αστρονομική. Όμως οι αστρονόμοι ήδη περιμένουν με αγωνία να δουν πώς θα φαίνονται στον ουρανό οι 60 πρόσθετοι μικροδορυφόροι της δεύτερης «φουρνιάς» Starlink.

Η Space X είχε αρχικά αναφέρει ότι σχεδιάζει να θέσει σε τροχιά έως 12.000 δορυφόρους, αλλά τελικά ο αριθμός τους σε βάθος χρόνου μπορεί να ξεπεράσει τις 40.000. Σύμφωνα με τον Μασκ, χρειάζονται τουλάχιστον 400 δορυφόροι για μια «ελάχιστη» ευρυζωνική κάλυψη και 800 για μια «μέτρια» κάλυψη. Αν με τους περίπου 120 Starlink που υπάρχουν σήμερα, οι αστρονόμοι ανησυχούν, μπορεί να φανταστεί κανείς τι θα γίνει στο μέλλον.

Τεχνολογία

Ανακαλύφθηκε κοντινός, καυτός βραχώδης εξωπλανήτης «υπέρ-Γη»

εξωπλανήτης  - Γη

Ευρωπαίοι αστρονόμοι ανακάλυψαν τον καυτό εξωπλανήτη Gliese 486b, μία υπέρ-Γη γύρω από το κοντινό άστρο Gliese 486, έναν ερυθρό νάνο μικρότερο και πιο ψυχρό από τον Ήλιο, σε απόσταση μόνο 26,3 ετών φωτός από τον δικό μας πλανήτη. Ο βραχώδης εξωπλανήτης, ο τρίτος πλησιέστερος που έχει βρεθεί έως τώρα, θεωρείται ιδανικός, σύμφωνα με τους επιστήμονες, λόγω της εγγύτητάς του για την αναζήτηση ατμόσφαιρας σε αυτόν, αν και λόγω της υψηλής θερμοκρασίας του είναι απίθανη η ύπαρξη φιλικών συνθηκών για την ανάπτυξη ζωής.

Οι ερευνητές της ισπανο-γερμανικής κοινοπραξίας CARMENES, με επικεφαλής τον πλανητικό επιστήμονα Τρίφον Τριφόνοφ του γερμανικού Ινστιτούτου Αστρονομίας Μαξ Πλανκ στη Χαϊδελβέργη, έκαναν τις παρατηρήσεις τους με διάφορα επίγεια και διαστημικά τηλεσκόπια και τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Science».

«Ο Gliese 486b δεν μπορεί να είναι κατοικήσιμος, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που γνωρίζουμε εδώ στη Γη. Δεν είναι, πάντως, αρκετά καυτός για να αποτελεί έναν κόσμο λάβας και μόνο, αλλά η θερμοκρασία του τον καθιστά κατάλληλο για τη μελέτη μίας πιθανής ατμόσφαιρας», δήλωσε ο Τριφόνοφ.

Ο Gliese 486b, ίσως, έχει κρατήσει ένα μέρος της αρχικής ατμόσφαιράς του και στην κατάξερη επιφάνειά του μπορεί να υπάρχουν πολλά ηφαίστεια και να ρέουν κάποια ποτάμια λάβας. Ο εξωπλανήτης εκτιμάται ότι χρειάζεται μόνο μιάμιση μέρα για μία πλήρη περιφορά πέριξ του άστρου του (αυτή είναι η διάρκεια του έτους του), σε απόσταση 2,5 εκατομμύρια χιλιόμετρα από αυτό.

Είναι σχεδόν 30% μεγαλύτερος από τη Γη, καθώς η ακτίνα του είναι περίπου 1,3 φορές μεγαλύτερη, ενώ η μάζα του είναι σχεδόν τριπλάσια (2,8 φορές μεγαλύτερη). Η θερμοκρασία της επιφάνειάς του είναι γύρω στους 430 βαθμούς Κελσίου, λίγο χαμηλότερη της Αφροδίτης, ενώ ένας άνθρωπος στην επιφάνειά του θα αισθανόταν μία βαρύτητα 70% ισχυρότερη από τη γήινη.

«Αν ο πλανήτης ήταν 100 βαθμούς πιο καυτός, όλη η επιφάνειά του θα ήταν λάβα. Η ατμόσφαιρά του θα αποτελείτο από εξαερωμένα πετρώματα», ανέφερε ο αστροφυσικός Χοσέ Καμπαλέρο του ισπανικού Κέντρου Αστροβιολογίας.

Κατά τις τελευταίες δυόμισι δεκαετίες οι αστρονόμοι έχουν ανακαλύψει περισσότερους από 4.300 εξωπλανήτες, βραχώδεις και μη, από τους οποίους λίγοι έχουν ομοιότητες με τη Γη. Η μεγάλη πρόκληση αναφορικά με τους «γήινους» εξωπλανήτες είναι η χημική ανάλυση μίας πιθανής ατμόσφαιράς τους, κάτι που αναμένεται να καταστεί εφικτό με το υπό εκτόξευση -φέτος- μεγάλο αμερικανικό διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb της NASA και το μελλοντικό υπό κατασκευή Υπερβολικά Μεγάλο Τηλεσκόπιο (ELT) στη Χιλή.

Η μελέτη της ατμόσφαιρας του Gliese 486b «μπορεί να τον μετατρέψει στη "στήλη της Ροζέτας" της εξωπλανητολογίας, τουλάχιστον όσον αφορά τους πλανήτες σαν τη Γη», σημείωσε ο Καμπαλέρο, αναφερόμενος στην ανακάλυψη μίας επιγραφής το 1799 που είχε βοηθήσει τους αρχαιολόγους να μεταφράσουν τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά για πρώτη φορά.

«Όταν το τηλεσκόπιο James Webb τεθεί σε λειτουργία, σχεδιάζουμε παρατηρήσεις του Gliese 486b. Αισιοδοξούμε ότι σε περίπου δυόμισι έως τρία χρόνια μπορεί να ξέρουμε εάν αυτός ο πλανήτης έχει ατμόσφαιρα ή όχι και, αν ναι, ποια είναι η σύνθεσή της», τόνισε ο Τριφόνοφ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ηράκλειο: Συλλήψεις για την υπόθεση με την κοκαΐνη και τους δεκάδες πελάτες

Κρήτη - κορωνοϊός: 69 νέα κρούσματα το τελευταίο 24ωρο