Οικονομία

Βλέπει υπερφορολόγηση και η Κομισιόν

κομισιον

Επενδυτικές τράπεζες, οίκοι αξιολόγησης και οικονομόλογοι επισημαίνουν όλοι σταθερά πως η υπερφορολόγηση είναι ένα «βαρίδι» στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Τη θέση συμμερίζεται και η Κομισιόν, αναγνωρίζοντας έτσι ότι απαιτείται ένα πολύ διαφορετικό μείγμα πολιτικής από εκείνο, που ακολουθήθηκε τα χρόνια της κρίσης και των τριών μνημονίων. Στην τελευταία έκθεσή της δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη. Σημειώνει ότι οι υπερβολικά υψηλοί συντελεστές δεν μεταφράζονται σε ανάλογα έσοδα για το κράτος, αφού ενισχύουν το «κίνητρο» φοροαποφυγής και καθιστούν την Ελλάδα μη ελκυστικό προορισμό για επενδύσεις. Σχολιάζει δε πως το φορολογικό σύστημα αντί να ευνοεί, επιβαρύνει περισσότερο νέους και καινοτόμες επιχειρήσεις.  

«Το υψηλό φορολογικό βάρος στις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένου του υψηλού διοικητικού βάρους, δεν καθιστά την Ελλάδα ελκυστικό προορισμό για επενδύσεις» διαμηνύει. Ο συντελεστής φορολόγησης των εταιρικών κερδών στη χώρα μας είναι ο 6ος υψηλότερος στη ζώνη του ευρώ. Τα έσοδα για το κράτος από αυτόν όμως είναι απλώς στο μέσο όρο του ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά. 

Επιπλέον η Κομισιόν σημειώνει πως όλοι οι αυτοαπασχολούμενοι καλούνται να πληρώσει έναν πάγιο ετήσιο φόρο 650 ευρώ, εάν είναι ενεργοί για περισσότερο από μία πενταετία, ανεξάρτητα από την κερδοφορία τους και σχετικά υψηλά και περίπλοκα τέλη χαρτοσήμου. Καταλογίζει δε στο ελληνικό φορολογικό σύστημα στοιχεία, που λειτουργούν μειονεκτικά για τους νέους και τις καινοτόμες επιχειρήσεις, ενώ επικαλείται έκθεση της PwC η οποία έδειξε ότι οι ελληνικές πιχειρήσεις περνούν διπλάσιες ώρες για τη συμμόρφωση με τους φορους από ό,τι απαιτείται σε άλλες χώρες της Ε.Ε..

Τα έσοδα από τη φορολόγηση εισοδήματος στη χώρα μας κινούνται χαμηλότερα του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Και τούτο γιατί οι υψηλοί συντελεστές αυξάνουν το κίνητρο σε πολίτες να μην δηλώσουν το πραγματικό ύψος τους εισοδήματός τους. 

Υπογραμμίζει επίσης ότι εξαιρετικά υψηλό είναι και το μέσο βάρος φορολόγησης της εργασίας. Ο συντελεστής είναι στο 43%, όταν ο μέσος όρος στη ζώνη του ευρώ είναι 36%. «Τα φορολογικά βάρη είναι αισθητά υψηλότερα σε σχέση με τα άλλα κράτη- μέλη για ζευγάρια στα οποία μόνο ο ένας έχει μισθό και σε νοικοκυριά με παιδιά» αναφέρει η έκθεση και προσθέτει: «Και αυτό συμβαίνει παρά το υψηλό αφορολόγητο όριο (είναι το 10ο υψηλότερο στις 19 χώρες του ευρώ), το οποίο περιορίζει τη φορολογική βάση». 

Για τα χαμηλά εισοδήματα το μεγαλύτερο βάρος προέρχεται από τις ασφαλιστικές εισφορές. Για αυτές δεν ισχύει αφορολόγητο όριο, ενώ η μερίδα των εισφορών που βαρύνει άμεσα τους εργαζομένους είναι σχετικά υψηλή, υπογραμμίζει η Κομισιόν. Αυτό το υψηλό φορολογικό βάρος οδηγεί τους εργαζομένους στην αυτοαπασχόληση, η οποία είναι δύο φορές πιο διαδεδομένη στην Ελλάδα από ό,τι στην Ευρωζώνη, αν και το ποσοστό έχει αρχίσει να περιορίζεται από το 2013 και έπειτα. 

Το χειρότερο είναι πως οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές δεν μεταφράζονται σε ανάλογα έσοδα για το κράτος. Τα έσοδα από τη φορολόγηση εισοδήματος στη χώρα μας κινούνται χαμηλότερα του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Και τούτο γιατί οι υψηλοί συντελεστές αυξάνουν το κίνητρο σε πολίτες να μην δηλώσουν το πραγματικό ύψος τους εισοδήματός τους. 

Παρά τις πολυάριθμες προσπάθειες για πρόοδο στο μέτωπο της φορολογικής συμμόρφωσης, σε υψηλά επίπεδα παραμένει και η απάτη του ΦΠΑ, σημειώνουν οι Βρυξέλλες. Το «κενό του ΦΠΑ» αυξήθηκε κατά 2,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2016 και ήταν το δεύτερο υψηλότερο (33,6%) στη ζώνη του ευρώ το 2017. Την περίοδο 2013-2017 εκτινάχθηκε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Υπολογίζεται πάντως ότι μειώθηκε το 2018. 

πηγή naftemporiki

Οικονομία

Πώς η πανδημία αλλάζει τις συνήθειές μας και την κατανάλωση

Εμπόριο

Η καραντίνα άλλαξε τις συνήθειες των καταναλωτών διεθνώς δίνοντας ώθηση στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της πανδημίας του Covid-19 ωστόσο είναι πολύ ευρύτερες και επεκτείνονται ακόμη και στο τι θεωρούν πλέον οι καταναλωτές αγαθό πρώτης ανάγκης και τι «πολυτέλεια».  Ενδεικτικά της κατεύθυνσης που λαμβάνει η κατανάλωση είναι τα πρώτα δεδομένα από τις ΗΠΑ, μία από τις μεγαλύτερες αγορές στον πλανήτη, για τα μοτίβα αγορών που διαμορφώνονται τώρα που έχουν χαλαρώσει αρκετά οι περιορισμοί. 

Σε αναλυτικό ρεπορτάζ της η Wall Street Journal εξηγεί πως οι Αμερικανοί καταναλωτές αγοράζουν και πάλι, αλλά το τι αγοράζουν αντανακλά τους μεγάλους φόβους για απειλές διαρκείας στην υγεία και ανατροπές στη ζωή μας από την πανδημία. Τα κρούσματα αφού άρχισαν να σταθεροποιούνται τον Μάιο, αυξάνονται και πάλι ειδικά στις νότιες και δυτικές πολιτείες με ταχύτατους ρυθμούς, γεγονός που κάνει ορισμένους να μιλούν για δεύτερο κύμα της πανδημίας. Οι καταναλωτές έχουν εν πολλοίς επίγνωση των κινδύνων, με αποτέλεσμα να αποφεύγουν ακόμη τα ξενοδοχεία και τα αεροπορικά ταξίδια και να στρέφονται σε εκδρομές, που μπορούν κάνουν οδικώς και σε ενοικιάσεις καταλυμάτων. 

Τα δεδομένα δαπανών αντικατοπτρίζουν το πρόσφατο άνοιγμα καταστημάτων με τους καταναλωτές να περιορίζουν ορισμένες διαδικτυακές αγορές ειδών παντοπωλείου και να συρρέουν στα κομμωτήρια και τα καταστήματα επίπλων. Αλλά ξοδεύουν επίσης για παράδοση έτοιμου και βάζουν βαθύτερα το χέρι στην τσέπη για αγορά οικιακού εξοπλισμού και βελτιώσεις στο σπίτι τους, όπως και για αθλητικά είδη. Αυτά τα μοτίβα είναι σημαντικά. Οι καταναλωτικές δαπάνες είναι ένας κρίσιμος κινητήρας ανάκαμψης, οδηγώντας συνήθως τα δύο τρίτα του ΑΕΠ των ΗΠΑ.  Κάτι αντίστοιχο ισχύει στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες. 

Όπως εξηγούν οι ειδικοί τα δεδομένα δείχνουν ότι παρά τις εκκλήσεις για επανέναρξη και τη χαλάρωση των μέτρων, οι καταναλωτές συνεχίζουν να επιλέγουν το «μένουμε σπίτι», φαίνεται να πιστεύουν ότι θα συνεχίσουν για πολύ ακόμη την κοινωνική αποστασιοποίηση, υπάρχει διάχυτος ο φόβος ότι η πανδημία θα είναι μαζί μας για πολύ καιρό. 

«Οι ανησυχίες για την εξέλιξη της πανδημίας οδηγούν το συνολικό επίπεδο της επιχειρηματικής δραστηριότητας πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε συγκεκριμένη πολιτική» τονίζει στη WSJ o Chad Syverson, οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Σικάγο, του οποίου η πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι περίπου το 90% της μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας προήλθε από την εθελοντική αποφυγή εμπορικών κέντρων.

Πολλοί γύρισαν την πλάτη σε αεροπορικά ταξίδια και ξενοδοχεία και στράφηκαν σε οδικές εκδρομές σε ενοικιάσεις μπανγκαλόου ήταν. Οι καταναλωτές ξόδεψαν 6% περισσότερα για τις κρατήσεις Airbnb και HomeAway τον Ιούνιο από ό, τι πριν από την επιδημία. Αλλά απέφυγαν από περιοχές υψηλής πυκνότητας όπως αεροδρόμια και ξενοδοχεία.

Οι καταναλωτές εξακολουθούν να επιλέγουν τη «φωλιά» τους. Οι δαπάνες για βελτιώσεις στο σπίτι  αυξήθηκαν κατά 40% την εβδομάδα που έληξε στις 24 Ιουνίου από την ίδια περίοδο πέρυσι, σύμφωνα με την Earnest Research. «Ακόμη και τώρα που οι άνθρωποι βγαίνουν έξω, επιλέγουμε περισσότερο έναν τρόπο διαμονής στο σπίτι», δήλωσε ο Marshal Cohen, επικεφαλής αναλυτής της NPD Group Inc., εταιρείας παροχής πληροφοριών και συμβουλευτικών υπηρεσιών.

Την εβδομάδα που έληξε στις 24 Ιουνίου, οι πωλήσεις των επίπλων ήταν 28% υψηλότερες από την ίδια εβδομάδα του 2019, σύμφωνα με την Earnest Research.

Aπό την πλευρά του το BBC σε δικό του ρεπορτάζ υπογραμμίζει ότι μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούμε τα ψώνια μας είναι πως είμαστε πιο λιγότερο διατεθειμένοι να μείνουμε μέσα σε ένα κατάστημα για πολλή ώρα και να δούμε έτσι όλο το εμπόρευμα. Και αυτό είναι κάτι που δημιουργεί μία πρόσθετη πίεση στα έσοδα του λιανεμπορίου αφού όσο περισσότερο μένουμε σε ένα μαγαζί για να κοιτάξουμε τα προϊόντα τόσο περισσότερα τείνουμε να δαπανούμε.

Το BBC επικαλείται μάλιστα έρευνα της First Insight που έδειξε ότι το 54% των καταναλωτών δαπανούν από 50 δολάρια και επάνω σε κάθε online αγορά τους στις ΗΠΑ, αλλά το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 71% όταν στους καταναλωτές που ψωνιζουν με φυσική παρουσία στα καταστήματα και τείνουν να περνούν χρόνο στο να κοιτάζουν τα προϊόντα.