Ένας κοινός τραπεζικός λογαριασμός μπορεί να φαίνεται βολικός για την καθημερινή διαχείριση χρημάτων στην οικογένεια, όμως κρύβει σημαντικές φορολογικές παγίδες. Η ΑΑΔΕ δεν περιορίζεται στο ποιος φαίνεται ως συνδικαιούχος· εξετάζει κυρίως ποιος κατάθεσε τα χρήματα και ποιος τα χρησιμοποίησε τελικά.
Αν κάποιος συνδικαιούχος κάνει ανάληψη ή μεταφορά χρημάτων που δεν έχει καταθέσει ο ίδιος, η πράξη μπορεί να θεωρηθεί δώρο ή γονική παροχή. Χωρίς επίσημη δήλωση, η φορολογική αρχή μπορεί να επιβάλει φόρο. Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών έχει αποφανθεί ότι η χρήση χρημάτων από μη καταθέτη γεννά φορολογική υποχρέωση, ενώ η μη δήλωση οδηγεί σε καταλογισμό φόρου.
Η νομοθεσία προβλέπει αφορολόγητο έως 800.000 ευρώ για δωρεές και γονικές παροχές μεταξύ στενών συγγενών (γονείς–παιδιά, σύζυγοι, παππούδες–εγγόνια), αλλά μόνο αν τα χρήματα μεταβιβαστούν με τραπεζική μεταφορά και υποβληθεί η σχετική δήλωση. Η απλή χρήση κοινού λογαριασμού δεν εξαλείφει τη φορολογική υποχρέωση.
Οι φόροι σε περίπτωση μη δήλωσης κυμαίνονται από 10% έως 40%, ανάλογα με τη συγγένεια, ενώ τα μετρητά επιβαρύνονται με 10% χωρίς αφορολόγητο. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται οι «αλυσιδωτές» μεταφορές χρημάτων: αν τα ποσά περάσουν από τρίτους χωρίς συγγένεια πρώτου βαθμού, ο φόρος φτάνει το 20% και δεν ισχύει αφορολόγητο. Επιπλέον, οι μεταβιβάσεις εντός έξι μηνών ενεργοποιούν αυτοματοποιημένους ελέγχους που παρακολουθούν ολόκληρη τη διαδρομή των χρημάτων.
Στην πράξη, μικρά ποσά καθημερινής διαχείρισης ή εύλογες ενισχύσεις σε παιδιά που σπουδάζουν στο εξωτερικό συνήθως δεν δημιουργούν πρόβλημα. Ωστόσο, ο χρυσός κανόνας παραμένει: η τεκμηρίωση είναι το παν. Ιδίως όταν τα χρήματα καταλήγουν σε κοινό λογαριασμό με τρίτο πρόσωπο, πρέπει να είναι σαφές ποιος τα χρησιμοποίησε.
Διαβάστε επίσης:
ΔΥΠΑ: Νωρίτερα φέτος το πρόγραμμα «Κοινωνικός Τουρισμός» - Οι 3 αλλαγές
Αναδρομικά: Ποιοι πληρώνουν φόρο στην Εφορία και ποιοι στην ΑΑΔΕ