Οικονομία

Εργαστήριο ΣΕΒ για μάρκετινγκ στις εξαγωγές

εξαγωγές

Εργαστήριο με θέμα: «Μάρκετινγκ και Διαφήμιση για Πετυχημένες Εξαγωγές» και σκοπό την κατανόηση και αξιοποίηση των εργαλείων αυτών, σύμφωνα με τις ανάγκες των καταναλωτών στις χώρες του εξωτερικού, διοργάνωσε σήμερα ο ΣΕΒ στα γραφεία του.

Οι συμμετέχοντες είχαν την ευκαιρία να ενημερωθούν για συγκεκριμένες πρακτικές μάρκετινγκ και διαφήμισης για την αγορά της Γερμανίας, μιας αγοράς προηγμένης αλλά και με έντονο ανταγωνισμό, αλλά και για την αγορά της Ασίας, μια αγορά αναπτυσσόμενη, με διαφορετική κουλτούρα από το δυτικό κόσμο.

Βασικός εισηγητής ήταν ο κ. Κυριάκος Κυριακόπουλος, Ph.D., Καθηγητής Στρατηγικής και Μάρκετινγκ, Ακαδημαϊκός Διευθυντής του Executive MBA, Ακαδημαϊκός Διευθυντής της Eurobank - ALBA MBA in Financial Services. Ακολούθησαν η κα. Νιόβη Παπαζώτου, Marketing Director, της εταιρείας "COCO - MAT Α.Β.Ε.Ε." και ο κ. Παναγιώτης Δρόσος, Global Business Development Director, της εταιρείας «ΚΟΡΡΕΣ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ Α.Ε.»

Μιλώντας για τη σημασία του εργαστηρίου, ο Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής ΣΕΒ, Δρ. Γιώργος Ξηρογιάννης, σημείωσε ότι η ανάγκη για περισσότερη εξωστρέφεια, είναι ένα από τα μαθήματα της οικονομικής κρίσης, ενώ πρόσθεσε ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν συνειδητοποιήσει ότι λειτουργούν σε ένα διεθνές περιβάλλον, και ότι πρέπει να προσαρμοστούν στο διεθνή ανταγωνισμό με συνεχή ενημέρωση για τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές ως βασική προϋπόθεση επιτυχίας.

Οικονομία

Στροφή προς ενίσχυση της μισθωτής απασχόλησης

Εργαζόμενοι

Στροφή στην ελάφρυνση της μισθωτής εργασίας κάνει η κυβέρνηση με τα μέτρα που προωθεί σταδιακά από φέτος. Συγκεκριμένα, επιταχύνει την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης, ενώ προχωρεί ταχύτερα στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, ελαφρύνοντας με τον τρόπο αυτό όλους τους μισθωτούς αλλά και τις επιχειρήσεις. Οπως είχε αποκαλύψει η «Κ» στις 15 Δεκεμβρίου 2019, η κυβέρνηση σχεδιάζει, αντί της μείωσης το 2020 των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις από το 24% στο 20%, να προκρίνει την ταχύτερη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών εργοδοτών και εργαζομένων.

Οπως ανέφερε ο πρωθυπουργός στη συνέντευξή του στον Alpha, «η φορολόγηση στη μισθωτή εργασία παραμένει αναλογικά υψηλή. Θα ζυγίζουμε αν χρειάζεται η πρόσθετη μείωση της εισφοράς των επιχειρήσεων. Η δυνατότητα για τη μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης θα προκύψει από την απόδοση της οικονομίας και τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων».

Ουσιαστικά η κυβέρνηση προχωρεί σε στροφή της οικονομικής πολιτικής, στηρίζοντας τη μισθωτή εργασία και τη μεσαία τάξη, καθώς μέχρι πρότινος τόσο οι εισηγήσεις όσο και οι αποφάσεις ήταν υπέρ των ελευθέρων επαγγελματιών. Συγκεκριμένα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες επωφελούνται από την αλλαγή της φορολογικής κλίμακας καταβάλλοντας μειωμένους φόρους κατά 1.300 ευρώ, όταν για έναν άγαμο μισθωτό οι μειώσεις δεν ξεπερνούν τα 200-250 ευρώ. Μάλιστα, μέχρι πρότινος υπήρχαν εισηγήσεις για μείωση του τέλους επιτηδεύματος (ακόμα και στο πλαίσιο του κοινωνικού μερίσματος), κάτι που απορρίφθηκε από τον πρωθυπουργό, καθώς κρίθηκε ότι θα πρέπει η οικονομική πολιτική να εστιάσει στη μισθωτή εργασία, στη μεσαία τάξη και στις επιχειρήσεις. Ετσι, λοιπόν, αποφασίσθηκε η ταχύτερη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Είναι ενδεικτικό ότι οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων ανέρχονται στο 12,8% του μισθού, ενώ το κόστος των εργοδοτών στο 20%, τη στιγμή που τα αντίστοιχα ποσοστά στις χώρες του ΟΟΣΑ διαμορφώνονται στο 8,2% και 14,4%, αντιστοίχως.

Με βάση τον σχεδιασμό της κυβέρνησης, στον τομέα της φορολογίας από φέτος θα μειωθεί η εισφορά αλληλεγγύης που καταβάλλουν 2,3 εκατ. εργαζόμενοι, ενώ το 2021 καταργείται. Το κόστος, όπως αναφέρει ανώτατος παράγοντας του υπουργείου Οικονομικών, ξεπερνά το 1,2 δισ. ευρώ, ωστόσο, ειδικά για τη μείωση του 2021, η κατάργηση θα είναι αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς και της μείωσης των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα κατά μία ποσοστιαία μονάδα (από 3,5% του ΑΕΠ σε 2,5%), κάτι που θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να περιορίσει τις επιβαρύνσεις κατά περίπου 1,8 δισ. ευρώ.

Στο σκέλος των εισφορών, η κυβέρνηση θα προχωρήσει στη μείωση τους από το τρέχον έτος τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους εργαζομένους (κόστος 123 εκατ. ευρώ και θα γίνει από τον Ιούλιο του 2020), ενώ το 2021 η κυβέρνηση σχεδιάζει σημαντικά μεγαλύτερη μείωση των εισφορών από αυτή που είχε ανακοινώσει. Συνολικά το σχέδιο της κυβέρνησης προβλέπει τη μείωση των εισφορών εργοδοτών και εργαζομένων (για την πλήρη απασχόληση) κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες και συγκεκριμένα κατά 2,38 μονάδες για τις επιχειρήσεις και κατά 2,62 μονάδες για τους εργαζομένους.

Ειδικότερα, το 2020 θα μειωθεί κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες, κάτι που μεταφράζεται σε ελάφρυνση 2,21% του μη μισθολογικού κόστους. Το μέτρο αφορά περίπου 1,5 εκατ. μισθωτούς, εργαζομένους με πλήρη απασχόληση.

Για το 2021 η κυβέρνηση είχε υπολογίσει τη μείωση κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Πλέον, εξετάζει το 2021 η μείωση να είναι μεγαλύτερη και να φθάσει ενδεχομένως και τις 2 ποσοστιαίες μονάδες, κάτι που θα κοστίσει στον προϋπολογισμό περί τα 900 εκατ. ευρώ.

Στην περίπτωση αυτή, η κυβέρνηση δεν πρόκειται να προχωρήσει στη μείωση των φορολογικών συντελεστών των επιχειρήσεων κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες το 2020 και συγκεκριμένα από το 24% στο 20%. Δεν αποκλείεται, όμως, να αποφασισθεί λίγο πριν από το τέλος του χρόνου, και συγκεκριμένα τον προσεχή Σεπτέμβριο, μικρότερη μείωση του συντελεστή, ενδεχομένως κατά μία ποσοστιαία μονάδα (στο 23%). Ανώτατος παράγοντας του υπουργείου Οικονομικών υποστηρίζει ότι μπορεί να γίνει ένας συνδυασμός μείωσης εισφορών και φορολογικών συντελεστών, έτσι ώστε να κερδίσουν όλοι από τις επερχόμενες αλλαγές.

Σημειώνεται ότι το μέτρο της μείωσης των εισφορών είναι επωφελές για τις μεγάλες επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας, καθώς μειώνονται σημαντικά οι εργοδοτικές εισφορές και αυξάνονται σημαντικά τα κέρδη της επιχείρησης. Για τις μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες είναι και οι περισσότερες στην Ελλάδα, αυξάνονται μεν τα φορολογικά κέρδη, αλλά στο τέλος της ημέρας ο τελικός φόρος δεν μειώνεται σημαντικά. Ο ίδιος παράγοντας επισημαίνει ότι μέσω της μείωσης των εισφορών θα μεγεθυνθεί το εργατικό δυναμικό, εξέλιξη που θα οδηγήσει και στη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος και κατ’ επέκταση των αποδοχών των σημερινών συνταξιούχων.