Αναπάντητα παραμένουν τα ερωτήματα γύρω από την εξαφάνιση του 33χρονου Κωνσταντίνου Ασλανίδη, ο οποίος αγνοείται από τις 7 Αυγούστου 2025, όταν χάθηκαν τα ίχνη του στην Καρύταινα Αρκαδίας.
Ο νεαρός είχε ταξιδέψει από το Περιστέρι, όπου διέμενε με τους γονείς του, προκειμένου να περάσει λίγες ημέρες με συγγενικά του πρόσωπα. Ωστόσο, μια συνηθισμένη έξοδός του εξελίχθηκε σε μυστήριο, καθώς δεν επέστρεψε ποτέ, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί ούτε η μοτοσικλέτα του.
Η υπόθεση παρουσιάστηκε στην εκπομπή «Φως στο Τούνελ» το βράδυ της Παρασκευής, με την οικογένεια του αγνοούμενου να απευθύνει δημόσια έκκληση για πληροφορίες που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διαλεύκανσή της. Παρά τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν από αστυνομικούς, πυροσβέστες και εθελοντές, δεν προέκυψε κάποιο στοιχείο που να αποκαλύπτει τι συνέβη στον 33χρονο.
Η θεία και νονά του, Δήμητρα Κοντοπούλου, αναφέρθηκε στις συνήθειές του κατά την παραμονή του στο χωριό, εξηγώντας ότι περνούσε μεγάλο μέρος του χρόνου του εξερευνώντας τη γύρω περιοχή.
«Είχε έρθει στην Καρύταινα με τη μηχανή του, το βράδυ της Πέμπτης 31 Ιουλίου, από το Περιστέρι όπου ζούσε με τους γονείς του, για να καθίσει λίγες μέρες. Έκανε τις βόλτες του γιατί είναι φυσιολάτρης, πήγαινε στον Λούσιο, περπατούσε».
Οι τελευταίες κινήσεις πριν από την εξαφάνιση
Η συγγενής του περιέγραψε όσα θυμάται από τις τελευταίες ώρες που τον είδε, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα προσωπικά αντικείμενα που άφησε πίσω του.
«Το Σάββατο, γύρω στις 9 παρά τέταρτο, τον είδα στο σπίτι. Τον ρώτησα πού θα πήγαινε, γιατί είδα ότι ετοίμαζε το σακίδιό του και μου είπε ότι θα πήγαινε μία βόλτα στον Λούσιο και θα επέστρεφε. Γύρισε γύρω στις 10:30, έκανε ένα μπάνιο και στις 12 ξαναβγήκε. Απ’ ό,τι είδαμε, είχε πάρει μαζί του μόνο το τηλέφωνο και τα κλειδιά του σπιτιού. Είχε αφήσει το πορτοφόλι του, τον καπνό του και όλα τα υπόλοιπα πράγματά του».
Όσο περνούσαν οι ώρες χωρίς να δώσει σημεία ζωής, η ανησυχία των συγγενών του μεγάλωνε. Οι τηλεφωνικές κλήσεις και τα μηνύματά τους έμεναν αναπάντητα, γεγονός που τους έκανε να φοβούνται ότι είχε συμβεί κάτι σοβαρό.
«Καθώς περνούσε η ώρα, αρχίσαμε να ανησυχούμε. Ξεκινήσαμε να παίρνουμε τηλέφωνο για να τον εντοπίσουμε και δεν απαντούσε ούτε στα τηλέφωνα ούτε σε μηνύματα. Εκεί αρχίσαμε να υποψιαζόμαστε ότι κάτι του έχει συμβεί».
Τι καταγγέλλει η οικογένεια για την αρχική αντίδραση της Αστυνομίας
Οι οικείοι του απευθύνθηκαν στις Αρχές ζητώντας να ξεκινήσουν άμεσα οι αναζητήσεις. Η Δήμητρα Κοντοπούλου υποστήριξε, ωστόσο, ότι κατά την πρώτη επίσκεψή τους στο Αστυνομικό Τμήμα Μεγαλόπολης αντιμετώπισαν καθυστέρηση στη διαδικασία.
«Πήγαμε στο Αστυνομικό Τμήμα Μεγαλόπολης και αναφέραμε την εξαφάνισή του αλλά ο αξιωματικός υπηρεσίας μάς είπε ότι θα έπρεπε να περιμένουμε να περάσουν δύο 24ωρα. Σκεφτήκαμε ότι δεν είναι δυνατόν να αφήσουμε να περάσει τόσος χρόνος από την στιγμή που καταλαβαίναμε ότι κάτι μπορεί να του έχει συμβεί».
Σύμφωνα με την ίδια, ακολούθησαν επικοινωνίες με άλλες αστυνομικές υπηρεσίες, μέχρι που η εξαφάνιση δηλώθηκε επισήμως μετά τις 18:00 και άρχισε η κινητοποίηση για τον εντοπισμό του.
Στην προσπάθεια να ανασυνθέσουν τις κινήσεις του, οι συγγενείς αναζήτησαν υλικό από κάμερες ασφαλείας. Μία από αυτές, σε κοντινή καφετέρια, κατέγραψε τον 33χρονο να κατευθύνεται προς την πλατεία όπου είχε αφήσει τη μοτοσικλέτα του.
«Εκείνο το πρωί πριν φύγει, μίλησε για λίγο με την αδελφή μου και της έλεγε ότι καθάριζε το κράνος του. Δεν είδε κανείς πώς έφυγε. Από την κάμερα ενός καφέ που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση, είδαμε ότι ανέβηκε τα σκαλιά και πήγε προς την πλατεία όπου είχε παρκαρισμένη τη μηχανή του».
Οι πληροφορίες που συγκέντρωσε η οικογένεια έστρεψαν επίσης την προσοχή σε διαδρομές προς μοναστήρια της περιοχής, χωρίς όμως να έχει εξακριβωθεί εάν ο αγνοούμενος κινήθηκε τελικά προς εκείνη την κατεύθυνση.
«Από μία μαρτυρία μάθαμε ότι στην πρώτη του βόλτα ρώτησε ποιος είναι ο καλύτερος δρόμος για να πάει προς τα μοναστήρια και είχε ως πληροφορία ότι το Ελληνικό ήταν καλύτερη διαδρομή. Αυτά τα είχε ρωτήσει την προηγούμενη μέρα».
Η προσωπικότητα του 33χρονου και τα αναπάντητα ερωτήματα
Μιλώντας για τον χαρακτήρα του ανιψιού της, η Δήμητρα Κοντοπούλου τόνισε ότι επρόκειτο για έναν φιλήσυχο άνθρωπο, ο οποίος διατηρούσε ισχυρούς δεσμούς με την ιδιαίτερη πατρίδα του. Όπως είπε, δεν γνώριζε να υπάρχει κάποια προσωπική αντιπαράθεση που θα μπορούσε να συνδέεται με την εξαφάνισή του.
«Ήταν πολύ ήρεμο παιδί, δεν είχε διαπληκτιστεί ποτέ με κανέναν. Αγαπούσε πολύ τον τόπο εδώ γιατί, όπως έλεγε, είχε ζήσει τα καλύτερά του χρόνια με παιχνίδι με φίλους. Δεν υπάρχει κάποιος που θα ήθελε να του κάνει κακό στο χωριό. Είναι μικρός ο τόπος και γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους».
Ο Κωνσταντίνος Ασλανίδης είχε σπουδάσει στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, ενώ το τελευταίο διάστημα είχε αρχίσει να ασχολείται πιο συστηματικά με την πληροφορική. Παρακολουθούσε εκπαιδευτικά προγράμματα και επιδίωκε να αποκτήσει πρόσθετα επαγγελματικά προσόντα στον τομέα της ανάπτυξης εφαρμογών.
Η θεία του ανέφερε ότι η απουσία ευρημάτων εξακολουθεί να αφήνει στην οικογένεια την ελπίδα πως ο 33χρονος μπορεί να βρίσκεται στη ζωή, παρότι οι Αρχές εξετάζουν κάθε πιθανό σενάριο.
«Μελετούσε πολλές ώρες και έπαιρνε πιστοποιήσεις για να εμπλουτίσει το βιογραφικό του γιατί τον ενδιέφερε περισσότερο η πληροφορική. Δεν μπορώ να σκεφτώ τι του έχει συμβεί, ούτε να κάνω υποθέσεις. Δεν έχει νόημα. Δεν έχει βρεθεί τίποτα εδώ κοντά στην περιοχή. Αυτό μας δίνει βέβαια την ελπίδα ότι μπορεί να είναι ακόμα στη ζωή. Όπως μας λένε και από την Ασφάλεια όμως, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά».
Κλείνοντας, απηύθυνε έκκληση σε οποιονδήποτε διαθέτει πληροφορίες για τις κινήσεις του Κωνσταντίνου ή γνωρίζει κάτι σχετικό με την εξαφάνισή του να επικοινωνήσει με τις αρμόδιες Αρχές, ώστε να βοηθήσει την οικογένεια να βρει απαντήσεις.
«Αν υπάρχει κάποιος που έχει δει κάτι, έχει μάθει κάτι, να μας βοηθήσει να μάθουμε τι έχει συμβεί στον Κωνσταντίνο. Θα ήταν ένα δώρο αυτό για εμάς».
Το μυστήριο με την εξαφανισμένη μοτοσικλέτα
Καθοριστικής σημασίας για τη διερεύνηση της εξαφάνισης θεωρείται και ο εντοπισμός της μοτοσικλέτας του 33χρονου, η οποία δεν έχει βρεθεί από την ημέρα που αναχώρησε από την Καρύταινα. Οι κινήσεις του πριν χαθούν οριστικά τα ίχνη του έχουν καταγραφεί σε κάμερες ασφαλείας, ωστόσο η διαδρομή που ακολούθησε στη συνέχεια εξακολουθεί να αποτελεί μυστήριο.
Η θεία και νονά του, Δήμητρα Κοντοπούλου, επέστρεψε μαζί με την κάμερα της εκπομπής στα σημεία από τα οποία πέρασε ο ανιψιός της, παρουσιάζοντας όσα έχουν προκύψει από τις μαρτυρίες και το διαθέσιμο οπτικό υλικό.
«Ο Κωνσταντίνος πάρκαρε τη μηχανή του στην πλατεία, γιατί ο δρόμος που οδηγεί στο σπίτι μας είναι πλακόστρωτος και δεν μπορούσε να την κατεβάσει μέχρι εκεί. Εκείνο το πρωινό πήρε το κράνος, το κινητό και τα κλειδιά του σπιτιού και έφυγε, με κατεύθυνση προς την πλατεία, για να πάρει τη μηχανή του. Εδώ βρίσκεται και η κεντρική εκκλησία, η κάμερα της οποίας τον κατέγραψε να παίρνει τη μηχανή. Παρακολουθώντας το βίντεο, μου έκανε εντύπωση ότι, όταν επέστρεφα, φαίνεται πως με είδε και έκανε ένα βήμα πίσω, σαν να μην ήθελε να τον αντιληφθώ», αναφέρει χαρακτηριστικά η Δήμητρα Κοντοπούλου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί, ο Κωνσταντίνος Ασλανίδης έφυγε από την πλατεία και κινήθηκε προς τα αριστερά, ακολουθώντας τον δρόμο που οδηγεί στον Λούσιο ποταμό και στα μοναστήρια της ευρύτερης περιοχής. Μία ακόμη κάμερα κατέγραψε τη διέλευσή του, χωρίς όμως να έχει εξακριβωθεί τι συνέβη μετά από εκείνο το σημείο.
Η οικογένειά του προσπαθεί να περιορίσει τις πιθανές διαδρομές που θα μπορούσε να έχει επιλέξει, εξετάζοντας ακόμη και περάσματα στα οποία επιτρέπεται η διέλευση μόνο δικύκλων.
«Από εκείνο το σημείο και μετά δεν έχουμε στη διάθεσή μας άλλα στοιχεία. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι δεν κατευθύνθηκε προς το Ατσιχώρι, καθώς υπάρχει κάμερα στον δρόμο που δεν τον κατέγραψε. Υπάρχει, ωστόσο, ένα γεφύρι από το οποίο μπορεί να περάσει μόνο μηχανή, οπότε δεν αποκλείεται να κινήθηκε προς την πλευρά του Λούσιου. Αυτές τις ημέρες θα είχε και τα γενέθλιά του, κάτι που κάνει την αγωνία μας ακόμη πιο δύσκολη. Τον αγαπάμε και τον περιμένουμε», λέει συγκινημένη.
Η μαρτυρία για τον δασοφύλακα και οι φόβοι για τις διαδρομές στο βουνό
Νέα στοιχεία για τις μετακινήσεις του Κωνσταντίνου Ασλανίδη πριν από την εξαφάνισή του προέκυψαν από την περιοχή της Ψηλής Παναγιάς, στην Καρύταινα Αρκαδίας. Σύμφωνα με μαρτυρία, ο 33χρονος γεωπόνος είχε βρεθεί κοντά σε πυροφυλάκιο, όπου συνομίλησε με εποχικό δασοφύλακα, ζητώντας πληροφορίες για κάποιον διαφορετικό δρόμο που θα μπορούσε να ακολουθήσει με τη μοτοσικλέτα του.
Συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα επισκέφθηκαν σημεία στα οποία ο αγνοούμενος πραγματοποιούσε συχνά εξορμήσεις, αναζητώντας ανθρώπους που ενδεχομένως τον είχαν συναντήσει. Κατά τη διάρκεια αυτής της προσπάθειας πληροφορήθηκαν ότι ο συγκεκριμένος δασοφύλακας θυμόταν τον 33χρονο και την ερώτηση που του είχε απευθύνει.
«Τον ρώτησε αν υπήρχε κάποιος άλλος δρόμος ή βατό μονοπάτι για να φύγει πιο γρήγορα με τη μοτοσικλέτα. Ο δασοφύλακας τον συμβούλεψε να επιστρέψει από τον δρόμο που είχε έρθει και να μην αναζητήσει άλλο πέρασμα, καθώς στην περιοχή είχαν προηγηθεί αστυνομικές έρευνες για χασισοφυτείες και υπήρχε κίνδυνος».
Η συγκεκριμένη πληροφορία προσθέτει μία ακόμη παράμετρο στην υπόθεση, καθώς παραμένει άγνωστο εάν ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στο ίδιο σημείο την ημέρα που εξαφανίστηκε. Παράλληλα, η αναφορά σε παλαιότερες αστυνομικές επιχειρήσεις στην περιοχή έχει προκαλέσει προβληματισμό σε ανθρώπους του περιβάλλοντός του, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν την εξαφάνισή του με παράνομη δραστηριότητα.
Μάρτυρας που μίλησε στην εκπομπή «Φως στο Τούνελ» εξέφρασε την ανησυχία του για το ενδεχόμενο ο 33χρονος να βρέθηκε αντιμέτωπος με κάποια επικίνδυνη κατάσταση κατά τη διάρκεια των εξορμήσεών του.
«Δεν ξέρω αν επέστρεψε εκεί την ημέρα που εξαφανίστηκε. Είναι, όμως, μία περιοχή που γνώριζα ότι επισκεπτόταν. Φοβάμαι μήπως είδε κάτι που δεν έπρεπε να δει και του έκαναν κακό. Όλα περνούν πλέον από το μυαλό μου. Όταν προσπάθησα να μάθω αν συνέβαιναν τέτοια πράγματα στην περιοχή, μου είπαν ‘μην μπλέκεις’».
Οι έρευνες στα μοναστήρια και οι μαρτυρίες για την εξαφάνιση του 33χρονου
Στα μοναστήρια της ευρύτερης περιοχής του Λούσιου στράφηκε επίσης η αναζήτηση στοιχείων για την τύχη του Κωνσταντίνου Ασλανίδη, καθώς εξετάστηκε το ενδεχόμενο να είχε επισκεφθεί ή ακόμη και να είχε παραμείνει σε κάποιο από αυτά. Οι αστυνομικές έρευνες επεκτάθηκαν σε χώρους των μονών, ενώ οι μοναχοί κλήθηκαν να δώσουν πληροφορίες για τυχόν παρουσία του αγνοούμενου.
Στην Ιερά Μονή Αιμυαλών, κοντά στη Δημητσάνα, μοναχός που ήταν ενήμερος για την υπόθεση μίλησε για τις έρευνες των Αρχών. Όταν του παρουσιάστηκε φωτογραφία του 33χρονου, εξήγησε ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει με βεβαιότητα εάν τον είχε συναντήσει στο παρελθόν, καθώς από το μοναστήρι περνούν πολλοί επισκέπτες.
«Τώρα εντάξει, αν τον είχα δει και μία φορά δεν έχω συγκρατήσει το πρόσωπό του, βλέπουμε αρκετό κόσμο εδώ στο μοναστήρι».
Αναφορικά με την πιθανότητα ο Κωνσταντίνος να είχε βρει προσωρινό καταφύγιο στη μονή, ο μοναχός διευκρίνισε ότι δεν υπάρχουν εγκαταστάσεις για τη διαμονή επισκεπτών, πέρα από έναν περιορισμένο χώρο που προορίζεται για συγγενείς των μοναχών. Παράλληλα, εξέφρασε την προσωπική του εκτίμηση ότι, έπειτα από τόσο μεγάλο διάστημα χωρίς κανένα εύρημα, είναι δύσκολο να βρίσκεται ο αγνοούμενος στην περιοχή.
«Όχι, δεν διαθέτει η μονή ξενώνες φιλοξενίας, οπότε δεν μπορεί να φιλοξενήσει κάποιον. Έχει μόνο έναν μικρό ξενώνα για συγγενείς μοναχών. Δεν ξέρω τι του έχει συμβεί αλλά εδώ στην περιοχή δεν πρέπει να είναι, γιατί μου φαίνεται απίστευτο μετά από τόσο καιρό να μην έχει βρεθεί ούτε ένα ίχνος του. Μετά από τόσο χρονικό διάστημα δεν γίνεται να μην τον ανακαλύψεις, να μην αναγνωρίσει κάποιος έναν ξένο στο χωριό».
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, οι αστυνομικοί επισκέφθηκαν δύο φορές το μοναστήρι. Η πρώτη παρουσία τους περιορίστηκε σε έναν αρχικό έλεγχο, ενώ στη δεύτερη επιχείρηση, κατόπιν εισαγγελικής εντολής, πραγματοποιήθηκε λεπτομερής έρευνα με τη συνδρομή ειδικά εκπαιδευμένων σκύλων.
«Η Αστυνομία έχει έρθει δύο φορές. Την πρώτη φορά έκαναν έναν τυπικό έλεγχο. Τη δεύτερη με εισαγγελική εντολή ερεύνησαν εξονυχιστικά όλους τους χώρους του μοναστηριού. Μπήκαν στα κελιά, στις αποθήκες. Ήρθαν και με σκυλιά και ερεύνησαν οτιδήποτε ανήκει στη μονή. Κάτι άλλο έχει συμβεί. Αυτό που λένε αρκετοί, ότι με κάποιο τρόπο προσπάθησε να εξαφανιστεί μην αφήνοντας ίχνη πίσω».
Τι προέκυψε από την αναζήτηση στην Ιερά Μονή Φιλοσόφου
Η δημοσιογραφική έρευνα επεκτάθηκε και στην Ιερά Μονή Φιλοσόφου, η οποία βρίσκεται στη χαράδρα του Λούσιου, νότια της Δημητσάνας. Εκεί εξετάστηκε πληροφορία που είχε φτάσει στους συγγενείς του 33χρονου, σύμφωνα με την οποία ένας άνδρας περίπου της ίδιας ηλικίας είχε φιλοξενηθεί στο μοναστήρι κατά το χρονικό διάστημα της εξαφάνισης.
Ο μοναχός με τον οποίο συνομίλησε η δημοσιογράφος διέψευσε ότι ο Κωνσταντίνος είχε διαμείνει στη μονή, εξηγώντας πως κάθε φιλοξενία προϋποθέτει σχετική έγκριση και καταγραφή των στοιχείων του επισκέπτη.
«Δεν ισχύει ότι έχουμε φιλοξενήσει εμείς τον νεαρό. Έχουμε ξενώνα αλλά για να φιλοξενήσουμε κάποιον πρέπει να πάρουμε άδεια απ’ τη μητρόπολη. Η φιλοξενία γίνεται πάντα με ένδειξη και καταγραφή των στοιχείων της ταυτότητας».
Όπως διευκρίνισε, οι χώροι διαμονής χρησιμοποιούνται μόνο όταν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι, κυρίως για την προστασία ανθρώπων που δεν μπορούν να συνεχίσουν με ασφάλεια τη διαδρομή τους. Επιβεβαίωσε ακόμη ότι οι αστυνομικοί πραγματοποίησαν έρευνες σε όλους τους χώρους του μοναστηριού, χωρίς να εξαιρεθούν τα προσωπικά δωμάτια των μοναχών.
«Έχουν κάνει έρευνα και σ’ εμάς οι Αρχές. Έχουν ψάξει με σκυλιά όλο το μοναστήρι, τους έχουμε πάει παντού, ακόμα και στα δωμάτιά μας. Το βασικό είναι όμως ότι δεν φιλοξενούμε παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Αν κάποιος αργήσει για παράδειγμα και δεν μπορεί να πεζοπορήσει τη νύχτα στο μονοπάτι που έχει πέσει και έχουν βάλει σχοινιά για να περάσεις απέναντι».
Στη δημοσιογράφο παρουσιάστηκε επίσης το βιβλίο επισκεπτών, στο οποίο, σύμφωνα με τον μοναχό, δεν υπήρχε καταχώριση του αγνοούμενου. Ο ίδιος στάθηκε και στις δυσκολίες που παρουσιάζει η μορφολογία του εδάφους, επισημαίνοντας ότι σε αρκετά σημεία της διαδρομής από την Καρύταινα υπάρχουν επικίνδυνοι γκρεμοί.
«Μακάρι να ζει ο άνθρωπος. Αλλά όλη διαδρομή από την Καρύταινα μέχρι εδώ είναι όλο γκρεμούς. Αν έχει πέσει κάπου 30 – 40 μέτρα κάτω είναι δύσκολο να βρεθεί».
Η απάντηση της Μητρόπολης για το ενδεχόμενο φιλοξενίας
Η αναζήτηση συνεχίστηκε στην Ιερά Μονή Προδρόμου, ένα μοναστήρι χτισμένο σε απόκρημνο βράχο, όπου η πρόσβαση έχει γίνει ακόμη πιο απαιτητική εξαιτίας κατολισθήσεων που προκλήθηκαν από τις χειμερινές πλημμύρες.
Για να προσεγγίσουν τη μονή, οι επισκέπτες πρέπει να περπατήσουν σε δύσβατα μονοπάτια, ενώ σε ορισμένα τμήματα της διαδρομής έχουν τοποθετηθεί σχοινιά που διευκολύνουν τη διέλευση.
Στο πλαίσιο της έρευνας, η δημοσιογράφος επικοινώνησε με τον Ιωσήφ Αγγελίδη, γενικό αρχιερατικό επίτροπο της Ιεράς Μητροπόλεως Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως. Ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν υπήρξε καμία ένδειξη πως ο Κωνσταντίνος είχε επισκεφθεί το μοναστήρι, ενώ ανέφερε ότι η Μητρόπολη είχε ήδη ενημερώσει εγγράφως τις μονές για την εξαφάνισή του.
«Δεν ήρθε στο μοναστήρι καθόλου. Εμείς είχαμε ψάξει, είχαμε στείλει και έγγραφο από τη μητρόπολη προς τις ιερές μονές αλλά δεν τον έχει δει κανένας. Ήρθε και η Αστυνομία και έψαξε. Δεν είναι τόσο μεγάλα τα μοναστήρια ώστε να μην μπορούμε να τον βρούμε, ούτε θα τον κρύβαμε ενώ ανησυχούν οι γονείς του. Ακόμα κι αν ήθελε να μείνει, θα του λέγαμε πήγαινε να τα βρεις με την οικογένειά σου και μετά εμείς εδώ είμαστε».
«Δεν βρήκαμε κανένα ίχνος του»
Στην επιτόπια έρευνα της εκπομπής συνέδραμε ο πρόεδρος της τοπικής κοινότητας, Γιώργος Κοτέλος, ο οποίος είχε συμμετάσχει από την πρώτη στιγμή στις προσπάθειες εντοπισμού του 33χρονου.
«Συμμετείχα στις έρευνες που έγιναν με βάση το στίγμα από το κινητό του τηλέφωνο, από την πρώτη κιόλας ημέρα, λίγο πριν νυχτώσει. Ελάτε να σας δείξω», λέει και επιβιβάζεται στο όχημά του μαζί με το συνεργείο της εκπομπής.
«Ο πρώτος δρόμος που ερευνήσαμε ήταν αυτός προς το Ατσίχωλο, καθώς σκεφτήκαμε μήπως είχε πάει μία βόλτα προς το ποτάμι. Ελέγξαμε όλη την περιοχή στα αριστερά του δρόμου, μέχρι κάτω στο ποτάμι. Από εδώ υπάρχουν πολλές επιλογές για να κινηθεί κανείς. Γι’ αυτό αναγκαστήκαμε να οργανωθούμε σε τρία-τέσσερα αυτοκίνητα και να ψάχνουμε μέχρι το πρωί. Ελέγχαμε με φακούς τις στροφές και τα δύσβατα σημεία, αλλά δεν βρήκαμε κανένα ίχνος του. Από εδώ μπορεί κάποιος να κινηθεί προς την Τρίπολη, την Αθήνα, την Ηλεία, ακόμη και προς την Αχαΐα. Με τη μηχανή, μάλιστα, μπορεί να μετακινηθεί πιο εύκολα, καθώς υπάρχουν σημεία όπου δεν μπορεί να περάσει αυτοκίνητο. Υπάρχει και ένας κλειστός δρόμος προς τη Μονή Προδρόμου, από τον οποίο μπορεί να περάσει μόνο μηχανή. Ενδεχομένως να είχε διαφύγει προς τα εκεί», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Όπως εξηγεί, την επόμενη ημέρα στις έρευνες συμμετείχε και η Αστυνομία, αξιοποιώντας drone για τον έλεγχο ολόκληρης της έκτασης που είχαν ήδη ερευνήσει οι ίδιοι.
«Τα σημεία αυτά είναι δύσβατα και δεν μπορεί να φτάσει κανείς εύκολα, ούτε με αυτοκίνητο ούτε με μηχανή. Υποθέσαμε ότι μπορεί να είχε αφήσει τη μηχανή του και να συνέχισε πεζός. Ερευνήσαμε ολόκληρο το φαράγγι, καθώς η περιοχή που καλύπτει το στίγμα του κινητού του είναι αρκετά μεγάλη, με την απόσταση να φτάνει περίπου τα 12 χιλιόμετρα, μέχρι το Ελληνικό».
«Θα έπρεπε τουλάχιστον να είχαμε εντοπίσει τη μηχανή του»
Ο Γιώργος Κοτέλος προσθέτει πως γνώριζε προσωπικά τον Κώστα, καθώς ήταν συνομήλικος με τον γιο του και οι δυο τους έκαναν παρέα.
Φτάνοντας κοντά στο γεφύρι, η δημοσιογράφος της εκπομπής και ο πρόεδρος της κοινότητας συνεχίζουν την έρευνα εξετάζοντας τα πιθανά περάσματα και τα σημεία από τα οποία θα μπορούσε να είχε κινηθεί ο αγνοούμενος.
«Το καλοκαίρι υπάρχει αρκετός κόσμος στην περιοχή, οπότε είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι κάποιος δεν θα είχε δει κάτι. Ακόμη κι αν ήταν ξένος, αν είχε αντιληφθεί οτιδήποτε, θα μπορούσε να το αναφέρει. Αν, ωστόσο, είχε σταματήσει κάπου για να συνεχίσει πεζός, θα έπρεπε τουλάχιστον να είχαμε εντοπίσει τη μηχανή του. Η κάμερα του χωριού στο Ατσίχωλο δεν τον έχει καταγράψει, χωρίς όμως να γνωρίζουμε αν λειτουργούσε σωστά εκείνη την περίοδο. Το μικρό γεφύρι έχει αποκλειστεί από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, ωστόσο μία μηχανή θα μπορούσε να περάσει. Από κάτω περνά ο Λούσιος, ενώ από αυτό το σημείο θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς τη Στεμνίτσα ή τη Δημητσάνα».
Έρευνες πραγματοποιήθηκαν και σε αυτό το σημείο, χωρίς να εντοπιστεί κάποιο στοιχείο που να οδηγεί στον αγνοούμενο.
«Μακάρι όποιος μπορεί να βοηθήσει να το κάνει, για χάρη της οικογένειας», καταλήγει.
«Η μηχανή του ήταν μια χαρά. Την είχε περίπου τέσσερα χρόνια και είχε έρθει με αυτήν από την Αθήνα. Αν παρουσίαζε κάποιο πρόβλημα, θα απευθυνόταν στον γαμπρό μου, που γνωρίζει από μηχανές. Δεν είχε όμως κανένα πρόβλημα», αναφέρει η θεία και νονά του αγνοούμενου γεωπόνου Κώστα Ασλανίδη.
«Το οδικό δίκτυο της περιοχής είναι επικίνδυνο»
Ο πρόεδρος της Λέσχης Μοτοσικλετιστών Μεσσηνίας, Δημήτρης Τζανετάκος, μίλησε στη δημοσιογράφο της εκπομπής κοντά στο γεφυράκι της Καρύταινας, όπου τον Αύγουστο του 2025 είχε συμμετάσχει και ο ίδιος στις έρευνες για τον εντοπισμό του αγνοούμενου.
«Ερευνήσαμε ολόκληρη την περιοχή, μέχρι και αρκετά πιο κάτω, τόσο με μοτοσικλέτες όσο και μαζί με την ΕΜΑΚ και τις υπόλοιπες υπηρεσίες που συμμετείχαν στις έρευνες. Πήγαμε παντού, ακόμη και σε ιδιαίτερα απόκρημνα σημεία. Ήμασταν 10 μοτοσικλέτες, περίπου 20 άτομα και διανύσαμε μία μεγάλη διαδρομή περνώντας από τη Μεγαλόπολη, την Καρύταινα, την Στεμνίτσα και τη Δημητσάνα, σχηματίζοντας έναν μεγάλο κύκλο. Το οδικό δίκτυο της περιοχής είναι επικίνδυνο. Υπάρχουν δρόμοι χωρίς προστατευτικές μπάρες και κάθε στροφή μπορεί να κρύβει μία παγίδα που δεν είναι εύκολο να προβλέψεις», λέει χαρακτηριστικά.
Όπως εξηγεί, ο 33χρονος γεωπόνος οδηγούσε μια Yamaha Fazer μεγάλου κυβισμού. Ωστόσο, η ενδυμασία του το μεσημέρι της εξαφάνισής του, τον Αύγουστο του 2025, δεν ήταν κατάλληλη για μία διαδρομή με μία τέτοια μοτοσικλέτα.
«Φορούσε μόνο κράνος, αθλητικά παπούτσια, ένα φανελάκι και μία βερμούδα. Δεν είχε τον απαραίτητο προστατευτικό εξοπλισμό, που θα μπορούσε να περιορίσει τη σοβαρότητα των τραυματισμών σε περίπτωση πτώσης, μικρής ή μεγάλης. Οι έρευνες διήρκεσαν μήνες και γνωρίζω ότι ακόμη και σήμερα οι συγγενείς του συνεχίζουν να αναζητούν απαντήσεις. Δυστυχώς, δεν έχει βρεθεί κανένα στοιχείο. Δεν αποκλείεται να συνέβη κάποιο ατύχημα με διερχόμενο όχημα, το οποίο κινούνταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Ενδεχομένως, κάποιος οδηγός να παρατηρούσε το τοπίο και να μην αντιλήφθηκε εγκαίρως την παρουσία του. Σε ολόκληρο το επαρχιακό δίκτυο υπάρχουν κλειστές στροφές, οι λεγόμενες ‘τυφλές’ όπως τις αποκαλούμε στη μοτοσικλετιστική ορολογία. Από εκεί και πέρα, το γεγονός ότι δεν βρέθηκε η μηχανή είναι ένα διαφορετικό ζήτημα», επισημαίνει.
«Εύχομαι να βρίσκεται κάπου»
Τονίζει ότι αν είχε προηγηθεί απότομο φρενάρισμα λόγω κάποιου ατυχήματος, θα ήταν αναμενόμενο να υπάρχουν ίχνη στο οδόστρωμα. Ωστόσο, δεν εντοπίστηκε κάτι τέτοιο.
«Αυτό που βλέπουμε εδώ, όπως και σήμερα, είναι χώματα και σαθρά υλικά στο οδόστρωμα, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ολίσθηση αν κάποιος τα πατήσει. Επιπλέον, ο δρόμος είναι παλιός. Δυστυχώς θα μπορούσε να έχει συμβεί κάποιο ατύχημα. Η συγκεκριμένη μοτοσικλέτα είναι παλαιότερης τεχνολογίας και δεν διαθέτει σύστημα GPS, ώστε να μπορεί κάποιος να εντοπίσει ανά πάσα στιγμή τη θέση της μέσω κινητού τηλεφώνου ή δορυφορικής σύνδεσης. Στη δική μου μηχανή, αντίθετα, υπάρχει σύγχρονος εξοπλισμός και οι δικοί μου άνθρωποι μπορούν να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή πού βρίσκομαι», εξηγεί δείχνοντας τη μοτοσικλέτα του.
Αναφερόμενος στις θερμικές κάμερες που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των ερευνών, επισημαίνει ότι η τεχνολογία αυτή δεν θα ήταν απαραίτητα σε θέση να εντοπίσει τη μοτοσικλέτα, εάν εκείνη βρισκόταν σε σημείο καλυμμένο από βλάστηση.
«Δυστυχώς, οι θερμικές κάμερες που χρησιμοποιήθηκαν στις έρευνες δεν θα μπορούσαν απαραίτητα να εντοπίσουν τη μηχανή. Το μέταλλο θα ανέπτυσσε υψηλότερη θερμοκρασία μόνο αν το χτυπούσε ο ήλιος. Αν όμως η μηχανή βρισκόταν κάτω από κάποιο φυτό ή δέντρο, μπορεί να μην ήταν ορατή μέσω της θερμικής απεικόνισης. Όσο για το σώμα του Κώστα, θα εξέπεμπε θερμότητα μόνο εάν ήταν ζωντανός. Αυτό που εύχομαι τώρα είναι να βρίσκεται κάπου το παιδί, να μας δει και να επικοινωνήσει μαζί μας, να χτυπήσει ένα τηλέφωνο και να μας πει ότι είναι καλά. Πάνω απ’ όλα, το εύχομαι για την οικογένειά του, που περνάει πολύ δύσκολες στιγμές», καταλήγει συγκινημένος.
«Τελευταία φορά τον είδα…»
Ο Διονύσης Γκίκας, φίλος του εδώ και 16 χρόνια, θυμάται τις τελευταίες τους συναντήσεις και τα όνειρα που έκανε ο αγνοούμενος για το μέλλον του.
«Τελευταία φορά τον είδα δύο-τρεις ημέρες πριν φύγει. Είχαμε βγει για έναν περίπατο και λέγαμε τα νέα μας. Μου μιλούσε για τα σχέδιά του και ήταν πολύ χαρούμενος με την πιστοποίηση που είχε πάρει στον προγραμματισμό, καθώς έκανε αιτήσεις σε διάφορες εταιρίες. Το τελευταίο επτάμηνο είχε αρπάξει τη ζωή από τα μαλλιά και εξελισσόταν. Ήθελε να συνδυάσει τη γεωπονία που είχε σπουδάσει με τον προγραμματισμό, αυτοματοποιώντας γεωπονικές έρευνες», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Όπως εξηγεί, ο Κώστας είχε πάει στην Καρύταινα για να ξεκουραστεί, έχοντας μαζί του και το λάπτοπ του, ώστε να συνεχίσει τις εργασίες του. Στις τηλεφωνικές τους επικοινωνίες ακουγόταν ευδιάθετος, καθώς έκανε βόλτες με τη μηχανή του, γνώριζε κόσμο και απολάμβανε τη φύση.
«Μου έλεγε πόσο είχε κουραστεί όλο αυτό το διάστημα, αλλά και πόσα πράγματα είχε καταφέρει. Του άρεσε πολύ ο Λούσιος και άλλα όμορφα σημεία της περιοχής, όπου πήγαινε για να απολαμβάνει το τοπίο», προσθέτει, δείχνοντας στη δημοσιογράφο της εκπομπής τα μηνύματα που είχαν ανταλλάξει λίγο πριν χαθούν τα ίχνη του.
«Το μόνο που θέλω είναι να βρεθεί»
Η φίλη του, Χριστίνα Λιακούρη, περιγράφει το σοκ που υπέστη όταν έμαθε για την εξαφάνισή του. Αρχικά πίστεψε πως επρόκειτο για φάρσα, καθώς ο Κώστας δεν συνήθιζε να απαντά εύκολα στο τηλέφωνο.
Τον θυμάται ως έναν εξαιρετικό φίλο, που ήξερε πάντα να κάνει τους άλλους να γελούν.
«Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είχε εξαφανιστεί, ακόμη κι όταν μου το επιβεβαίωσαν. Την επόμενη ημέρα πήγα με δύο φίλες μου στην Καρύταινα για να βοηθήσουμε στις έρευνες. Ψάξαμε σε γκρεμούς, μήπως είχε πέσει με τη μηχανή του, αλλά και στα γύρω χωριά. Δεν βρήκαμε ούτε ένα ίχνος του. Ήταν πολύ προσεκτικός οδηγός και το γνωρίζω και από προσωπική εμπειρία, καθώς έχω υπάρξει συνοδηγός του. Όλη αυτή η κατάσταση μας έχει επηρεάσει βαθιά. Το μόνο που θέλω είναι να βρεθεί, να είναι καλά και να επιστρέψει κοντά μας», λέει συγκινημένη.
Ο Διονύσης Γκίκας θυμάται και την ημέρα που πληροφορήθηκε την εξαφάνιση, όταν η αδερφή του Κώστα επικοινώνησε μαζί του, ανησυχώντας επειδή εκείνος είχε φύγει από το μεσημέρι και δεν απαντούσε στο τηλέφωνό του.
«Αμέσως φοβήθηκα ότι είχε συμβεί κάποιο ατύχημα με τη μηχανή. Την επόμενη ημέρα πήγαμε στην Καρύταινα με τον αδερφό μου και έναν φίλο μας για να συμμετάσχουμε στις έρευνες μαζί με τους εθελοντές. Οι άνθρωποι εκεί έκαναν πάρα πολλά για να βοηθήσουν. Ο Κώστας ήταν πολύ αγαπητός», αναφέρει.
Ο ίδιος τονίζει πως ο φίλος του δεν του είχε μιλήσει ποτέ για μοναστήρια ή για κάποια ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία και αδυνατεί να εξηγήσει τι μπορεί να έχει συμβεί.
«Ήταν ένα χαρούμενο παιδί, με στόχους και όνειρα. Δεν περνάει ημέρα που να μην τον σκέφτομαι. Όσο προσπαθώ να καταλάβω τι έχει συμβεί, τόσο βυθίζομαι κι εγώ στο σκοτάδι. Εύχομαι να βοηθήσετε, μαζί με την Αστυνομία, ώστε να βρεθεί και να λυθεί αυτή η υπόθεση. Το μόνο που θέλω είναι να βρεθεί ο φίλος μου» καταλήγει.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Καύσιμα και ενέργεια: Παρατείνονται τα μέτρα στήριξης – Τι θα ισχύει
Κλείνει η αυλαία της σεζόν στην Κρήτη: Η «ψαλίδα» μεταξύ αφίξεων και εσόδων
Δυο τροχαία στον ΒΟΑΚ: Συγκρούσεις οχημάτων και μεγάλη καραμπόλα