Οικονομία

Ισχυρή αύξηση στις εξαγωγές τροφίμων

 εξαγωγές

Το Ισραήλ είναι γνωστό πως είναι μια χώρα με ξηρό κλίμα, υψηλές θερμοκρασίες και όχι εύφορη γη. Με ουσιαστική επένδυση και έρευνα κατάφερε να μετατρέψει την άνυδρη γη του σε έναν από τους πιο παραγωγικούς τόπους και πρωτοπορεί σε οπωροκηπευτικά προϊόντα, όπως η ντομάτα. Η παραγωγικότητα της γης είναι 7.300 ευρώ ανά εκτάριο, όταν στην Ελλάδα είναι 2.500 ευρώ ανά εκτάριο, ενώ στην Ολλανδία, μια εξαιρετικά εύφορη χώρα, η παραγωγικότητα της γης είναι 8.500 ευρώ/εκτάριο.

Η γειτονική Ιταλία εξάγει ελαιόλαδο το οποίο είναι 100% τυποποιημένο. Αντιθέτως, μόνο το 27% του ελαιολάδου που εξάγει η Ελλάδα είναι τυποποιημένο, ενώ το 73% εξάγεται χύμα στην Ιταλία, η οποία το επανεξάγει τυποποιημένο και καρπώνεται φυσικά την υπεραξία.
Εάν η Ελλάδα ακολουθούσε αυτά και άλλα πολλά παραδείγματα, ο αγροτοδιατροφικός της τομέας θα μπορούσε, σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, να έχει όφελος 13 δισ. ευρώ σε όρους προστιθέμενης αξίας, με την ανάπτυξη και την εξωστρέφεια να είναι συνεχής και όχι συγκυριακή, συνέπεια άλλων παραγόντων, όπως η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας ή η πανδημία. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Σύμφωνα με τη μελέτη της ΕΤΕ, εάν αξιοποιηθούν κατάλληλα τόσο οι διαθέσιμοι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, ύψους 31 δισ. ευρώ, όσο και η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) με πόρους 19,2 δισ. ευρώ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αγροδιατροφικός τομέας εμφάνισε εντυπωσιακή ανθεκτικότητα το 2020, σημειώνοντας οριακή άνοδο κύκλου εργασιών, έναντι πτώσης 14% για τη λοιπή βιομηχανία. Βασικό στήριγμα του κλάδου ήταν η αύξηση εξαγωγών, η οποία έφτασε το 11% για τα τρόφιμα ποτά, έναντι 3% για το σύνολο των προϊόντων, αύξηση η οποία χαρακτηρίστηκε από το μεγάλο εύρος τόσο ως προς τα εξαγόμενα προϊόντα (με φρούτα – λαχανικά και γαλακτοκομικά να ξεχωρίζουν), όσο και ως προς τους προορισμούς. Επιπλέον, στη διάρκεια της χρηματοοικονομικής κρίσης, και συγκεκριμένα την περίοδο 2009-2020, οι εξαγωγές τροφίμων κατέγραψαν μεν αύξηση 60%, ωστόσο η αύξηση αυτή στην ουσία απλώς αντιστάθμισε την πτώση της εγχώριας κατανάλωσης.

Συγκεκριμένα, οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών προσέγγισαν σε αξία τα 6 δισ. ευρώ το 2020 έναντι 3,7 δισ. ευρώ το 2010, έναντι αύξησης 50% στις λοιπές εξαγωγές την ίδια περίοδο. Η εντυπωσιακή αυτή αύξηση των εξαγωγών συνοδεύτηκε από άνοδο των μεριδίων αγοράς των ελληνικών τροφίμων στο εξωτερικό. Ειδικότερα, οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων έφτασαν το 2020 να καλύπτουν το 1,4% των ευρωπαϊκών εξαγωγών από 1,2% το 2019 και το 0,5% των παγκόσμιων εξαγωγών από 0,4% το 2019.

Οι βασικές διαρθρωτικές αδυναμίες που επιβραδύνουν την ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα και στην ουσία περιορίζουν και τη δυναμική της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών είναι οι ακόλουθες:

• Μικρό μέγεθος αγροτικών μονάδων (6,6 εκτάρια κατά μέσον όρο έναντι 15,2 εκτάρια κατά μέσον όρο στην Ευρώπη) το οποίο δεν ευνοεί οικονομίες κλίμακας και αυξάνει το κόστος παραγωγής.

• Χαμηλή χρήση έρευνας και ανάπτυξης (0,5% της προστιθέμενης αξίας έναντι 1,8% στην Ευρώπη).

• Χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης: λιγότερο από το 7% των αγροτών στην Ελλάδα έχει τουλάχιστον βασική εκπαίδευση έναντι 32% στην Ευρώπη και 62% στη Μεσόγειο.

• Χαμηλός βαθμός τυποποίησης: 20% χαμηλότερα από την Ευρώπη και 66% χαμηλότερα από τη Μεσόγειο, κάτι που κρατάει χαμηλά τις τιμές.

• Υστέρηση στην αξιοποίηση συνεταιριστικών σχημάτων: 17% της αγροτικής παραγωγής έναντι 42% στη Μεσόγειο και 39% στην Ευρώπη.

Διαβάστε επίσης:

ΑΑΔΕ: Επτά λουκέτα για φοροδιαφυγή στη Μύκονο

Πληρωμές: Τι καταβάλλεται στους δικαιούχους από 2 - 6 Αυγούστου

Οικονομία

ΕΛΣΤΑΤ: Ο μέσος Έλληνας δεν μπορεί να καλύψει βασικές ανάγκες ύψους 395 ευρώ

ΕΛΣΤΑΤ

Αποκαρδιωτικά είναι τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την οικονομική κατάσταση που βρίσκονται τα νοικοκυριά της χώρας.

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ η στέρηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών δεν αφορά μόνο τον φτωχό πληθυσμό αλλά και μέρους του μη φτωχού πληθυσμού της χώρας.

Η στέρηση αυτή αφορά δυσκολία ανταπόκρισης στην πληρωμή έκτακτων οικονομικών αναγκών, αδυναμία κάλυψης εξόδων για διακοπές μίας εβδομάδας το χρόνο, αδυναμία διατροφής που να περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας ή ψάρι, αδυναμία πληρωμής για ικανοποιητική θέρμανση της κατοικίας, έλλειψη βασικών αγαθών, όπως πλυντήριο ρούχων, έγχρωμη τηλεόραση, τηλέφωνο, αυτοκίνητο, αδυναμία αποπληρωμής δανείων ή αγορών με δόσεις, δυσκολίες στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών όπως αναφέρει η ΕΛΣΤΑΤ.

Δυσκολίες για το 40% του μη φτωχού πληθυσμού

Χαρακτηριστικό είναι ότι το 96,7% των φτωχών νοικοκυριών και το 40,8% των μη φτωχών δηλώνει οικονομική δυσκολία να καλύψει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες ύψους περίπου 395 ευρώ.

Αυτό προκύπτει από την έρευνα για την υλική στέρηση το 2020 της ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα επίσης με την οποία:

Τα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν ελλείψεις βασικών ανέσεων στην κύρια κατοικία κατατάσσονται, κατά καθεστώς ιδιοκτησίας, ως εξής:

-το 6,2% των νοικοκυριών διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία με οικονομικές υποχρεώσεις (δάνειο, υποθήκη, κ.λπ.),

-το 4,9% διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις (δάνειο, υποθήκη, κ.λπ.),

-το 8,6% διαμένει σε ενοικιασμένη κατοικία,

-το 8,1% διαμένει σε δωρεάν παραχωρημένη κατοικία.

Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου ανέρχεται σε 29% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 25,8% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 43,9% για τον φτωχό πληθυσμό. Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου είναι μεγαλύτερο στην περίπτωση της ηλικιακής ομάδας έως και 17 ετών και ανέρχεται σε 43,2% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 38,4% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 61,2% για τον φτωχό πληθυσμό.

Το 45,8% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των μη φτωχών νοικοκυριών εκτιμάται σε 5,3%.

Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν οικονομική αδυναμία να έχουν ικανοποιητική θέρμανση τον χειμώνα ανέρχεται σε 17,1%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φτωχά νοικοκυριά είναι 39,1% και για τα μη φτωχά νοικοκυριά 12,4%.

Περιβαλλοντικά προβλήματα από παρακείμενη βιομηχανία ή προβλήματα από την κυκλοφορία αυτοκινήτων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει το 20,2% των νοικοκυριών, ενώ ποσοστό 18,1% των νοικοκυριών αναφέρει ως πρόβλημα τους βανδαλισμούς και την εγκληματικότητα στην περιοχή του.

Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν επιβάρυνση από το κόστος στέγασης ανέρχεται σε 33,3%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φτωχά νοικοκυριά είναι 83,4% και για τα μη φτωχά νοικοκυριά 22,5%.

Το 43,7% των νοικοκυριών που έχουν λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων.

Το 50,1% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει δυσκολία στην έγκαιρη πληρωμή πάγιων λογαριασμών, όπως αυτών του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου, κ.λπ.

Το 71,6% των φτωχών νοικοκυριών αναφέρει μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση των συνήθων αναγκών του με το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά του.

Το ελάχιστο μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα για την αντιμετώπιση των αναγκών των νοικοκυριών της χώρας ανέρχεται, κατά δήλωσή τους, σε 2.000 ευρώ. Τα φτωχά νοικοκυριά χρειάζονται 1.915 ευρώ, ενώ τα μη φτωχά νοικοκυριά 2.018 ευρώ.

Το 19,7% των φτωχών νοικοκυριών, το 6,5% των μη φτωχών νοικοκυριών και το 8,8% του συνόλου των νοικοκυριών δεν διαθέτουν ένα τουλάχιστον ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, ενώ το 9% των φτωχών νοικοκυριών, το 1,8% των μη φτωχών και το 3% του συνόλου των νοικοκυριών δεν διαθέτουν προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αν και τον χρειάζονται, λόγω οικονομικής αδυναμίας.

Ως προς την υλική στέρηση που σχετίζεται με την οικονομική δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών σχετικών με κοινωνικές δραστηριότητες- για άτομα ηλικίας 16 ετών και άνω- προέκυψαν τα ακόλουθα ευρήματα:

-Το 13,1% του πληθυσμού δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να συναντιέται (στο σπίτι ή κάπου αλλού) με φίλους ή συγγενείς για ένα γεύμα ή ένα ποτό τουλάχιστον μια φορά το μήνα. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό και τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 31,4% και 9,4%.

-Το 26,9% του πληθυσμού δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να συμμετέχει τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής, όπως αθλητισμό, σινεμά κ.λπ. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό και τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 49% και 22,4%.

-Το 37,2% του πληθυσμού δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ξοδεύει χρήματα για τον εαυτό του ή για κάποιο χόμπι χωρίς να συμβουλευτεί κάποιο άλλο μέλος του νοικοκυριού. Το ποσοστό εκτιμάται στο 65,4% για τον φτωχό πληθυσμό και στο 31,3% για τον μη φτωχό πληθυσμό.

-Το 4% του πληθυσμού δεν διαθέτει σύνδεση στο διαδίκτυο για οικιακή χρήση λόγω έλλειψης οικονομικής δυνατότητας. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό και τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 12,3% και 2,3%.

Σχετικά με την υγεία του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, προκύπτουν τα εξής:

-Το 6,7% δήλωσε ότι έχει πολύ κακή ή κακή υγεία, το 14,7% μέτρια, ενώ το 78,6% πολύ καλή ή καλή υγεία.

-Το 23,7% έχει χρόνιο πρόβλημα υγείας.

-Το 9,8% για διάστημα έξι μηνών ή περισσότερο είχε περιορίσει, λόγω δικού του προβλήματος υγείας, κάποιες, συνήθεις για τον γενικό πληθυσμό δραστηριότητες ή είχε δυσκολευτεί σε αυτές πάρα πολύ, ενώ το 13,6% είχε, αλλά όχι πάρα πολύ.

-Το 25,6% δήλωσε ότι υπήρξε περίπτωση, κατά την διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών, που πραγματικά χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία για πρόβλημα υγείας και δεν υποβλήθηκε σε αυτήν. Τα ποσοστά για τον φτωχό και μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 51,2% και 20,9%, αντίστοιχα.

-Το 36,9% ότι υπήρξε περίπτωση, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών, που δεν υποβλήθηκε σε ιατρική εξέταση ή θεραπεία όταν πραγματικά την χρειάστηκε λόγω της πανδημίας. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό και μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 10% και 51,2%.

-Το 30,5% δήλωσε ότι υπήρξε περίπτωση, κατά την διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών, που πραγματικά χρειάστηκε οδοντιατρική εξέταση ή θεραπεία για πρόβλημα υγείας και δεν υποβλήθηκε σε αυτήν. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό και μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 56,1% και 26,3%. Το 22,4% του αντίστοιχου πληθυσμού δεν υποβλήθηκε στην εξέταση λόγω COVID-19.

Ένας στους τρεις αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας

Στο 28,9% του πληθυσμού της χώρας (3.043.869 άτομα) ανέρχονταν πέρυσι (εισοδήματα 2019) ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό, παρουσιάζοντας μείωση σε σχέση με το 2019 κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες (3.161.936 άτομα που αντιστοιχούσαν στο 30% του πληθυσμού).

Το μέσο ισοδύναμο ατομικό διαθέσιμο εισόδημα ανήλθε σε 10.041 ευρώ, αυξημένο κατά 7% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Το 5,9% των νοικοκυριών δήλωσε ότι το εισόδημα του αυξήθηκε κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες, ενώ το 21,8% ότι μειώθηκε και το 72,3% ότι παρέμεινε το ίδιο.

Σύμφωνα με τη σχετική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, το 14,5% δήλωσε ότι ο κύριος λόγος αύξησης ή μείωσης του εισοδήματος ήταν η πανδημία, εκ των οποίων το 2,9% δήλωσε ότι αυξήθηκε το εισόδημα του και το 13% ότι μειώθηκε.

Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 5.269 ευρώ ετησίως ανά μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 11.064 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών, και ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 8.781 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας εκτιμήθηκε σε 17.263 ευρώ.

Το 2020, το 17,7% του συνολικού πληθυσμού της χώρας ήταν σε κίνδυνο φτώχειας. Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 701.405 σε σύνολο 4.115.678 νοικοκυριών και τα μέλη τους σε 1.856.081 στο σύνολο των 10.514.769 ατόμων του εκτιμώμενου πληθυσμού της χώρας.

Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 20,9% σημειώνοντας πτώση κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2019, ενώ για τις ομάδες ηλικιών 18- 64 ετών και 65 ετών και άνω ανέρχεται σε 18,4% και 13%, αντίστοιχα.

Σε 5 περιφέρειες (Ιόνια Νησιά, Αττική, Κρήτη, Νότιο Αιγαίο και Ήπειρος) καταγράφονται ποσοστά κινδύνου φτώχειας χαμηλότερα από αυτό του συνόλου της χώρας, ενώ σε 8 περιφέρειες (Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησος, Βόρειο Αιγαίο, Κεντρική Μακεδονία, Δυτική Μακεδονία, Ανατολική Μακεδονία και Θράκη και Δυτική Ελλάδα) τα αντίστοιχα ποσοστά είναι υψηλότερα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Αξιολόγηση Κομισιόν: Ταχύτερη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας

ΕΚΤ: Οι τράπεζες της Νότιας Ευρώπης κινδυνεύουν από την κλιματική αλλαγή

Αγορά ακινήτου: Έρχονται 4 νέες πλατφόρμες - εργαλεία επιλογής

ESPA BANNER