Κόσμος

Βραζιλία: Ρεκόρ θανάτων από αστυνομική βία

βραζιλία

Η αστυνομία του Ρίο ντε Ζανέιρο σκότωσε 1.810 ανθρώπους μέσα στο 2019, σπάζοντας τα προηγούμενα ρεκόρ της, μία αύξηση κατά 18% που μεταφράζεται σε πέντε νεκρούς ανά ημέρα.

Στα στοιχεία που δημοσίευσε σήμερα το Ινστιτούτο Δημόσιας Ασφάλειας της τοπικής κυβέρνησης του Ρίο (ISP), καταγράφεται πάντως μείωση 19% στις δολοφονίες από πρόθεση (εκτός αστυνομίας) στο σύνολο της Πολιτείας, με 3.995 περιπτώσεις (έναντι 4.950 το 2018).

Τα στοιχεία τούτα αποτελούν τον απολογισμό της πρώτης χρονιάς διοίκησης του Ρίο από τον νέο κυβερνήτη Βίλσον Βίτζελ, ο οποίος εξελέγη χάρις στην ιδεολογική εγγύτητά του με τον ακροδεξιό πρόεδρο της χώρας Ζαΐχ Μπολσονάρου. Ο ίδιος έχει κατά καιρούς υποστηρίξει τη χρήση ακροβολισμένων ελεύθερων σκοπευτών της αστυνομίας, ώστε να εξουδετερώνονται από απόσταση οι ύποπτοι που διαθέτουν όπλο.

«Όταν βλέπουμε πως οι δυνάμεις της τάξης είναι υπεύθυνες για πάνω από το ένα τρίτο των βιαίων θανάτων, αυτό καταδεικνύει μέχρι ποίου βαθμού το μοντέλο ασφαλείας μας χαρακτηρίζεται από την αστυνομική βία»,τόνισε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Σίλβα Ράμος, ειδικός στο Κέντρο Ερευνών για την Ασφάλεια των Πολιτών (CESEC) του πανεπιστημίου Κάντζιντου Μέντες, καταγγέλοντας τον κυβερνήτη πως η τακτική του εστιάζεται στην «άμεση σύγκρουση κι όχι στην πληροφόρηση και τον σχεδιασμό».

Σύμφωνα με τον ίδιον, ο Βίτζελ «ξεκίνησε τη θητεία του με μία πολύ επιθετική ρητορεία, όμως οι παράπλευρες συνέπειες, ιδίως τα παιδιά που έχαναν τη ζωή τους από αδέσποτες σφαίρες, είχαν τέτοια απήχηση που τον έκαναν να αλλάξει τακτική». Ενδεικτική είναι η περίπτωση της μικρής Άγκατα, που είχε σοκάρει όλη τη χώρα και οδήγησε τον εισαγγελέα να διατάξει τη σύλληψη ενός αστυνομικού, που η έρευνα απέδειξε πως η σφαίρα προήλθε από το όπλο του.

Για του λόγου το αληθές, τα στοιχεία του ΙSP δείχνουν προοδευτική μείωση του αριθμού των νεκρών από χέρι αστυνομικού κατά τη διάρκεια του β’ εξαμήνου (196 τον Ιούλιο, 173 τον Αύγουστο, 154 τον Σεπτέμβριο, 144 τον Οκτώβριο, 135 τον Νοέμβριο και 124 τον Δεκέμβριο).

Κόσμος

Ντόναλντ Τραμπ: Κατέθεσε μήνυση εναντίον των New York Times

Ντόναλντ Τράμπ

Καθεστώς φόβου προσπαθεί να εγκαθιδρύσει στις ΗΠΑ ο εκκεντρικός εκατομμυριούχος Ντόναλντ Τραμπ, λίγο πριν τις εκλογές του Νοεμβρίου.

Έτσι, οι υπεύθυνοι της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσαν την Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ κατέθεσε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση εναντίον της εφημερίδας «The New York Times» εξαιτίας άρθρου που είχε δημοσιευτεί τον Μάρτιο του 2019 κι έκανε λόγο περί συμφωνίας μεταξύ του ενοίκου του Λευκού Οίκου με τον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν για να ενισχυθούν οι πιθανότητες νίκης του ακόμη τότε υποψήφιου των Ρεπουμπλικάνων στις προεδρικές εκλογές του 2016.

Είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ ή η ομάδα που διεξάγει την προεκλογική εκστρατεία του προσφεύγουν στη δικαιοσύνη και ασκούν μήνυση εναντίον ΜΜΕ. Ο μεγιστάνας των ακινήτων επικρίνει συχνά τους Times, όπως και άλλα μέσα ενημέρωσης, ήδη από την αρχή της πρώτης του εκστρατείας, το 2015.

Η οργάνωση «Ο Ντόναλντ Τζ. Τραμπ πρόεδρος» ζητεί αποζημίωση και τόκους ύψους «εκατομμυρίων δολαρίων», αναφέρεται στη μήνυση. Το – υποτίθεται – δυσφημιστικό άρθρο γνώμης φέρει την υπογραφή του Μαξ Φράνκελ, άλλοτε εκτελεστικού διευθυντή της NYT, από το 1986 ως το 1994. Ο αρθρογράφος διατεινόταν σε αυτό το κείμενο, που δημοσιεύθηκε την 27η Μαρτίου 2019, πως «δεν υπήρχε ανάγκη για αθέμιτη σύμπραξη μεταξύ της ομάδας που διεξήγαγε την εκστρατεία του Τραμπ και του Βλαντίμιρ Πούτιν, διότι είχαν κλείσει ευρύτερη συμφωνία: βοήθεια εναντίον της Χίλαρι Κλίντον με αντάλλαγμα μια νέα φιλορωσική πολιτική».

«Όταν τύπωναν τους ισχυρισμούς αυτούς, οι Times γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν ήταν αληθείς», ανέφερε στη μήνυση που υπογράφεται από τον δικηγόρο της Τσαρλς Χάρντερ η εκστρατεία του Τραμπ, χωρίς να διευκρινίζει πως το κείμενο δημοσιεύθηκε στις σελίδες με τα άρθρα γνώμης, ότι δηλαδή επρόκειτο για άποψη, όχι για είδηση. «Οι Times τους δημοσίευσαν όμως παρότι γνώριζαν ότι ήταν ψευδείς και ότι εξαπατούσαν τους αναγνώστες τους», συνεχίζει το κείμενο της μήνυσης της εκστρατείας του Τραμπ.

Η απόφαση να δημοσιευθεί το επίδικο κείμενο ελήφθη, συνεχίζει η μήνυση, εξαιτίας της «ακραίας κατεύθυνσης» των Times και της «εχθρότητας» της σύνταξής της έναντι του Τραμπ, αλλά και για «να επηρεαστεί με ανάρμοστο τρόπο» η κοινή γνώμη ενόψει των προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου του 2020».

Εκπρόσωπος της εφημερίδας τόνισε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι η εκστρατεία του Τραμπ προσέφυγε στη δικαιοσύνη «για να τιμωρήσει έναν αρθρογράφο διότι είχε άποψη που θεωρεί απαράδεκτη». Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «ευτυχώς», ο νόμος «προστατεύει το δικαίωμα των Αμερικανών να εκφράζουν τις κρίσεις τους και τα συμπεράσματά τους, ειδικά όταν πρόκειται για γεγονότα που είναι σημαντικά για τη διαμόρφωση γνώμης».

Στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε χθες για το σχέδιο της κυβέρνησής του όσον αφορά στην αντιμετώπιση της επιδημίας του κορονοϊού, ο Αμερικανός πρόεδρος διεμήνυσε ότι ενδέχεται να ακολουθήσουν κι άλλες: «Οι Τimes έχουν γράψει πολλά λαθεμένα πράγματα τα τελευταία χρόνια», είπε και πρόσθεσε πως θα περιμένει «να υπάρξει δικαστική απόφαση» για τη μήνυση. «Και θα ακολουθήσουν κι άλλες», συμπλήρωσε.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αποκαλέσει «εχθρό του λαού» τον Τύπο, σχολίασε ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος διεκδικεί το χρίσμα των Δημοκρατικών Κόμματος προκειμένου να είναι ο υποψήφιος του κόμματος στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου, «και σήμερα, εμπνεόμενος από φίλους του δικτάτορες στον κόσμο, αποπειράται να καταργήσει την ελευθερία του Τύπου (…) επιτιθέμενος στους New York Times. Αρκετά».