Επιστήμη

Γονίδιο θα βοηθήσει τους επιστήμονες στην καταπολέμηση του Πάρκινσον

54bc707590fe88b6dad5ae67fc6d57b4_xl.jpg

Ένα γονίδιο πιθανότατα στο μέλλον να βοηθήσει ως προς τη μείωση χορήγησης φαρμάκων σε ασθενείς με νόσο Πάρκινσον.
Επιστήμονες από τις ΗΠΑ ανακοίνωσαν στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας στη Βοστόνη, ότι με την έγχυση ενός γονιδίου στον εγκέφαλο 10 ασθενών κατόρθωσαν να μειώσουν έως και 35% τις δόσεις της λεβοντόπας που έπαιρναν, καθώς και να αυξήσουν κατά 4 ώρες το 24ωρο τις ώρες δίχως ενοχλητική δυσκινησία.
Όπως είπε ο επικεφαλής της μελέτης Dr. Paul S. Larson, καθηγητής Κλινικής Νευροχειρουργικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Σαν Φρανσίσκο, οι ασθενείς που αρχίζουν να παίρνουν φάρμακα, έχουν τόσο καλή ανταπόκριση τα πρώτα χρόνια ώστε νομίζουν ότι θεραπεύτηκαν. Όταν όμως περάσει ο «μήνας του μέλιτος», όπως τον αποκαλούν, τα κινητικά συμπτώματα επιστρέφουν επίμονα, παρά τις αυξανόμενες και συχνότερες δόσεις της λεβοντόπας. Αυτό ως φαίνεται οφείλεται στην σταδιακή απώλεια και των κυττάρων που παράγουν το ένζυμο AADC.
Οι ερευνητές θέλησαν να εξακριβώσουν εάν θα μπορούσαν να διορθώσουν το πρόβλημα, κάνοντας έγχυση του γονιδίου που κωδικοποιεί το ένζυμο AADC σε μία δομή του εγκεφάλου που λέγεται κέλυφος του φακοειδούς πυρήνα και παίζει καθοριστικό ρόλο στις κινήσεις.
Το γονίδιο τοποθετήθηκε σε έναν αβλαβή ιό και η έγχυση έγινε με μικροχειρουργική επέμβαση ενόσω οι ασθενείς βρίσκονταν σε μαγνητικούς τομογράφους, ώστε να βλέπουν οι γιατροί με ακρίβεια το σημείο της έγχυσης.
Οι ερευνητές ήλπιζαν ότι μόλις το γονίδιο του AADC εξαπλωνόταν στα κύτταρα του κελύφους, θα «γυρνούσε πίσω το ρολόι του χρόνου», ώστε να ξαναρχίσει η λεβοντόπα να μετατρέπεται σε ντοπαμίνη. Πρωταρχικός στόχος της έρευνάς τους, όμως, ήταν να αξιολογήσουν την ασφάλεια της γονιδιοθεραπείας τους και δευτερεύων στόχος να αξιολογήσουν την έκφραση και τη δραστηριότητα του ενζύμου AADC μετά τη θεραπεία. Γι’ αυτό οι 10 ασθενείς που συμμετείχαν στη μελέτη τους έπασχαν από προχωρημένη νόσο Πάρκινσον.
Όπως διαπίστωσαν, η θεραπεία ήταν καλά ανεκτή από όλους, αφού δεν εκδήλωσαν ιδιαίτερες παρενέργειες, ενώ έξι μήνες μετά την έγχυση η ενζυμική δραστηριότητα είχε αυξηθεί έως 56%, ανάλογα με την δόση του γονιδίου που χορηγήθηκε (δοκιμάστηκαν δύο διαφορετικές δόσεις, μία χαμηλή και μία υψηλή).
Επιπρόσθετα, στους 12 μήνες από την έγχυση η κινητική λειτουργία και η ποιότητα ζωής των ασθενών είχε βελτιωθεί αισθητά και έτσι μπόρεσαν να μειώσουν τις δόσεις της λεβοντόπας που έπαιρναν.
Η διαφορά δεν μοιάζει εντυπωσιακή και η μελέτη είναι μικρή. Ωστόσο ένας κορυφαίος Έλληνας ειδικός εκφράζει «συγκρατημένη αισιοδοξία» ότι θα μπορούσε να αποτελέσει την απαρχή για κάτι καλύτερο στο μέλλον.
O νευρολόγος Παναγιώτης Ι. Ζήκος, υπεύθυνος του Ιατρείου Νόσου Πάρκινσον & Συναφών Διαταραχών του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας και υπεύθυνος του Ιατρείου Επεμβατικής Αντιμετώπισης Πάρκινσον στο Νοσοκομείο Μετροπόλιταν, επισημαίνει ότι είναι συναρπαστικό και ελπιδοφόρο το αποτέλεσμα, αλλά η μελέτη αυτή αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη φάση των κλινικών δοκιμών, ο αριθμός των ασθενών είναι πολύ μικρός και πρέπει να είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι διότι έχουμε δει θεραπείες να αποτυγχάνουν ακόμα και στο τελικό στάδιο των κλινικών δοκιμών.
Επιπλέον, όπως λέει, πρέπει να δούμε πόσο καιρό θα διαρκέσει η “αναγέννηση” της παραγωγής του ενζύμου, καθώς και αν θα επαληθευτούν αυτά τα ενθαρρυντικά πρώτα ευρήματα σε μεγαλύτερες πληθυσμούς ασθενών. Και βεβαίως πρέπει να δούμε αν θα υπάρξουν μακροπρόθεσμες παρενέργειες από τη μέθοδο. Παρόλα αυτά, είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα που θα μπορούσε στο μέλλον να παρατείνει τη διάρκεια της ανταπόκρισης των ασθενών στα φάρμακα και την καλή ποιότητα ζωής που επιτυγχάνεται με αυτά.

Επιστήμη

Εμβόλια Pfizer και AstraZeneca: Δύο δόσεις αρκούν για την μετάλλαξη "Δέλτα"

εμβολιασμός

Δύο δόσεις του εμβολίου της Pfizer ή της AstraZeneca κατά της COVID-19 είναι περίπου το ίδιο αποτελεσματικές κατά του παραλλαγμένου στελέχους Δέλτα του νέου κορωνοϊού, που παρουσιάζει υψηλή μεταδοτικότητα, όπως ήταν και κατά της προηγούμενης κυρίαρχης παραλλαγής Άλφα, σύμφωνα με μία έρευνα που δημοσιοποιήθηκε την Τετάρτη.

Οι αξιωματούχοι δηλώνουν ότι τα εμβόλια είναι αποτελεσματικά σε υψηλό ποσοστό κατά του παραλλαγμένου στελέχους Δέλτα, που τώρα έχει εξελιχθεί στην κυρίαρχη παραλλαγή σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωστόσο, η ίδια μελέτη επισημαίνει ότι μόνο μία δόση των εμβολίων δεν είναι αρκετή για υψηλή προστασία.

Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στην Υγειονομική Επιθεώρηση της Νέας Αγγλίας, επιβεβαιώνει τα ευρήματα που περιληπτικά είχαν δημοσιοποιηθεί το Μάιο από το Σύστημα Δημόσιας Υγείας της Αγγλίας σχετικά με την αποτελεσματικότητα των εμβολίων κατά της COVID-19 των Pfizer-BioNTech και των Oxford-AstraZeneca βάσει δεδομένων σε πραγματικές συνθήκες.

Η έρευνα εντόπισε ότι δύο δόσεις του εμβολίου της Pfizer είναι αποτελεσματικές σε ποσοστό 88% για την πρόληψη της νόσου με συμπτώματα από το παραλλαγμένο στέλεχος Δέλτα, σε σύγκριση με ποσοστό 93,7% κατά του παραλλαγμένου στελέχους Άλφα, με τα στοιχεία να είναι σε γενικές γραμμές περίπου τα ίδια με αυτά που είχαν δημοσιοποιηθεί προηγουμένως.

Οι δύο δόσεις του εμβολίου της AstraZeneca είναι αποτελεσματικές κατά 67% κατά της παραλλαγής Δέλτα, με το ποσοστό αυτό να είναι αυξημένο από την προστασία σε ποσοστό 60%, που είχε αναφερθεί αρχικά.

Το ίδιο εμβόλιο είναι αποτελεσματικό σε ποσοστό 74,5% κατά του παραλλαγμένου στελέχους Άλφα, σε σύγκριση με την αρχική εκτίμηση αποτελεσματικότητας σε ποσοστό 66%.

«Μόνο περιορισμένες διαφορές στην αποτελεσματικότητα των εμβολίων εντοπίστηκαν για το παραλλαγμένο στέλεχος Δέλτα σε σύγκριση με το παραλλαγμένο στέλεχος Άλφα, μετά τη λήψη δύο δόσεων εμβολίου», όπως έγραψαν στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας ερευνητές του Συστήματος Υγείας της Αγγλίας.

Τα στοιχεία από το Ισραήλ έδειξαν μικρότερη αποτελεσματικότητα του εμβολίου της Pfizer κατά της νόσησης με συμπτώματα, παρά το γεγονός ότι η προστασία κατά της ασθένειας με σοβαρά συμπτώματα παραμένει υψηλή.

Το Σύστημα Υγείας της Αγγλίας είχε προηγουμένως ανακοινώσει ότι η πρώτη δόση οποιουδήποτε εμβολίου από αυτά τα δύο είναι αποτελεσματική περίπου σε ποσοστό 33% κατά της νόσησης με συμπτώματα από το παραλλαγμένο στέλεχος Δέλτα.

Η πλήρης μελέτη που δημοσιεύτηκε χθες εντόπισε ότι μία δόση από το εμβόλιο της Pfizer είναι αποτελεσματική σε ποσοστό 36%, ενώ μία δόση από το εμβόλιο της AstraZeneca είναι αποτελεσματική σε ποσοστό περίπου 30%.

«Τα ευρήματά μας για μειωμένη αποτελεσματικότητα μετά την πρώτη δόση θα υποστηρίξουν τις προσπάθειες για τη βελτιστοποίηση της πρόσληψης δύο δόσεων μεταξύ των ευάλωτων ομάδων στο πλαίσιο της μεταδοτικότητας του παραλλαγμένου στελέχους Δέλτα», σύμφωνα με τα όσα έγραψαν οι συμμετέχοντες στην έρευνα.

 

Διαβάστε επίσης:

Στα 76 της χρόνια πήρε απολυτήριο λυκείου με 19,8

Κορωνοϊός - Αντισώματα: Για πόσους μήνες παραμένουν υψηλά μετά τη λοίμωξη