Επιστήμη

Σχεδόν όλοι οι βάτραχοι και οι σαλαμάνδρες έχουν την ικανότητα να λάμπουν!

Αμφίβια που λάμπουν

Μέχρι σήμερα οι επιστήμονες γνώριζαν μόνο τρία είδη βατράχων και ένα είδος σαλαμάνδρας που διέθεταν βιοφωταύγεια, παράγουν δηλαδή το δικό τους απόκοσμο πράσινο-μπλε φως. Τώρα, σύμφωνα με νέες επιστημονικές εκτιμήσεις, η εικόνα αυτή ανατρέπεται, καθώς σχεδόν όλα τα αμφίβια φαίνεται πως έχουν την ίδια ικανότητα να λάμπουν.

Η βιοφωταύγεια συμβαίνει όταν το φως που πέφτει πάνω σε ένα ζωντανό οργανισμό, απορροφάται και στη συνέχεια εκπέμπεται ξανά σε διαφορετικό μήκος κύματος. Αρκετά πλάσματα της θάλασσας έχουν βιοφωταύγεια, αλλά λίγα πράγματα ήσαν γνωστά έως τώρα για τα αμφίβια.

Οι βιολόγοι του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Μινεσότα Τζένιφερ Λαμπ και Μάθιου Ντέιβις, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Scientific Reports", εξέτασαν δειγματοληπτικά 32 διαφορετικά είδη αμφίβιων (κυρίως βάτραχους και σαλαμάνδρες), τα οποία εξέθεσαν σε μπλε ή υπεριώδες φως. Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας φασματόμετρο, μέτρησαν τα μήκη κύματος του φωτός που εκπεμπόταν από τα ζώα και διαπίστωσαν ότι όλα είχαν βιοφωταύγεια, αν και το καθένα με το δικό του διακριτό τρόπο.

Μερικά αμφίβια έχουν κηλίδες βιοφωταύγειας πάνω στο σώμα τους, άλλα βιοφωταυγείς ρίγες και άλλα διαθέτουν οστά με βιοφωταύγεια. Ορισμένα έχουν βιοφωταύγεια σε ολόκληρο το σώμα τους. 

Τα μάτια των αμφίβιων διαθέτουν ειδικά κύτταρα που ανιχνεύουν το πράσινο και μπλε φως, κάτι που βοηθά αυτά τα ζώα να εντοπίζουν το ένα το άλλο. Από την άλλη, η βιοφωταύγεια μπορεί να αποθαρρύνει πιθανούς θηρευτές ή να βοηθά τα αμφίβια να καμουφλάρονται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες φωτισμού στο περιβάλλον. Σε μερικά είδη υπάρχουν διαφορές στη βιοφωταύγεια μεταξύ αρσενικών και θηλυκών, κάτι πιθανώς σχετίζεται με την αναπαραγωγή.

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι οι πρόγονοι των αμφίβιων είχαν αναπτύξει τη βιοφωταύγεια, γι' αυτό είναι τόσο διαδεδομένη στους απογόνους τους σήμερα.

Επιστήμη

Καθηγητής Χατζηχριστοδούλου στο Ράδιο Κρήτη: Φθίνουσα η πορεία του ιού μετά τις 15 Απριλίου

χρήστος χατζηχριστοδούλου

Μετά τις 15 Απριλίου η επιδημιολογική καμπύλη στη χώρα μας θα έχει φθίνουσα πορεία: αυτό υποστήριξε, μιλώντας στο ΡΑΔΙΟΚΡΗΤΗ και την εκπομπή του Λευτέρη Βαρδάκη, ο καθηγητής Υγιεινής και Επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Χρήστος Χατζηχριστοδούλου, ο οποίος συμμετέχει στην 25μελή επιτροπή υπό τον καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα που συνιστά τον στρατηγικό πυρήνα της μάχης που δίνει η χώρα μας ενάντια στον κορωνοϊό. 

Σύμφωνα με τον καθηγητή, μετά από αυτήν την ημερομηνία θα υπάρξει μια σταδιακή άρση των περιοριστικών μέτρων και σε συνδυασμό με τη διενέργεια διαγνωστικών τεστ, θα αναπτυχθεί ένα σύστημα παρακολούθησης περιοχών – εστιών του νέου ιού και η εφαρμογή μέτρων επιλεκτικά σε αυτές τις περιοχές. 

Εξέφρασε την άποψη ότι η εποχικότητα- το καλοκαίρι που έρχεται και οι υψηλές θερμοκρασίες- θα έχουν επίδραση στη μεταδοτικότητα του ιού και πρόσθεσε ότι μέχρι τότε το Εθνικό Σύστημα Υγείας θα έχει ενισχυθεί με περισσότερες κλίνες και ότι από το χειμώνα, οπότε και αναμένεται το δεύτερο επιδημικό κύμα, θα έχει κτιστεί σε ένα βαθμό «ανοσία αγέλης» και στον ελληνικό πληθυσμό. 

Τόνισε, πάντως, ότι το RNA του νέου κορωνοϊού παραμένει αχαρτογράφητο, η ανάπτυξη εμβολίου δεν αναμένεται πριν το 2022, ενώ έως το Φθινόπωρο θα έχουν προκύψει ορισμένες αξιόπιστες θεραπευτικές προσεγγίσεις. 

Ο καθηγητής επέλεξε στον επίλογό του να εκπέμψει αισιοδοξία λέγοντας «Είναι κάτι που θα περάσει. Δεν ήρθε για να μείνει επ' αόριστον.»

Το ερευνητικό έργο του καθηγητή Υγιεινής και Επιδημιολογίας -αλλά και αναπληρωτή προέδρου του Ιατρικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας- περιλαμβάνει δεκάδες επιδημίες που έχουν ενσκήψει στη χώρα, μικρότερης ή μεγαλύτερης έξαρσης. Μεταξύ άλλων, έχει ασχοληθεί με τη νόσο των λεγεωνάριων, τον δάγκειο πυρετό, την ιλαρά, την ιογενή μηνιγγίτιδα, τη βρουκέλλωση.

Από το 2012 μέχρι το 2015 ήταν επιστημονικός υπεύθυνος στο Ειδικό Πρόγραμμα Ελέγχου για τον Ιό του Δυτικού Νείλου και την Ελονοσία σε όλη τη χώρα, ενώ τη διετία 2016-17 επικεντρώθηκε στη μελέτη της νόσου στην περιοχή του Ευρώτα. Με δεδομένο ότι για τη θεραπεία της λοίμωξης covid-19 χορηγούνται και σκευάσματα που χορηγούνται για την ελονοσία, αντιλαμβάνεται κάποιος τη σημασία της συμμετοχής του σε αυτή την ομάδα.

Ακούστε τη συνέντευξη του Καθηγητή: