Απόψεις

Να ρυθμιστεί ή όχι η βραχυχρόνια μίσθωση; Του Φώτη Κοκοτού

φώτης κοκοτός

Η βραχυχρόνια μίσθωση (“AirBnB”) ρυθμίζεται ανά την Ευρώπη, σε πολλές πόλεις/προορισμούς, με διαφορετικό τρόπο στον κάθε τόπο. Θεωρώ πως αυτή η προσέγγιση είναι η σωστή, δηλαδή με βάση τις τοπικές ανάγκες κι όχι από το κεντρικό κράτος με τρόπο ενιαίο για όλη την επικράτεια. Δυστυχώς, το θέμα έχει αναχθεί από ορισμένους σε ιδεολογική κόντρα μεταξύ «φιλελεύθερων» και «σοσιαλιστών», πράγμα το οποίο είναι όχι μόνο ατυχές αλλά και ατελέσφορο. Υπάρχουν πραγματικές ανάγκες, πραγματικά προβλήματα, και πρέπει να αναζητήσουμε τρόπο αντιμετώπισής τους χωρίς ιδεοληπτικές παρωπίδες.

Ξεκινώ από τα δεδομένα, διότι πρέπει να συμφωνούμε τουλάχιστον στα γεγονότα.

Γεγονός πρώτο: Το φαινόμενο «υπερτουρισμός» έχει ήδη εμφανιστεί σε πολλά μέρη και έχει τύχει ρύθμισης από τις τοπικές κοινωνίες σε όλα τα τουριστικά καταλύματα, από ξενοδοχεία ως διαμερίσματα, ακόμη και κρουαζιερόπλοια. Παραδείγματα ρύθμισης της βραχυχρόνιας μίσθωσης υπάρχουν διεθνώς πολλά, ενίοτε πολύ αυστηρά, ακόμη και με απαγορεύσεις. Τα ενοίκια αυξάνονται και τα διαθέσιμα σπίτια μειώνονται, ειδικά σε περιοχές με υπερτουρισμό.  Άρα, όταν κάποιος μιλάει για ρυθμίσεις, είτε είναι ο υπουργός είτε οποιοσδήποτε πολίτης, δεν παρουσιάζει τίποτα το καινοφανές.

Γεγονός δεύτερο: στην Ελλάδα, ψηφίστηκε το 2016 ο νόμος 4446 που με το άρθρο 111 ρύθμισε τη βραχυχρόνια μίσθωση θεσπίζοντας ειδικό μητρώο, όριο 2 ακινήτων ανά ΑΦΜ και 90 ημερών ανά ακίνητο (60 στα νησιά), εισοδηματικό όριο (12000€), καθώς και πρόστιμα για παραβάτες. Εκπρόσωποι του τουρισμού είχαν φέρει αντιρρήσεις τότε, είχαν προτείνει εναλλακτικές, κι εγώ προσωπικά έχω καταφερθεί εναντίον εκείνων των ρυθμίσεων, σε άρθρα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Γεγονός τρίτο: Τον Ιούλιο του 2019 μέρος του νόμου 4446/16 δεν είχε ακόμη εφαρμοστεί, όπως συμβαίνει με πολλούς νόμους σε αυτή τη χώρα. Ενώ είχε γίνει μητρώο ακινήτων και είχαν εφαρμοστεί τα φορολογικά μέτρα, δεν είχαν εφαρμοστεί οι περιορισμοί. Μερικά πρόσφατα δημοσιεύματα παρουσίασαν τα μέτρα εκείνα ως «νέες ιδέες» του νέου υπουργού τουρισμού. Κατόπιν, ορισμένοι δημοσιογράφοι και σχολιαστές, αφού συνειδητοποίησαν πως τα μέτρα υπήρχαν ήδη στο νόμο, διαμαρτυρήθηκαν για την ενδεχόμενη ενεργοποίησή τους χρησιμοποιώντας ιδεολογικά επιχειρήματα, δηλαδή λέγοντας πως δεν είναι «φιλελεύθερα» (όπως χαρακτήρισαν τη νέα κυβέρνηση), αλλά «σοσιαλιστικά» (της προηγούμενης), καθώς κι επιχειρήματα εκλογικής χροιάς (ψήφοι των ιδιοκτητών ακινήτων που μετακινούνται από τη μία παράταξη στην άλλη ανάλογα με το συμφέρον τους).

Γεγονός τέταρτο: Εμείς είμαστε τουριστικοί επιχειρηματίες και συνεργαζόμαστε με όλες τις κυβερνήσεις, είτε «φιλελεύθερες» είτε «σοσιαλιστικές», προσπαθώντας να προάγουμε τα συμφέροντα του κλάδου και της χώρας γενικότερα. Κάποιοι σχολιαστές διαδίδουν πως τα μέτρα του 2016 τα σκαρφιστήκαμε εμείς («οι ξενοδόχοι», όπως λένε), πράγμα που είναι ψευδές. Δυστυχώς, έχει αναπαραχθεί ακόμη και σε ΜΜΕ, ενώ δεν έχει αποσυρθεί παρά τις ενστάσεις. Το μόνο αληθές για «τους ξενοδόχους» είναι πως προτείναμε να μην επιβαρυνθούν τα καταλύματα με το νέο «φόρο διανυκτέρευσης», αλλά να εισπραχθούν τα 75εκ. από την τουριστική βραχυχρόνια μίσθωση, πράγμα που δεν έγινε. Τελικά, πήραν από τον ήδη υπερφορολογημένο τουρισμό πάνω από 200εκ. και –βεβαίως– τα ξόδεψαν.

Γεγονός πέμπτο: Ρυθμίσεις στον τουριστικό κλάδο υπάρχουν χιλιάδες. Τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και διαμερίσματα με «σήμα ΕΟΤ», για παράδειγμα, υπόκεινται σε μια γραφειοκρατία πολύ πιο περίπλοκη κι επιβαρυντική από οτιδήποτε ισχύει τώρα για τα ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης. Πρόκειται για την ίδια οικονομική δραστηριότητα, την τουριστική μίσθωση δηλαδή, αλλά για δύο πολύ διαφορετικά καθεστώτα. Ήδη, πολλοί επιχειρηματίες που μπορούσαν να «κλείσουν βιβλία» μεταπήδησαν στη βραχυχρόνια. Για πολλούς άλλους, αυτό είναι πρακτικά αδύνατον ακόμη.

Μετά τα γεγονότα, ας πάμε τώρα στις απόψεις.

Άποψη πρώτη: Θα ήταν καλύτερο να εξαπλουστευθεί το καθεστώς των «με σήμα ΕΟΤ» ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων και δωματίων, ώστε να μοιάζει με εκείνο της βραχυχρόνιας και, ει δυνατόν, να φτάσουμε σε ένα “level playing field” όπου θα ισχύει το ίδιο καθεστώς για όλα τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και διαμερίσματα, ή έστω μόνο για τα τουριστικώς ενοικιαζόμενα (κι όχι, για δασκάλους, π.χ.)

Άποψη δεύτερη: Οι ρυθμίσεις από το κεντρικό κράτος δεν ανταποκρίνονται στις πολλές και διαφορετικές τοπικές ανάγκες, γι’ αυτό και είναι πάντα καλύτερα να εφαρμόζεται η φιλελεύθερη «αρχή της επικουρικότητας», μια θεμελιώδης αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή οι αποφάσεις να λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο κόντα στον πολίτη και την τοπική κοινωνία.

Άποψη τρίτη: Ο πραγματικός «ανταγωνιστής» της βραχυχρόνιας μίσθωσης είναι η μακροχρόνια μίσθωση, δηλαδή η κατοικία. Η στρέβλωση του ανταγωνισμού που εμφανίζεται στην τουριστική αγορά με τα δύο καθεστώρα θα μπορέσει κάποτε να αρθεί, καθώς οφείλεται στην υπερρύθμιση των μεν και την απουσία ρύθμισης των δε. Αλλά το πρόβλημα της κατοικίας είναι τελείως διαφορετικό.

Και φτάνουμε έτσι στα ζητούμενα.

Ζητούμενο πρώτο: Οι «φιλελεύθεροι» σχολιαστές, για τους οποίους θα έλεγα πως δικαίως καταφέρονται εναντίον της υπερρύθμισης στην τουριστική μίσθωση, να προτείνουν συγκεκριμένες καταργήσεις και απλοποιήσεις. Το να λες απλώς «όχι» σε νέες ρυθμίσεις είναι εύκολο, αλλά το να καταργήσεις παλιές ρυθμίσεις δύσκολο. Το αναγνωρίζω ευχερώς. Αλλά δεν είναι τίμιο να παίζεις μόνο το εύκολο παιχνίδι και να ειρωνεύεσαι ως «σοσιαλιστές» όσους παίζουν το δύσκολο.

Ζητούμενο δεύτερο: Όλοι οι σχολιαστές, είτε «φιλελεύθεροι» είτε «σοσιαλιστές», να ασχοληθούν με το πραγματικό πρόβλημα κατοικίας στους προορισμούς που πλήττονται από υπερτουρισμό, προτείνοντας συγκεκριμένες πολιτικές που θα υποκαταστήσουν την ανάγκη ρυθμίσεων, όπως για παράδειγμα τις επεκτάσεις σχεδίων οικισμών, αυξήσεις συντελεστών δόμησης, επιδοτήσεις ενοικίων για φοιτητές και δημοσίους υπαλλήλους, ή οτιδήποτε άλλο τούς υπαγορεύει η ιδεολογία τους. Όχι μόνο ιδεολογικό σχολιασμό από την κερκίδα. Να κατέβουν στο γήπεδο την πραγματικής ζωής.

Ζητούμενο τρίτο: Να μετατεθεί το πεδίο αυτής της συζήτησης στις τοπικές κοινωνίες, κι όχι να περιμένουμε «μαγικές» λύσεις από το κεντρικό κράτος. Αφού κάθε περιοχή έχει διαφορετικές ανάγκες, ακόμη και κάθε γειτονιά ή κάθε χωριό, να δοθούν τα εργαλεία στις τοπικές κοινωνίες για να πάρουν στα χέρια τους την ευθύνη της επίλυσης των ιδιαίτερων προβλημάτων στέγασης που εκείνες αντιμετωπίζουν.

Όσον με αφορά προσωπικά, αντιμετωπίζω σκωπτικά τις προσωπικές επιθέσεις εναντίον μου από «φιλελεύθερους» και «σοσιαλιστές», κι ελπίζω να δουν τα ζητήματα στην πραγματική τους διάσταση.

Φώτης Κοκοτός, Τουριστικός Επιχειρηματίας

Απόψεις

Η κριτική σκέψη και η ανάπτυξή της. Του Τάσου Τιτάκη

κριτική σκέψη

Η κριτική σκέψη είναι η ικανότητα να μπορείς να σκέφτεσαι και να μπορείς να κρίνεις.  Δεν είναι έμφυτη αλλά καλλιεργείται. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει οι μαθητές να εκτίθενται σε καταστάσεις που τους υποχρεώνουν να σκέφτονται και να κρίνουν. Ο Dewey που θεωρείται ο πατέρας της κριτικής σκέψης, υποστηρίζει ότι  είναι το αντίθετο της παθητικής πρόσληψης και αναπαραγωγής της πληροφορίας. Είναι ουσιαστικά μια διαδικασία επίλυσης προβλημάτων.

Η κριτική σκέψη αποτελεί ανώτερο είδος σκέψης που χαρακτηρίζεται  από τη χρήση αξιολογικών κριτηρίων για την επίλυση ποικίλων προβλημάτων και τη λήψη αποφάσεων, από διαδικασίες αξιολόγησης, επιλογής, από δυνατότητες αμφισβήτησης, επανεξέτασης του αξιολογικού συστήματος, αυτοδιόρθωσης  και από την εφαρμογή των κανόνων της λογικής  (Ματσαγγούρας ,2002). Στηρίζεται στη Λογική, η οποία χρησιμοποιεί συλλογισμούς και τα επιχειρήματα τους και απαιτεί δεξιότητες ανάλυσης, σύγκρισης και σύνθεσης. Η κριτική σκέψη είναι αλληλένδετη με τη δημιουργικότητα και αναπτύσσει μεταγνωστικές ικανότητες (η  σκέψη για τη σκέψη).

Με την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης επιδιώκεται η ανάπτυξη της προσωπικότητας, η απόκτηση έγκυρης γνώσης και η προετοιμασία του μαθητή για τη ζωή. Είναι απαραίτητη για τη δημιουργία ελεύθερων και ενεργών πολιτών  και αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατικής κοινωνίας.

Είναι γεγονός ότι η κριτική σκέψη απουσιάζει απ’ το εκπαιδευτικό σύστημα όπου κυριαρχεί η στείρα απομνημόνευση. Ενώ στη θεωρία είναι ένας απ’ τους σκοπούς της εκπαίδευσης στην πράξη δεν επιδιώκεται, γιατί η ύλη είναι μεγάλη, οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν μάθει να την αναπτύσσουν  στα παιδιά,  είναι πιο επίπονη διαδικασία για τους εκπαιδευτικούς επειδή απαιτεί προετοιμασία και η Πολιτεία στην πραγματικότητα δεν την επιθυμεί. Καμιά εξουσία δεν θέλει πολίτες που θα σκέφτονται καθαρά και κριτικά και δεν θα καταπίνουν «αμάσητα» οτιδήποτε τους σερβίρεται ως αλήθεια.

Ο Dewey, o Bruner και άλλοι παιδαγωγοί υποστήριξαν ότι η μέθοδος διδασκαλίας που συμβάλλει ιδιαίτερα στη νοητική ανάπτυξη των παιδιών και της ικανότητας επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων είναι εκείνη που προάγει τον προβληματισμό και προωθεί τη διερευνητική μελέτη των προβλημάτων. Οι μαθητές εργάζονται ως μικροί επιστήμονες και ερευνητές, παρατηρούν, συσχετίζουν, επαληθεύουν υποθέσεις και, με επαγωγικούς συλλογισμούς, καταλήγουν σε τεκμηριωμένες προτάσεις. Ο ερευνητικός χαρακτήρας του τρόπου διδασκαλίας εξασφαλίζει την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης.

Βασικές διδακτικές προσεγγίσεις που αναπτύσσουν την κριτική σκέψη και τη μετάβαση απ’ την αποστήθιση στην έρευνα και στο «μαθαίνω πώς να μαθαίνω» είναι η ερευνητική- αποκαλυπτική μέθοδος, τα σχέδια εργασίας (project), η διαθεματική  και η βιωματική προσέγγιση, η ομαδοσυνεργατική μέθοδος και η διδασκαλία με αξιοποίηση των Νέων Τεχνολογιών.

Τεχνικές που είναι κατάλληλες για την ανάπτυξη της κριτικής και δημιουργικής σκέψης είναι  η συζήτηση/διάλογος, το παιχνίδι ρόλων-δραματοποίηση, η προσομοίωση, η μελέτη περίπτωσης, η επίλυση προβλήματος, ο καταιγισμός ιδεών, η διδακτική αξιοποίηση εικόνας, η ενσωμάτωση στοιχείων της σύγχρονης ζωής, η χρήση των Νέων Τεχνολογιών ως δυναμικών εργαλείων μάθησης, η εκπαιδευτική επίσκεψη ,η συνέντευξη (Μαυρίκης 2007).

   Για την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης οι μαθητές πρέπει  να λύνουν προβλήματα, να ενθαρρυνθούν να κάνουν ερωτήσεις, να εξετάζουν εναλλακτικές επεξηγήσεις και λύσεις, να συζητούν και να αιτιολογούν όχι μόνο ακαδημαϊκά θέματα αλλά και ηθικά, δημόσια και πολιτικά θέματα, να βρεθούν σε κατάσταση γνωστικής σύγκρουσης (συνθήκες αμφισβήτησης της υπάρχουσας γνώσης), να αντιπαραθέτουν ιδέες . Σημαντικό ρόλο έχει και η χρήση ερωτήσεων:

ερωτήσεις διερευνητικές (π.χ. Θα μου δώσεις ένα παράδειγμα; Γιατί νομίζεις ότι συνέβη αυτό;)

ερωτήσεις  που διερευνούν παραδοχές ή υποθέσεις (π.χ. Πού το ξέρεις; Θα μπορούσε κανείς να το αμφισβητήσει αυτό;)

 ερωτήσεις σχετικές με άλλες απόψεις (π.χ. Τι υποστήριξε ο άλλος; Γιατί; Πώς υποστηρίζουν εκείνοι την άποψή τους;)

ερωτήσεις που διερευνούν τις επιπτώσεις κάθε άποψης (π.χ. Ποια επίπτωση θα είχε αυτή η άποψη αν επικρατούσε; Αν συμβαίνει αυτό, τι άλλο θα πρέπει επίσης να συμβαίνει;)

 ερωτήσεις  που υποστηρίζουν την ομοφωνία (π.χ. Πώς θα μπορούσες να μετακινηθείς από την άποψή σου; Ποιες απ’ τις απόψεις του άλλου θα μπορούσες να δεχτείς;)

ερωτήσεις  ανοιχτές που αφήνουν πλήρη ελευθερία έκφρασης (π.χ. Τι θα έκανες εσύ αν ήσουν στη θέση του ήρωα; Τι θα γινόταν αν…)

 Ο R. Paul, υποστηρίζοντας τη γνώμη του για την αναγκαιότητα της κριτικής σκέψης λέει: « Η κριτική σκέψη είναι απαραίτητο εργαλείο για την επιβίωσή μας. Χρειαζόμαστε  την κοφτερή ματιά της για να κόψουμε όχι μόνο αυτά που καθημερινά προπαγανδίζουν οι υπηρετούντες τα ατομικά τους συμφέροντα, αλλά και αυτά που υποστηρίζουν ομάδες διαπλεκόμενων  συμφερόντων, οι οποίες είναι έτοιμες να θυσιάσουν το γενικό καλό της χώρας στα δικά τους βραχυπρόθεσμα κέρδη».

Τάσος Τιτάκης