Τα αντικαταθλιπτικά συγκαταλέγονται στα πιο συχνά συνταγογραφούμενα και ευρέως προσβάσιμα φάρμακα στις ΗΠΑ, με πολλούς ανθρώπους να τα λαμβάνουν επί σειράν ετών.
Ωστόσο, παρότι τα σύγχρονα αντικαταθλιπτικά κυκλοφορούν εδώ και δεκαετίες –η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ενέκρινε το Prozac για τη θεραπεία της κατάθλιψης το 1987–, οι γνώσεις μας για τη μακροχρόνια χρήση τους παραμένουν περιορισμένες. Η FDA τα ενέκρινε βάσει κλινικών δοκιμών που διήρκεσαν, στην καλύτερη περίπτωση, λίγους μήνες, ενώ οι τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες για τα αντικαταθλιπτικά συνήθως δεν ξεπερνούν τα δύο χρόνια. Επιπλέον, οι ισχύουσες κλινικές οδηγίες δεν καθορίζουν με σαφήνεια ποιο είναι το βέλτιστο χρονικό διάστημα λήψης τους.
Η έλλειψη επαρκών δεδομένων καθιστά δύσκολο για πολλούς να γνωρίζουν πότε –ή και αν– θα πρέπει να διακόψουν τη φαρμακευτική αγωγή. Ετσι, απευθυνθήκαμε σε ψυχιάτρους με το ερώτημα: Για πόσο καιρό μπορεί κανείς να παίρνει αντικαταθλιπτικά; Ποιοι παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπόψη;
Οι ψυχίατροι επισημαίνουν ότι πρόκειται για μια απόφαση που πρέπει να λαμβάνεται από κοινού με τον θεράποντα γιατρό. Η απάντηση εξαρτάται από τα συμπτώματα, τη διάγνωση, την ανταπόκριση στη φαρμακευτική αγωγή, τις παρενέργειες και μια σειρά άλλων παραμέτρων – ζητήματα που χρειάζεται να συζητούνται με έναν γιατρό.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Αουάις Αφτάμπ, ψυχίατρο στο Κλίβελαντ, αυτές οι συζητήσεις συχνά δεν γίνονται. Οπως προσθέτει, οι επαγγελματίες συνεχίζουν να συνταγογραφούν αντικαταθλιπτικά σε άτομα με χαμηλό κίνδυνο υποτροπής της κατάθλιψης «από αδράνεια». «Αυτό είναι το προβληματικό σημείο και πρέπει να αντιμετωπιστεί».
Ορισμένες μελέτες υποδηλώνουν ότι η μακροχρόνια λήψη μπορεί να συνδέεται με πιο έντονα συμπτώματα στέρησης.
Τα αντικαταθλιπτικά είναι γνωστό ότι προκαλούν ανεπιθύμητες παρενέργειες, οι οποίες συχνά μειώνονται καθώς ο οργανισμός προσαρμόζεται. Ωστόσο ορισμένες, όπως η αύξηση βάρους και η σεξουαλική δυσλειτουργία, μπορεί να επιμείνουν.
Ενα από τα συνηθέστερα ερωτήματα αφορά το αν είναι πιο δύσκολο να σταματήσει κάποιος τα αντικαταθλιπτικά έπειτα από μακροχρόνια χρήση.
Οι ειδικοί απαντούν ότι χρειαζόμαστε περισσότερα δεδομένα, ωστόσο ορισμένες μελέτες υποδηλώνουν ότι η μακροχρόνια χρήση μπορεί να συνδέεται με πιο έντονα συμπτώματα στέρησης.
Σε γενικές γραμμές εκτιμάται ότι περίπου ένας στους έξι ασθενείς που διακόπτει τα αντικαταθλιπτικά εμφανίζει παρενέργειες. Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν ζάλη, κόπωση και το λεγόμενο «brain zap» (μια αίσθηση σαν ηλεκτροπληξία στο κεφάλι). Για περίπου έναν στους 35 ασθενείς τα συμπτώματα μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι τόσο έντονα, που η προσπάθεια διακοπής της αγωγής καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη.
Σύμφωνα με τους γιατρούς, η σταδιακή μείωση της δόσης μπορεί να βοηθήσει στον περιορισμό αυτών των συμπτωμάτων.
Διαβάστε επίσης:
Ο κίνδυνος καρκίνου και διαβήτη αυξάνεται με ορισμένα συντηρητικά
Έρευνα: Μετά τη διακοπή των φαρμάκων για αδυνάτισμα τα κιλά επιστρέφουν γρήγορα