Πολιτική

Μητσοτάκης στη Handelsblatt: Η Ελλάδα θα είναι μια άλλη χώρα σε δύο χρόνια

μητσοτακης.jpg

«Η Ελλάδα θα είναι μια άλλη χώρα σε δύο χρόνια από σήμερα», δηλώνει στη Handelsblatt o πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, τονίζοντας ότι η εικόνα της χώρας έχει ήδη αλλάξει κατά τους πρώτους μήνες της νέας κυβέρνησης. «Περπατώντας στους δρόμους της Αθήνας θα παρατηρήσετε την αλλαγή. Οι πολίτες είναι πιο αισιόδοξοι. Αντιλαμβάνονται ότι η χώρα κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Είμαστε το σπάνιο παράδειγμα μιας κυβέρνησης η οποία ήδη, κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες, έχει εφαρμόσει περισσότερα από όσα είχε υποσχεθεί», προσθέτει ο κ. Μητσοτάκης.

Ο πρωθυπουργός επισημαίνει ότι «το κλίμα αισιοδοξίας αντανακλάται στην εικόνα της χώρας στις διεθνείς αγορές. Η απόδοση των δεκαετών ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου βρίσκεται σήμερα στο 1,4%. Πριν από οκτώ μήνες βρισκόταν στο 3,8%. Μπορούμε να αναχρηματοδοτήσουμε με αρνητικά επιτόκια τα έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου. Οι επενδυτές επιστρέφουν. Έχουμε αφήσει πίσω μας την κρίση. Η Ελλάδα δεν ζητά πλέον, αλλά είναι μια χώρα η οποία συμμετέχει επί ίσοις όροις στις συζητήσεις για τα μεγάλα ευρωπαϊκά και παγκόσμια ζητήματα».

«Λύση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για το μεταναστευτικό - προσφυγικό»

Στη συνέντευξη, που βρίσκεται στο αυριανό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας, με τίτλο «Μήνυμα από την Αθήνα», οι δημοσιογράφοι της Handelsblatt, Gerd Höhler και Nicole Bastian, ρωτούν τον πρωθυπουργό «πόσο ακόμα θα αντέξει η χώρα» την έλευση κάθε μέρα εκατοντάδων μεταναστών και προσφύγων από την Τουρκία στα ελληνικά νησιά. «Αυτό είναι απαράδεκτο, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι» απαντά ο κ. Μητσοτάκης, τονίζοντας ότι η Τουρκία προσπαθεί να χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης το μεταναστευτικό για να αναγκάσει την Ευρώπη να κάνει παραχωρήσεις. «Ανέφερα πολύ ανοιχτά στον Πρόεδρο Ερντογάν ότι δεν μπορεί να εκμεταλλεύεται τους μετανάστες και τους πρόσφυγες αν θέλει να έχει σχέσεις καλής γειτονίας με την Ελλάδα», προσθέτει.

«Τον τελευταίο καιρό, όταν προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε με την τουρκική ακτοφυλακή και επισημαίνουμε ότι έφυγε μια βάρκα με μετανάστες από τις τουρκικές ακτές, δεν υπάρχει καμία αντίδραση από πλευράς τους. Αυτό είναι απαράδεκτο γιατί παραβιάζει τη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας για το μεταναστευτικό», αναφέρει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Απευθυνόμενος στους Ευρωπαίους εταίρους επισημαίνει: «Δεν μπορεί μια χώρα της ΕΕ να διεκδικεί τα πλεονεκτήματα της ζώνης του Σένγκεν και να αρνείται ταυτόχρονα να μοιραστεί τα βάρη, όπως κάνουν ορισμένες χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τις χώρες άφιξης όπως η Ελλάδα ως βολικούς χώρους “στάθμευσης” για πρόσφυγες και μετανάστες. Είναι αυτό ευρωπαϊκή αλληλεγγύη; Όχι. Δεν θα το δεχτώ άλλο».

Στο ερώτημα «τι πρέπει να γίνει» ο Πρωθυπουργός απαντά ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αγνοεί το πρόβλημα και ότι ο ίδιος δεν μπορεί να δεχτεί τη στάση όσων «συμπεριφέρονται σαν να είναι αποκλειστικά ένα πρόβλημα της Ελλάδας».

«Θα πρέπει να δοθεί λύση σε ευρωπαϊκό επίπεδο» τονίζει. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Μητσοτάκης δηλώνει ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να προωθήσει τις προτάσεις του Υπουργoύ Εσωτερικών της Γερμανίας Horst Seehofer για τη μεταρρύθμιση του συστήματος ασύλου, του Κανονισμού του Δουβλίνου». (Σύμφωνα με την πρόταση Seehofer, οι διαδικασίες για τη χορήγηση ασύλου θα μπορούν να ξεκινούν σε χώρες που βρίσκονται στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να ολοκληρώνονται σε άλλα κράτη της ΕΕ).

Ο πρωθυπουργός τονίζει τις ενέργειες που έχει ήδη αναλάβει η κυβέρνηση, όπως η αυστηροποίηση και επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου. «Όποιος δεν λαμβάνει άσυλο, πρέπει να επιστρέφει είτε στην Τουρκία είτε στη χώρα προέλευσής του. Γι’ αυτό θα δημιουργήσουμε κλειστά προαναχωρησιακά κέντρα. Εκτός αυτών, θα ενισχύσουμε την ακτοφυλακή μας, για να μπορεί να επιτηρεί καλύτερα τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας».

Παράλληλα, ο κ. Μητσοτάκης στέκεται ιδιαίτερα στο ζήτημα των 4.000 ασυνόδευτων ανηλίκων που βρίσκονται στην Ελλάδα: «Γνωρίζετε τι θα συμβεί αν δεν φροντίσουμε αυτά τα παιδιά στα κατάλληλα ιδρύματα; Θα πέσουν θύματα εκμετάλλευσης. Θα έβλαπτε τόσο πολύ την Ουγγαρία ή την Πολωνία αν υποδέχονταν εκατό από αυτά τα παιδιά;», τονίζει.

Το πλεόνασμα 3,5% ήλθε λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης

Όσον αφορά τα δημοσιονομικά, ο πρωθυπουργός σημειώνει ότι θα τηρηθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ για το 2020, «τον οποίο συμφώνησε η προηγούμενη κυβέρνηση με τους δανειστές», προσθέτοντας με σαφήνεια ότι η νέα κυβέρνηση θα θέσει το ζήτημα της μείωσης του στόχου για το 2021 και το 2022. «Δεν χρειαζόμαστε πια πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% και αυτό γιατί μπορούμε να αναχρηματοδοτούμε το χρέος μας με πολύ χαμηλότερα επιτόκια από ό,τι αναμενόταν», τονίζει ο κ. Μητσοτάκης μνημονεύοντας το γεγονός ότι οι αποφάσεις για τα υψηλά πλεονάσματα ελήφθησαν επί των ημερών του ΣΥΡΙΖΑ, «σε μια εποχή κατά την οποία υπήρχε πολύ χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης για την Ελλάδα».

Η Ελλάδα «γραμμή άμυνας κατά του λαϊκισμού»

Κληθείς να απαντήσει αν η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της την εποχή του λαϊκισμού, μετά από τα 4,5 χρόνια θητείας της προηγούμενης κυβέρνησης, ο κ. Μητσοτάκης σημειώνει: «Νικήσαμε τόσο τους αριστερούς λαϊκιστές, όσο και τους ακροδεξιούς εξτρεμιστές της Χρυσής Αυγής».

«Ήταν απίστευτος ο βαθμός ανικανότητας που επέδειξαν κατά τη διακυβέρνηση τους. Ήταν μια οδυνηρή εμπειρία και κόστισε στη χώρα μας μια περιουσία» τονίζει.

Ο πρωθυπουργός αναφέρει ότι η Ελλάδα αποτελεί πλέον σε ευρωπαϊκό επίπεδο τη «γραμμή άμυνας κατά του λαϊκισμού». Ερωτηθείς ποια συμβουλή δίνει σε άλλα ευρωπαϊκά κόμματα που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τους λαϊκιστές, απαντά: «Τα παραδοσιακά κόμματα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι πολλές ανησυχίες του λαού, τις οποίες εκμεταλλεύονται οι λαϊκιστές, είναι πραγματικές. Για παράδειγμα, οι εισοδηματικές ανισότητες, το τεχνολογικό χάσμα, τα ζητήματα ταυτότητας που σχετίζονται με το πρόβλημα της μετανάστευσης ή το γεγονός ότι οι μεγάλες πόλεις αναπτύσσονται με ταχύτερους ρυθμούς αφήνοντας πίσω τις περιοχές της υπαίθρου. Πρόκειται για ζητήματα που έχουν εν τέλει υπαρξιακό χαρακτήρα, που αγγίζουν πολλούς ανθρώπους και η πολιτική πρέπει να ασχολείται μαζί τους».

Πολιτική

Κεραμέως σε ΣΥΡΙΖΑ: Μην επενδύετε στην καταστροφολογία, κλειστό μόνο το 0,2% των σχολείων

Νίκη Κεραμέως

Στοιχεία ότι τα σχολεία είναι τα πιο ασφαλή μέρη έδωσε στη Βουλή, η υπουργός Παιδείας, Νίκη Κεραμέως.

«Μετά από 5 εβδομάδες λειτουργίας των σχολείων, για λόγους πρόληψης από τον κορωνοϊό είναι κλειστό το 0,2% των σχολείων της χώρας, και το 0,3% των σχολικών τμημάτων», είπε η υπουργός απαντώντας σε ερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ.

«Υπάρχουν πολλά πεδία για να ανταλλάξουμε ιδεολογικά επιχειρήματα. Μην επενδύετε στην καταστροφολογία στα σχολεία κατά τη διάρκεια της πανδημίας», διεμήνυσε η κ. Κεραμέως.

Τα τελευταία δεδομένα αναφορικά με τη λειτουργία των εκπαιδευτικών δομών εν μέσω της πανδημίας COVID-19, παρέθεσε στη Βουλή η υπουργός Παιδείας, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως ανέφερε η κ. Κεραμέως: «Μετά από 5 εβδομάδες λειτουργίας των σχολείων, για λόγους πρόληψης από τον κορωνοϊό είναι κλειστό το 0,2% των σχολείων της χώρας, και το 0,3% των σχολικών τμημάτων. Όπως έχει αναλυθεί στην ενημέρωση του κ. Χαρδαλιά και του κ. Μαγιορκίνη, στα σχολεία δεν έχει – μέχρι σήμερα – παρουσιαστεί η τάση ο ιός να μεταφέρεται από τον έναν μαθητή στον άλλο. Τα κρούσματα δηλαδή προέρχονται πρωτίστως από έξω από το σχολείο, και μεταφέρονται μέσα στο σχολείο.(…) Αυτό δεν μας εφησυχάζει επ’ ουδενί. Και τα πράγματα μπορεί να δυσκολέψουν ειδικά τον χειμώνα που έρχεται. Εδώ είμαστε να επικαιροποιούμε διαρκώς τα μέτρα. Να τα προσαρμόζουμε».

Η υπουργός Παιδείας υπενθύμισε τις ενέργειες στις οποίες έχει προχωρήσει ήδη το ΥΠΑΙΘ, όπως την πρόσληψη και διορισμό φέτος άνω των 49.200 εκπαιδευτικών, αριθμό-ρεκόρ τουλάχιστον των τελευταίων χρόνων προκειμένου να καλυφθούν οι φετινές αυξημένες ανάγκες και εξαιτίας του κορωνοϊού.

«Απλά για μία τάξη μεγέθους, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν στην εξουσία, οι προσλήψεις αναπληρωτών πχ το 2016 ήταν 22.000 προσλήψεις, το 2017 26.000, το 2018 34.000. Φέτος σχεδόν 50.000. Αυτά σε απάντηση σχολίων εκ μέρους του κόμματός σας πως δήθεν προσλαμβάνουμε 20.000 λιγότερους αναπληρωτές», είπε και τόνισε ότι σε όσα τμήματα έκλεισαν, λειτούργησε άμεσα η τηλεκπαίδευση: π.χ. στην Πέλλα, σε μεμονωμένα σχολεία ή τμήματα, με πάνω από 2.000 τηλεδιασκέψεις, με περισσότερους από 78.000 εγγεγραμμένους χρήστες και πάνω από 79.000 μαθήματα στην ασύγχρονη τηλεκπαίδευση.

Όσο για τους ισχυρισμούς της αντιπολίτευσης περί υπερπληθυσμού των τάξεων, η κα Κεραμέως υπογράμμισε πως μόνο το 3% των σχολικών τμημάτων του δημοσίου έχουν πάνω από 25 μαθητές.

«Είχαν γίνει προσπάθειες από το ΣΥΡΙΖΑ να καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι τα περισσότερα σχολικά τμήματα στη χώρα έχουν 26, 27, 28 μαθητές. Πόσα είναι στην πραγματικότητα; Το 3%. Υπάρχουν αυτά τα τμήματα; Βεβαίως υπάρχουν.» είπε η κ. Κεραμέως.

Η υπουργός αναφέρθηκε σε πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) που καταρρίπτει το επιχείρημα περί υψηλού μέσου όρου μαθητών ανά τάξη στη χώρα μας. Όπως ανέφερε η κ. Κεραμέως:

«Η Ελλάδα έχει τον 4ο μικρότερο αριθμό μαθητών ανά τμήμα κατά μέσο όρο μεταξύ 33 χωρών. Μικρότερο από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Μικρότερο από χώρες όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σουηδία, η Δανία, η Φινλανδία και η Γερμανία.».

Όσο για την απόφαση για επαναλειτουργία των σχολείων, η Υπουργός υπογράμμισε:

«Η ομόφωνη εισήγηση της Επιτροπής ήταν για πλήρη επαναλειτουργία των σχολείων με αυξημένα μέτρα προστασίας. Το κάθε μέτρο εφαρμόζεται με διαφορετικό τρόπο σε κάθε πληθυσμιακή ομάδα. Για παράδειγμα, η απόσταση τηρείται διαφορετικά στους ενήλικες και διαφορετικά στα παιδιά. Αν βάλεις 10 παιδιά Δημοτικού σε μία τάξη, όποιες και να είναι οι αποστάσεις, η φυσική τους τάση θα είναι να έρθουν κοντά. Η μάσκα είναι το πιο αποτελεσματικό μέτρο. Είναι το εμβόλιό μας μέχρι να βγει το εμβόλιο.».

Στη δευτερολογία της η κ. Κεραμέως αναφέρθηκε και στους ισχυρισμούς του ΣΥΡΙΖΑ ότι «υπάρχουν παντού κενά σχολικά κτίρια και συγκροτήματα».

Απευθυνόμενη στον βουλευτή του κόμματος τόνισε:«Γιατί τότε, κύριε Βερναρδάκη, δεν κατάφερε να βρει η Κυβέρνησή σας αίθουσες όχι για 14 σχολικά έτη, όχι για 1,4 εκατομμύριο μαθητές, όχι ξαφνικά και εν μέσω πανδημίας, αλλά για ένα μόνο έτος - το προνήπιο, για 65.000 μαθητές, για νομοθετική ρύθμιση της ίδιας σας της Κυβέρνησης, που θεωρητικά είχε μελετήσει και σχεδιάσει; Γιατί μας κληροδότησε περισσότερους από 50 δήμους που δεν μπορούσαν να στεγάσουν, επαναλαμβάνω, μόνο μία χρονιά, μόνο τα προνήπια;».

Η υπουργός αναφέρθηκε στη συνολική στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης ως προς την αντιμετώπιση της πανδημίας στις εκπαιδευτικές δομές:

«Yπάρχουν πάρα πολλά πεδία για να ανταλλάξουμε ιδεολογικά επιχειρήματα – εσείς μπορεί να μην συμφωνείτε με τα εργαστήρια δεξιοτήτων που έχουμε εισάγει πιλοτικά στα σχολεία, με την ρομποτική, την οδική ασφάλεια, τον εθελοντισμό, μπορεί να μην συμφωνείτε με την αξιολόγηση που εισάγουμε σε σχολεία και πανεπιστήμια, με σύνδεση αξιολόγησης και χρηματοδότησης στα Πανεπιστήμια, με τη δυνατότητα το κάθε Πανεπιστήμιο να αποφασίζει μόνο του για τα ξενόγλωσσα προγράμματά του χωρίς να απαιτείται έγκριση Υπουργού, μπορεί να θέλετε ο εκάστοτε Υπουργός να έχει πάνω του όλες τις εξουσίες, να μην αποκεντρώνει τίποτα. Θεμιτή η διαφορετική θέση. Αλλά ας μην σπεκουλάρουμε πάνω στον κορωνοϊό και στα σχολεία. Το Μάιο λέγατε να μην ανοίξουν τα σχολεία. Ότι είναι ένα αχρείαστο πολιτικό ρίσκο. Να μείνουν δηλαδή τα παιδιά μας για 6 μήνες εκτός εκπαιδευτικής δομής, στο σκοτάδι. Το μόνο εύκολο θα ήταν για εμάς. Δεν θα ήταν όμως και το σωστό, το σωστό για τα παιδιά μας. Επιτρέψτε μου να καταθέσω μία πρόταση: Μην επενδύετε στην καταστροφολογία. Στην καλλιέργεια του φόβου και στον τομέα της εκπαίδευσης. Μην επενδύετε στον τοξικό λόγο. Βιώνουμε μια πρωτόγνωρη κρίση και η χώρα μας τα έχει πάει καλύτερα σχεδόν από όλες τις Ευρωπαϊκές Χώρες. Αυτό δεν πρέπει επ’ ουδενί να μας εφησυχάζει. Και τα πράγματα μπορεί να δυσκολέψουν ειδικά το χειμώνα που έρχεται. Εδώ είμαστε να επικαιροποιούμε διαρκώς τα μέτρα, εφόσον χρειαστεί, και να τα προσαρμόζουμε.»