Οικονομία

Πάγιες δαπάνες: Παράταση για αιτήσεις

Εφορία

Δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ νέα ΚΥΑ (ΓΔΟΥ 824/2021) με την οποία τροποποιείται η υπό στοιχεία ΓΔΟΥ 808/26.7.2021 «Διαδικασία και προϋποθέσεις χορήγησης ενίσχυσης με τη μορφή επιδότησης παγίων δαπανών για την περίοδο Απριλίου-Δεκεμβρίου 2020 σε επιχειρήσεις που επλήγησαν οικονομικά λόγω της εμφάνισης και διάδοσης του κορωνοϊού COVID-19» (Β’ 3354).

Σημειώνεται ότι δίνεται παράταση κατά δύο ημέρες για τις αιτήσεις χορήγησης των πάγιων δαπανών, οι οποίες πλέον μπορούν να υποβληθούν μέχρι και την Παρασκευή 6 Αυγούστου 2021.

Οι τροποποιήσεις:

Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 αντικαθίστανται ως εξής:

Δικαιούχοι – Επιχειρήσεις

Εφόσον ήταν υποκείμενες σε ΦΠΑ καθ’ όλη την περίοδο από Απρίλιο 2019 έως και Δεκέμβριο 2020, ο κύκλος εργασιών τους (κωδικός 312 δήλωσης ΦΠΑ) την περίοδο από Απρίλιο 2020 ως Δεκέμβριο του 2020 να είναι μικρότερος τουλάχιστον κατά 30,00% σε σχέση με τον κύκλο εργασιών τους την αντίστοιχη περίοδο του 2019 και να παρουσιάζουν ζημία προ φόρων.

Ειδικά οι εταιρείες Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. και Κ.Τ.Ε.Λ. δεν απαιτείται να πληρούν το κριτήριο της ζημίας προ φόρων, επί τη βάσει των προϋποθέσεων του τμήματος 3.1 του Προσωρινού Πλαισίου.

Εφόσον δεν ήταν υποκείμενες σε ΦΠΑ ή ήταν υποκείμενες και απαλλασσόμενες οποιαδήποτε στιγμή από τον Απρίλιο 2019 έως και τον Δεκέμβριο 2020, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ΜΜΕ, τα έσοδα από πωλήσεις αγαθών και παροχή υπηρεσιών (κωδικός 500 δήλωσης Ε3) του έτους 2020 να είναι μικρότερα τουλάχιστον κατά 30,00% σε σχέση με τα έσοδα από πωλήσεις αγαθών και παροχή υπηρεσιών του έτους 2019 και να παρουσιάζουν ζημία προ φόρων. Ειδικά για τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες γίνεται σύγκριση με το σύνολο εσόδων του πίνακα 2Δ του εντύπου Ν του φορολογικού έτους 2019.

Ειδικά για τις επιχειρήσεις που έκαναν έναρξη λειτουργίας μετά την 1η Ιανουαρίου 2019 ή άνοιξαν υποκατάστημα από 1η Απριλίου 2019 έως 31η Δεκεμβρίου 2020 εφόσον δεν πληρούν τα κριτήρια των υποπεριπτώσεων αα ή ββ της περίπτωσης ι είναι επιλέξιμες εάν τα έσοδα από πωλήσεις αγαθών και παροχή υπηρεσιών του έτους 2020 (κωδικός 500 δήλωσης Ε3) είναι μικρότερα κατά τουλάχιστον 30,00% από το σύνολο εξόδων, συμπεριλαμβανομένου του κόστους πωληθέντων (άθροισμα κωδικών 520 και 580 δήλωσης Ε3) και παρουσιάζουν ζημία προ φόρων. Οι επιχειρήσεις του προηγούμενου εδαφίου είναι επιλέξιμες ανεξαρτήτως της μείωσης του κύκλου εργασιών τους ή των εσόδων τους την περίοδο από Απρίλιο 2020 έως Δεκέμβριο 2020 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του έτους 2019, με βάση το τμήματος 3.1 του Προσωρινού Πλαισίου.».

Διαβάστε επίσης:

Νέος νόμος για το Κτηματολόγιο με καινοτομίες: Τι θα συμβεί με τα ακίνητα "Αγνώστου Ιδιοκτήτη"

Μπαράζ φορο-ελέγχων σε εστίαση, μπαρ και Airbnb

Οικονομία

ΕΛΣΤΑΤ: Ο μέσος Έλληνας δεν μπορεί να καλύψει βασικές ανάγκες ύψους 395 ευρώ

ΕΛΣΤΑΤ

Αποκαρδιωτικά είναι τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την οικονομική κατάσταση που βρίσκονται τα νοικοκυριά της χώρας.

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ η στέρηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών δεν αφορά μόνο τον φτωχό πληθυσμό αλλά και μέρους του μη φτωχού πληθυσμού της χώρας.

Η στέρηση αυτή αφορά δυσκολία ανταπόκρισης στην πληρωμή έκτακτων οικονομικών αναγκών, αδυναμία κάλυψης εξόδων για διακοπές μίας εβδομάδας το χρόνο, αδυναμία διατροφής που να περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας ή ψάρι, αδυναμία πληρωμής για ικανοποιητική θέρμανση της κατοικίας, έλλειψη βασικών αγαθών, όπως πλυντήριο ρούχων, έγχρωμη τηλεόραση, τηλέφωνο, αυτοκίνητο, αδυναμία αποπληρωμής δανείων ή αγορών με δόσεις, δυσκολίες στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών όπως αναφέρει η ΕΛΣΤΑΤ.

Δυσκολίες για το 40% του μη φτωχού πληθυσμού

Χαρακτηριστικό είναι ότι το 96,7% των φτωχών νοικοκυριών και το 40,8% των μη φτωχών δηλώνει οικονομική δυσκολία να καλύψει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες ύψους περίπου 395 ευρώ.

Αυτό προκύπτει από την έρευνα για την υλική στέρηση το 2020 της ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα επίσης με την οποία:

Τα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν ελλείψεις βασικών ανέσεων στην κύρια κατοικία κατατάσσονται, κατά καθεστώς ιδιοκτησίας, ως εξής:

-το 6,2% των νοικοκυριών διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία με οικονομικές υποχρεώσεις (δάνειο, υποθήκη, κ.λπ.),

-το 4,9% διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις (δάνειο, υποθήκη, κ.λπ.),

-το 8,6% διαμένει σε ενοικιασμένη κατοικία,

-το 8,1% διαμένει σε δωρεάν παραχωρημένη κατοικία.

Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου ανέρχεται σε 29% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 25,8% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 43,9% για τον φτωχό πληθυσμό. Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου είναι μεγαλύτερο στην περίπτωση της ηλικιακής ομάδας έως και 17 ετών και ανέρχεται σε 43,2% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 38,4% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 61,2% για τον φτωχό πληθυσμό.

Το 45,8% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των μη φτωχών νοικοκυριών εκτιμάται σε 5,3%.

Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν οικονομική αδυναμία να έχουν ικανοποιητική θέρμανση τον χειμώνα ανέρχεται σε 17,1%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φτωχά νοικοκυριά είναι 39,1% και για τα μη φτωχά νοικοκυριά 12,4%.

Περιβαλλοντικά προβλήματα από παρακείμενη βιομηχανία ή προβλήματα από την κυκλοφορία αυτοκινήτων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει το 20,2% των νοικοκυριών, ενώ ποσοστό 18,1% των νοικοκυριών αναφέρει ως πρόβλημα τους βανδαλισμούς και την εγκληματικότητα στην περιοχή του.

Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν επιβάρυνση από το κόστος στέγασης ανέρχεται σε 33,3%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα φτωχά νοικοκυριά είναι 83,4% και για τα μη φτωχά νοικοκυριά 22,5%.

Το 43,7% των νοικοκυριών που έχουν λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων.

Το 50,1% των φτωχών νοικοκυριών δηλώνει δυσκολία στην έγκαιρη πληρωμή πάγιων λογαριασμών, όπως αυτών του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου, κ.λπ.

Το 71,6% των φτωχών νοικοκυριών αναφέρει μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση των συνήθων αναγκών του με το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά του.

Το ελάχιστο μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα για την αντιμετώπιση των αναγκών των νοικοκυριών της χώρας ανέρχεται, κατά δήλωσή τους, σε 2.000 ευρώ. Τα φτωχά νοικοκυριά χρειάζονται 1.915 ευρώ, ενώ τα μη φτωχά νοικοκυριά 2.018 ευρώ.

Το 19,7% των φτωχών νοικοκυριών, το 6,5% των μη φτωχών νοικοκυριών και το 8,8% του συνόλου των νοικοκυριών δεν διαθέτουν ένα τουλάχιστον ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο, ενώ το 9% των φτωχών νοικοκυριών, το 1,8% των μη φτωχών και το 3% του συνόλου των νοικοκυριών δεν διαθέτουν προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αν και τον χρειάζονται, λόγω οικονομικής αδυναμίας.

Ως προς την υλική στέρηση που σχετίζεται με την οικονομική δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών σχετικών με κοινωνικές δραστηριότητες- για άτομα ηλικίας 16 ετών και άνω- προέκυψαν τα ακόλουθα ευρήματα:

-Το 13,1% του πληθυσμού δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να συναντιέται (στο σπίτι ή κάπου αλλού) με φίλους ή συγγενείς για ένα γεύμα ή ένα ποτό τουλάχιστον μια φορά το μήνα. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό και τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 31,4% και 9,4%.

-Το 26,9% του πληθυσμού δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να συμμετέχει τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής, όπως αθλητισμό, σινεμά κ.λπ. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό και τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 49% και 22,4%.

-Το 37,2% του πληθυσμού δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ξοδεύει χρήματα για τον εαυτό του ή για κάποιο χόμπι χωρίς να συμβουλευτεί κάποιο άλλο μέλος του νοικοκυριού. Το ποσοστό εκτιμάται στο 65,4% για τον φτωχό πληθυσμό και στο 31,3% για τον μη φτωχό πληθυσμό.

-Το 4% του πληθυσμού δεν διαθέτει σύνδεση στο διαδίκτυο για οικιακή χρήση λόγω έλλειψης οικονομικής δυνατότητας. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό και τον μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 12,3% και 2,3%.

Σχετικά με την υγεία του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, προκύπτουν τα εξής:

-Το 6,7% δήλωσε ότι έχει πολύ κακή ή κακή υγεία, το 14,7% μέτρια, ενώ το 78,6% πολύ καλή ή καλή υγεία.

-Το 23,7% έχει χρόνιο πρόβλημα υγείας.

-Το 9,8% για διάστημα έξι μηνών ή περισσότερο είχε περιορίσει, λόγω δικού του προβλήματος υγείας, κάποιες, συνήθεις για τον γενικό πληθυσμό δραστηριότητες ή είχε δυσκολευτεί σε αυτές πάρα πολύ, ενώ το 13,6% είχε, αλλά όχι πάρα πολύ.

-Το 25,6% δήλωσε ότι υπήρξε περίπτωση, κατά την διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών, που πραγματικά χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία για πρόβλημα υγείας και δεν υποβλήθηκε σε αυτήν. Τα ποσοστά για τον φτωχό και μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 51,2% και 20,9%, αντίστοιχα.

-Το 36,9% ότι υπήρξε περίπτωση, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών, που δεν υποβλήθηκε σε ιατρική εξέταση ή θεραπεία όταν πραγματικά την χρειάστηκε λόγω της πανδημίας. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό και μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 10% και 51,2%.

-Το 30,5% δήλωσε ότι υπήρξε περίπτωση, κατά την διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών, που πραγματικά χρειάστηκε οδοντιατρική εξέταση ή θεραπεία για πρόβλημα υγείας και δεν υποβλήθηκε σε αυτήν. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό και μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται σε 56,1% και 26,3%. Το 22,4% του αντίστοιχου πληθυσμού δεν υποβλήθηκε στην εξέταση λόγω COVID-19.

Ένας στους τρεις αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας

Στο 28,9% του πληθυσμού της χώρας (3.043.869 άτομα) ανέρχονταν πέρυσι (εισοδήματα 2019) ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό, παρουσιάζοντας μείωση σε σχέση με το 2019 κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες (3.161.936 άτομα που αντιστοιχούσαν στο 30% του πληθυσμού).

Το μέσο ισοδύναμο ατομικό διαθέσιμο εισόδημα ανήλθε σε 10.041 ευρώ, αυξημένο κατά 7% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Το 5,9% των νοικοκυριών δήλωσε ότι το εισόδημα του αυξήθηκε κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες, ενώ το 21,8% ότι μειώθηκε και το 72,3% ότι παρέμεινε το ίδιο.

Σύμφωνα με τη σχετική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, το 14,5% δήλωσε ότι ο κύριος λόγος αύξησης ή μείωσης του εισοδήματος ήταν η πανδημία, εκ των οποίων το 2,9% δήλωσε ότι αυξήθηκε το εισόδημα του και το 13% ότι μειώθηκε.

Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 5.269 ευρώ ετησίως ανά μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 11.064 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών, και ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 8.781 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας εκτιμήθηκε σε 17.263 ευρώ.

Το 2020, το 17,7% του συνολικού πληθυσμού της χώρας ήταν σε κίνδυνο φτώχειας. Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 701.405 σε σύνολο 4.115.678 νοικοκυριών και τα μέλη τους σε 1.856.081 στο σύνολο των 10.514.769 ατόμων του εκτιμώμενου πληθυσμού της χώρας.

Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 20,9% σημειώνοντας πτώση κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2019, ενώ για τις ομάδες ηλικιών 18- 64 ετών και 65 ετών και άνω ανέρχεται σε 18,4% και 13%, αντίστοιχα.

Σε 5 περιφέρειες (Ιόνια Νησιά, Αττική, Κρήτη, Νότιο Αιγαίο και Ήπειρος) καταγράφονται ποσοστά κινδύνου φτώχειας χαμηλότερα από αυτό του συνόλου της χώρας, ενώ σε 8 περιφέρειες (Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησος, Βόρειο Αιγαίο, Κεντρική Μακεδονία, Δυτική Μακεδονία, Ανατολική Μακεδονία και Θράκη και Δυτική Ελλάδα) τα αντίστοιχα ποσοστά είναι υψηλότερα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Αξιολόγηση Κομισιόν: Ταχύτερη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας

ΕΚΤ: Οι τράπεζες της Νότιας Ευρώπης κινδυνεύουν από την κλιματική αλλαγή

Αγορά ακινήτου: Έρχονται 4 νέες πλατφόρμες - εργαλεία επιλογής

ESPA BANNER