Την ανάγκη να αποκτήσει ο Δήμος Ρεθύμνου έναν ολοκληρωμένο, ειδικά προσαρμοσμένο επιχειρησιακό σχεδιασμό για την αντιμετώπιση ενδεχόμενου τσουνάμι ανέδειξε ο Καθηγητής Δυναμικής Τεκτονικής, Εφαρμοσμένης Γεωλογίας και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών στο Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ και πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμης Λέκκας, κατά την παρουσίασή του στο συνέδριο Blue Shield, που πραγματοποιείται στο Ρέθυμνο.
Ο καθηγητής έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη προστασίας της παράκτιας ζώνης, εστιάζοντας κυρίως στην ανατολική πλευρά της πόλης, όπου η οικιστική και τουριστική ανάπτυξη, η πυκνότητα του πολεοδομικού ιστού, τα χαμηλά υψόμετρα και τα χαρακτηριστικά του οδικού δικτύου δημιουργούν συγκεκριμένες δυσκολίες σε περίπτωση εκδήλωσης ενός τέτοιου φαινομένου, αλλά και στο μέτωπο της παλιάς πόλης.
Όπως εξήγησε, ο κίνδυνος από ένα ενδεχόμενο τσουνάμι είναι υπαρκτός και έχει ήδη υπολογιστεί. Το ζητούμενο πλέον είναι να προσδιοριστεί με ακρίβεια πώς θα περιοριστούν οι επιπτώσεις και, κυρίως, πώς θα οργανωθεί η ασφαλής απομάκρυνση κατοίκων και επισκεπτών από τις περιοχές που ενδέχεται να πληγούν. Η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη κατά τη θερινή περίοδο, όταν ο πληθυσμός του Ρεθύμνου αυξάνεται σημαντικά λόγω της τουριστικής δραστηριότητας και χιλιάδες επισκέπτες βρίσκονται σε ξενοδοχεία και καταλύματα κατά μήκος της ακτογραμμής.
Η ανατολική πλευρά του Ρεθύμνου στο επίκεντρο του σχεδιασμού
Ο κ. Λέκκας περιέγραψε με σαφήνεια τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει η ανατολική παράκτια ζώνη του Ρεθύμνου, επισημαίνοντας ότι η ανάπτυξή της δεν πραγματοποιήθηκε με τρόπο που να διευκολύνει την αντιμετώπιση ενός ενδεχόμενου τσουνάμι.
Όπως ανέφερε, η πόλη αναπτύχθηκε σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως με την κατασκευή νεότερων κτιρίων, τα οποία έχουν σχεδιαστεί λαμβάνοντας υπόψη τους σύγχρονους αντισεισμικούς κανονισμούς. Αυτό αποτελεί ένα θετικό στοιχείο ως προς τη συνολική σεισμική τρωτότητα της περιοχής. Ωστόσο, η ανατολική επέκταση της πόλης δημιούργησε έναν πυκνό αστικό ιστό, στον οποίο συγκεντρώνονται σημαντικές τουριστικές δραστηριότητες, χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί αντίστοιχες δυνατότητες για την ασφαλή διαφυγή του πληθυσμού σε περίπτωση τσουνάμι.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο καθηγητής στα χαμηλά υψόμετρα της συγκεκριμένης περιοχής, τα οποία επιτρέπουν στο θαλάσσιο κύμα να εισχωρήσει στην ξηρά, καθώς και στη μορφολογία και τη διάταξη του οδικού δικτύου. Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που εντοπίζονται είναι ο Βόρειος Οδικός Άξονας Κρήτης (ΒΟΑΚ).
Η υπερυψωμένη αρτηρία του ΒΟΑΚ ενδέχεται, σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσίασε, να λειτουργήσει ως εμπόδιο στην εισχώρηση του κύματος προς το εσωτερικό. Ωστόσο, η ίδια υποδομή μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές δυσκολίες στη διαφυγή του πληθυσμού, καθώς οι δρόμοι της περιοχής είναι κατά κύριο λόγο κάθετοι προς την ακτογραμμή.
Αυτό σημαίνει ότι ο επιχειρησιακός σχεδιασμός δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια γενική οδηγία εκκένωσης. Πρέπει να εξεταστεί ποιοι δρόμοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν, προς ποιες κατευθύνσεις θα κινηθεί ο κόσμος, ποια σημεία ενδέχεται να αποτελέσουν εμπόδια και πώς θα αντιμετωπιστεί ο αυξημένος κυκλοφοριακός φόρτος, ιδιαίτερα όταν η περιοχή είναι γεμάτη τουρίστες.
«Πρέπει, με βάση τα δεδομένα που βελτιώνονται συνεχώς, να δούμε πώς θα σχεδιάσουμε επιχειρησιακά, πού θα πάει ο κόσμος και προς τα πού θα κινηθεί», ήταν το χαρακτηριστικό μήνυμα του καθηγητή, ο οποίος υπογράμμισε ότι τέτοιου είδους σχεδιασμοί δεν μπορούν να γίνονται θεωρητικά, αλλά πρέπει να στηρίζονται σε πραγματικά επιστημονικά και επιχειρησιακά δεδομένα.
Από τη μικροζωνική μελέτη του 1998 στη νέα επικαιροποίηση
Ο Δήμος Ρεθύμνου έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με άλλους δήμους της χώρας: διαθέτει μακρά εμπειρία στον επιστημονικό σχεδιασμό για την αντιμετώπιση φυσικών κινδύνων.
Όπως υπενθύμισε ο κ. Λέκκας, πριν από 28 χρόνια, το 1998, εκπονήθηκε η πρώτη μικροζωνική μελέτη για τον Δήμο Ρεθύμνου, μια πρωτοβουλία που, όπως σημείωσε, δεν έχει αντίστοιχό της σε άλλον δήμο της χώρας μέχρι σήμερα. Στο πλαίσιο εκείνης της μελέτης, ο μελετητής –καθηγητής του ΕΚΠΑ- κ. Καρύδης είχε πραγματοποιήσει λεπτομερή αποτύπωση των κτιρίων της παλιάς πόλης, εξετάζοντας και την τρωτότητά τους.
Ωστόσο, τα δεδομένα έχουν αλλάξει σημαντικά. Οι χώροι καταυλισμού και συγκέντρωσης πληθυσμού που είχαν προβλεφθεί το 1998 δεν ανταποκρίνονται πλέον στη σημερινή πραγματικότητα, καθώς η πόλη έχει επεκταθεί, έχουν δημιουργηθεί νέες υποδομές και έχουν μεταβληθεί οι χρήσεις γης. Όπως αποκάλυψε ο καθηγητής, όλοι οι χώροι αυτοί ελέγχθηκαν εκ νέου, ενώ η επικαιροποίηση του επιχειρησιακού σχεδιασμού πραγματοποιήθηκε με βάση νέα δεδομένα αντισεισμικότητας, τεκτονικής δραστηριότητας και ανάλυσης κινδύνων.
Η νέα μελέτη, την οποία εκπονεί ο ίδιος με την επιστημονική του ομάδα, αναμένεται να παραδοθεί μέσα στην επόμενη εβδομάδα. Στη συνέχεια θα παρουσιαστεί αναλυτικά σε ειδική ημερίδα, στην οποία θα συμμετάσχουν τεχνικοί, μηχανικοί και εκπρόσωποι του τουριστικού κλάδου.
Μόλις τρία ξενοδοχεία στην Κρήτη πραγματοποιούν ασκήσεις ετοιμότητας
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο κ. Λέκκας απέναντι στην περιορισμένη συμμετοχή του τουριστικού κλάδου στην προετοιμασία για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, από τα χιλιάδες ξενοδοχεία που λειτουργούν στην Κρήτη, μόλις τρία πραγματοποιούν ασκήσεις ετοιμότητας για σεισμό, πυρκαγιά και τσουνάμι.
Πρόκειται για μια επισήμανση με ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς μεγάλο μέρος της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας της περιοχής συνδέεται άμεσα με τον τουρισμό. Οι ξενοδοχειακές μονάδες, οι εργαζόμενοι και οι επισκέπτες τους πρέπει να αποτελέσουν βασικό μέρος του νέου σχεδιασμού. Δεν αρκεί να υπάρχει ένα γενικό σχέδιο πολιτικής προστασίας, εάν οι άνθρωποι που βρίσκονται στις τουριστικές εγκαταστάσεις δεν γνωρίζουν πώς πρέπει να αντιδράσουν, ποια διαδρομή πρέπει να ακολουθήσουν και πού πρέπει να κατευθυνθούν.
Ο καθηγητής υπογράμμισε ότι οι τουριστικοί παράγοντες συχνά αποφεύγουν συστηματικά να ενημερώνονται για τα ζητήματα αυτά, παρά το γεγονός ότι η ετοιμότητα των επιχειρήσεών τους είναι καθοριστική για την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Η ειδική ημερίδα που προγραμματίζεται μετά την παράδοση της μελέτης αναμένεται, επομένως, να έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς θα αποτελέσει ευκαιρία να τεθούν συγκεκριμένες υποχρεώσεις και πρακτικά ζητήματα προετοιμασίας στο τραπέζι της συζήτησης.
Για να καταδείξει τη σοβαρότητα της απειλής και την ανάγκη προετοιμασίας, ο Ευθύμης Λέκκας παρουσίασε διεθνή παραδείγματα καταστροφικών τσουνάμι, αλλά και εμπειρίες από περιοχές που έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με ανάλογα φαινόμενα. Αναφέρθηκε στο καταστροφικό τσουνάμι του 2004 στον Ινδικό Ωκεανό, το οποίο ακολούθησε σεισμό μεγέθους 9 Ρίχτερ και έπληξε εκτεταμένες τουριστικές περιοχές. Όπως ανέφερε στην παρουσίασή του, οι ανθρώπινες απώλειες ανήλθαν σε περίπου 370.000, μεταξύ των οποίων και 54.000 τουρίστες.
Παρουσίασε επίσης το τσουνάμι της Ιαπωνίας το 2011, το οποίο συνδέθηκε με την πυρηνική καταστροφή της Φουκουσίμα, καθώς και περιστατικά στη Χιλή το 2010 και στην Ινδονησία. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο τσουνάμι που έπληξε τη Σάμο πριν από πέντε χρόνια, προκαλώντας πλημμύρα σε τρία οικοδομικά τετράγωνα στο Βαθύ.
Αυτές οι εμπειρίες, όπως εξήγησε, αποτελούν πολύτιμο υλικό για την εκπόνηση ενός αποτελεσματικού σχεδίου προστασίας. Η επιστημονική ομάδα έχει πραγματοποιήσει επισκέψεις σε επτά περιοχές του κόσμου που έχουν υποστεί τσουνάμι, προκειμένου να αξιοποιήσει πραγματικά δεδομένα για τη συμπεριφορά των φαινομένων και τις αδυναμίες που παρουσίασαν τα συστήματα προστασίας.
Το συμπέρασμα είναι ότι η πρόληψη και η επιχειρησιακή ετοιμότητα πρέπει να σχεδιάζονται με βάση το τι έχει συμβεί στην πράξη και όχι με θεωρητικές εκτιμήσεις. Δεν μπορούν όλοι οι δήμοι να έχουν το ίδιο σχέδιο πολιτικής προστασίας. Μια ακόμη σημαντική διάσταση της παρουσίασης αφορούσε την ανάγκη διαφοροποίησης του σχεδιασμού πολιτικής προστασίας ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Ο κ. Λέκκας επισήμανε ότι δεν είναι δυνατόν όλοι οι δήμοι να εφαρμόζουν πανομοιότυπα σχέδια, καθώς κάθε περιοχή αντιμετωπίζει διαφορετικούς κινδύνους, έχει διαφορετική τρωτότητα και παρουσιάζει διαφορετικές επιχειρησιακές ανάγκες.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στην προσπάθεια που βρίσκεται σε εξέλιξη στο υπουργείο, ώστε πέρα από τα γενικά σχέδια, όπως το σχέδιο «Δάρδανος», να διαμορφώνονται ειδικά σχέδια για κάθε δήμο, βασισμένα στα πραγματικά γεωγραφικά, πολεοδομικά και πληθυσμιακά χαρακτηριστικά του. Το Ρέθυμνο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης. Σύμφωνα με τον καθηγητή, στόχος είναι κάθε δήμος να διαθέτει ένα εξειδικευμένο επιχειρησιακό σχέδιο, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη την ανάλυση των κινδύνων, την τρωτότητα των υποδομών και του πληθυσμού, καθώς και τη συνολική διακινδύνευση.
Μάλιστα, ανακοίνωσε ότι στο υπουργείο προωθούνται ειδικές προβλέψεις για την ενσωμάτωση αυτών των δεδομένων στον σχεδιασμό των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΤΠΣ), ώστε η μελλοντική ανάπτυξη των περιοχών να λαμβάνει υπόψη και τους φυσικούς κινδύνους. Όπως εκτίμησε, μέχρι τα Χριστούγεννα αναμένεται να υπάρχει και η σχετική υπουργική απόφαση, η οποία θα συμβάλει στη θεσμοθέτηση αυτής της νέας προσέγγισης.
«Όχι με τα ψέματα και τις αντιγραφές, αλλά με πραγματικά στοιχεία, που αντιπροσωπεύουν τον κάθε δήμο», ήταν το χαρακτηριστικό μήνυμα που σημείωσε. Σημαντικό μέρος της παρουσίασης αφιερώθηκε και στη συνθετότητα των φυσικών κινδύνων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ακραίο φαινόμενο στο Νεπάλ πριν μερικούς μήνες.
Ο καθηγητής περιέγραψε το περιστατικό κατά το οποίο η απόσπαση ενός παγετώνα, μαζί με μεγάλες ποσότητες υποκείμενου πετρώματος, προκάλεσε μια αλυσιδωτή καταστροφή. Σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσίασε, περίπου δύο εκατομμύρια κυβικά μέτρα πάγου και αντίστοιχη ποσότητα πετρώματος αποκολλήθηκαν και κατέπεσαν σε χαράδρα βάθους περίπου 1.700 μέτρων.
Η πτώση της τεράστιας μάζας προκάλεσε σεισμική δόνηση, ενώ η θερμότητα και η ενέργεια που αναπτύχθηκαν οδήγησαν σε ταχεία τήξη του πάγου. Η τεράστια ροή που δημιουργήθηκε κατέστρεψε μικρά φράγματα, παρέσυρε υλικά από τις πλαγιές και αύξησε ακόμη περισσότερο τον όγκο της.
Η ταχύτητα της ροής έφτασε, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, τα 180 χιλιόμετρα την ώρα, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές σε οικισμούς και υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις. Το περιστατικό αυτό, όπως εξήγησε, αναδεικνύει ότι οι φυσικές καταστροφές δεν πρέπει πλέον να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα γεγονότα.
Η κλιματική κρίση, η αύξηση της θερμοκρασίας, η τήξη των πάγων, οι κατολισθήσεις, οι πλημμύρες και οι σεισμικές επιπτώσεις μπορούν να συνδυαστούν, δημιουργώντας αλληλουχίες κινδύνων με πολύ μεγαλύτερες συνέπειες από εκείνες που θα είχε κάθε φαινόμενο ξεχωριστά.
Το ίδιο σκεπτικό, σύμφωνα με τον καθηγητή, πρέπει να εφαρμόζεται και στον σχεδιασμό για το Ρέθυμνο: η προστασία δεν αφορά μόνο έναν σεισμό ή ένα τσουνάμι, αλλά τη συνολική δυνατότητα μιας περιοχής να αντιμετωπίζει πολλαπλές και ενδεχομένως ταυτόχρονες απειλές.
Πηγή: goodnet.gr
Διαβάστε επίσης
Κρήτη: Συλλήψεις δυο 16χρονων για διακίνηση μεταναστών – Μετέφεραν συνολικά 91 άτομα από τη Λιβύη
Κρήτη: Βρέθηκε ανθρώπινος σκελετός σε χωράφι στα Χανιά – Ανοίγουν υποθέσεις εξαφάνισης γυναικών